Το “Τίποτα” του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Το “Τίποτα” του Νίκου Παναγιωτόπουλου Facebook Twitter
0
Το “Τίποτα” του Νίκου Παναγιωτόπουλου Facebook Twitter
Φωτογραφική επεξεργασία: Aτελιέ LifO

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, στα 74 πια, το ξέρει: ακόμη κι αν καταφέρει να σκηνοθετήσει την ωραιότερη ταινία της ζωής του, τίποτε δεν θ’ αλλάξει, το στίγμα του στον ελληνικό κινηματογράφο έχει καταγραφεί. Στα νιάτα του θα μεθούσε από ευτυχία αλλά οι όψιμες επιτυχίες δεν έχουν την ίδια γεύση, ο ενθουσιασμός έχει εξανεμιστεί –υπάρχει στη νίκη και κάτι ταπεινωτικό. Τώρα πιά ο ίδιος, αναγκαστικά, βρίσκεται στο άλλο στρατόπεδο. 

Για καιρό, τα γηρατειά –που, για να θυμηθούμε τον Φίλιπ Ροθ,  δεν είναι μάχη, είναι σφαγή! – ο Παναγιωτόπουλος τα αντιμετώπιζε κι αυτά σαν ταινία, επιπόλαια. Μέχρι πρότινος έλεγε πως η ηλικία είναι μια προκατάληψη που υπάρχει μόνο στα μυαλά των νέων, νόμιζε πως τον ίδιο δεν θα τον απασχολήσουν ποτέ. Να όμως που μπήκε κι αυτός στη φάση όπου ο χρόνος μετράει ανάποδα, στη φάση των αυτοναλύσεων και των απολογισμών. Πώς είναι να ‘σαι άπιστος και να βαδίζεις προς την ανυπαρξία; Πώς είναι να προχωράς με θέα στο θάνατο; Να τι ακριβώς σκαλίζει ο γνωστός σκηνοθέτης όχι στην «Κόρη του Ρέμπραντ» που δεν έχει βγεί στις αίθουσες ακόμη, αλλά στο νέο του βιβλίο που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τον «Τόπο», με τίτλο «Τίποτα».  

Ο Παναγιωτόπουλος αντιμετώπιζε τα γηρατειά κι αυτά σαν ταινία, επιπόλαια. Μέχρι πρότινος έλεγε πως η ηλικία είναι μια προκατάληψη που υπάρχει μόνο στα μυαλά των νέων, νόμιζε πως τον ίδιο δεν θα τον απασχολήσουν ποτέ. Να όμως που μπήκε κι αυτός στη φάση όπου ο χρόνος μετράει ανάποδα, στη φάση των αυτοναλύσεων και των απολογισμών.

Έργο στοχαστικό, διαποτισμένο από απελπισία και μ’ ένα χιούμορ κατά τόπους βιτριολικό, το «Τίποτα» παρουσιάζεται από τον Παναγιωτόπουλο σαν ένα «σενάριο για μυθιστόρημα». Δηλαδή; «Είναι ένα υλικό που στα χέρια ενός μυθιστοριογράφου θα μπορούσε να αποκτήσει πλοκή. Ομως εγώ δεν είμαι μυθιστοριογράφος. Η μοναδική πλοκή που μπορώ ν’ ανεχτώ είναι για κάποιον που ξυπνάει και σκέφτεται το όνειρο που είδε στον ύπνο του. Γράφω εύκολα αλλά γράφω με τον τρόπο που μιλάω. Αντίθετα, ο Κωστής Παπαγιώργης, για να σταθούμε σε στυλίστες, αλλιώς μίλαγε κι αλλιώς έγραφε. Ο Ράμφος, απ’ τη μεριά του, μιλάει όπως γράφει. Ο δε Σελίν, έκανε τον προφορικό λόγο γραφή και μουσική, πράγμα υπέροχο, σπάνιο, ακόμα πιο δύσκολο!» 

Το σίγουρο είναι πως ο ίδιος είχε ευχαριστηθεί δουλεύοντας το προηγούμενο βιβλίο του, το «Απ’ το καλάθι των αχρήστων», μια παραγγελία του «Πατάκη», αρκούντως μυητική στα του βίου του –ιδιωτικού και καλλιτεχνικού. «Δεν το περίμενα αλλά είχα περάσει καλά!»  Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, είτε σκηνοθετεί είτε γράφει,  δεν πιστεύει στην ανιδιοτέλεια της τέχνης.  «Κάθε δημιουργός», επιμένει, «εκμεταλλεύεται, με την μαρξιστική έννοια, τα βιώματά του χωρίς φυσικά να γράφει τα προσωπικά του ημερολόγια. Ο Φλωμπέρ το εξέφρασε ιδανικά λέγοντας  «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ». Οποιος γράφει, όποιος ζωγραφίζει, όποιος γυρίζει ταινίες, αναπόφευκτα κάνει την αυτοπροσωπογραφία του. Κι αυτό, επειδή θέλει να σώσει το τομάρι του!». 

Ορίστε λοιπόν ένα ‘σενάριο για μυθιστόρημα’ με κεντρικό ήρωα κάποιον που του μοιάζει, τον Ζ., κάποιον που σοκάρεται συνειδητοποιώντας ότι είναι γέρος. «Ποιός θα τό’ λεγε ότι θαρχόταν μια μέρα που θα έπρεπε να κάνει την αυτοκριτική του;», διαβάζουμε. «Που θα χρειαζόταν να σταματήσει τα παιχνίδια και να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά; Αυτό που του φαινόταν να είναι το πιο μεγάλο πλήγμα, ήταν ότι σ’ αυτήν την ηλικία έπρεπε επιτέλους να ενηλικιωθεί». Ο Ζ. ξαναγυρίζει εκεί που ξεκίνησε, πιο σοφός αλλά και πιο κουρασμένος. Οπως τον παρουσιάζει ο Παναγιωτόπουλος, ουδέποτε  αισθάνθηκε «κανονικός» άνθρωπος». Οταν οι άλλοι έλεγαν μαύρο, αυτός έλεγε άσπρο και το εννοούσε, κάτι που του έδινε έναν αέρα υπεροχής αλλά και μειονεξίας ταυτόχρονα. Του Ζ. τίποτε δεν του φαίνεται φυσιολογικό. Τα γηρατειά, ο θάνατος, όλα του φαίνονται σκανδαλώδη. Μεταφυσικές ανησυχίες, πάντως, δεν έχει. «Σε πείσμα όλων των σοφών του κόσμου, όλων των ιδρυτών θρησκειών, παραμένει απελπιστικά διαυγής» . 

Πριν από μια δεκαπενταετία, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έβαλε στοίχημα με τον εαυτό του να γυρίζει μια ταινία ετησίως και το τήρησε. «Γιατί το έκανα; Μα για να ξεγελάω το χρόνο, για τι άλλο;».  Ενα τέτοιο παιχνίδι επιχείρησε και το καλοκαίρι που η «Λιμουζίνα» ήταν πίσω του και  η «Κόρη του Ρέμπραντ», έργο που συμπυκνώνει όλη η χυδαιότητα που ζήσαμε σ’ ένα μεγαλοαστικό πάρτι, δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Χαλαρός σ’ εκείνη τη ραχούλα του Αιγαίου, στην Πάτμο, που δεν θ’ άλλαζε ούτε για όλα τα Παρίσια του κόσμου, βάλθηκε να κοιτάξει αναδρομικά τον εαυτό του στον καθρέφτη- υπό μανδύα μονήρη ζωγράφου, έστω-  και να προβεί σε απολογισμούς όσο κι αν αυτό του ήταν δυσάρεστο. 

«Η σχέση με τους νέους είναι ένα πρόβλημα πολύ λεπτό» παραδέχεται στο βιβλίο του. «Υπάρχει αναμφισβήτητα ο πόλεμος των γενεών και είναι αδυσώπητος όπως κάθε πόλεμος, μόνο που όλοι κρύβονται πίσω από ψέματα και υποκρισίες. Στο βάθος ο Ζ. θα στραγγάλιζε ευχαρίστως κάθε νέο ζωγράφο που θα του αμφισβητούσε την κυριαρχία. Η ζήλεια είναι μέσα στη φύση των ανθρώπων κι όσοι υποκρίνονται το αντίθετο, απλώς παρουσιάζουν ένα ψεύτικο πρόσωπο. Οι γέροι αποδέχονται με ενθουσιασμό του νέους ως θαυμαστές αλλά τους αμφισβητούν ως ανταγωνιστές. Τα τερτίπια και οι στρατηγικές που μετέρχονται για να παρουσιάζονται ως υπεράνω και γενναιόδωροι θα μπορούσαν να γεμίσουν ολόκληρο ένα εγχειρίδιο ψυχολογίας»... Σιγά, σιγά, ωστόσο, οι έχθρες και οι ζήλειες που έτρεφε ο Ζ. μέσα του καταλαγιάζουν και,  «ίσως αυτό είναι να γερνάς: να σταματάς τον πόλεμο και να θες ειρήνη. Γι’ αυτό άλλωστε δεν υπάρχουν γέροι στρατιώτες. Αυτοί που πολεμούν είναι οι νέοι, γιατί θέλουν κάτι να κατακτήσουν... μια γυναίκα, ή τη δόξα, ακόμα και τα χρήματα. Ετσι κι αλλιώς τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς μάχη».

«Η λογοτεχνία», αναγνωρίζει ο Παναγιωτόπουλος, «σου επιτρέπει να πείς πράγματα που δεν μπορείς να τα πείς στη ζωή. Να, στην «Ομολογία ενός δολοφόνου» του Γιόζεφ Ροτ που διάβασα πρόσφατα, ο ήρωας ομολογεί πως είναι κάθαρμα!».  Ο Γιόζεφ Ροτ θα βρίσκεται πιθανότατα πίσω και από την επόμενη ταινία του – φιλοδοξία του είναι να μεταφέρει τον «Θρύλο του αγίου πότη» στο σήμερα, ανάμεσα στους αστέγους της Αθήνας. Τον άλλο  Roth, τoν αμερικανό Φίλιπ Ροθ,  τον εκτιμά ως συγγραφέα αλλά δεν είναι είναι από τους αγαπημένους του. Απ’ αυτούς, αν έπρεπε να διαλέξει έναν, θα ήταν φιλόσοφος: «Ο  Σοπενάουερ! Το βιβλίο που έχω στο προσκεφάλι μου είναι η Κριτική της ελευθερίας της βουλήσεως. Μ’ έχει επηρεάσει  όσο λίγα». 

 «Η λογοτεχνία», αναγνωρίζει ο Παναγιωτόπουλος, «σου επιτρέπει να πεις πράγματα που δεν μπορείς να τα πείς στη ζωή. Να, στην «Ομολογία ενός δολοφόνου» του Γιόζεφ Ροτ που διάβασα πρόσφατα, ο ήρωας ομολογεί πως είναι κάθαρμα!»

Ο Παναγιωτόπουλος και τα βιβλία, πάνε μαζί. Στο πατρικό του, στο Χαλάνδρι, δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα, αλλά εκείνος, έφηβος, πήγαινε κάθε τόσο στον «Ευρυπίδη» και κοίταζε προσεκτικά στους πάγκους για να δεί ποιός έχει γράψει τι. «Οταν μετά στις παρέες γινόταν λόγος για την ‘Πείνα’, έκανα πως ρωτούσα: «του Χάμσουν;». Μόλις ακούγονταν τα «Αγουρα Χρόνια», πετιόμουν: «του Κρόνιν;». Με γοήτευαν αυτές οι παρέες, ήθελα πολύ να είμαι μέρος του κόσμου όπου συζητάνε για βιβλία και ταινίες, για ό,τι ναρκοθετεί δηλαδή την ανυπόφορη αλληλουχία μηχανικών κινήσεων που είναι η πραγματική μας ζωή. Δεν θεωρούσα, όμως, τους πνευματικούς ανθρώπους ανώτερους. Εξίσου καλά περνούσα και στα υπόγεια των πολυκατοικιών, κάνοντας γυμναστική με τους φίλους μου. Δεν υπήρχαν βαράκια τότε, απλώς παίρναμε κουτιά από κονσέρβες και τα γεμίζαμε με μπετόν...». Περισσότερα για κείνη την περίοδο επιφυλάσσεται να δώσει στο επόμενο βιβλίο του, το «Κόκκινο παλτό», κάτι σαν work in progress, γύρω από τις συνθήκες μέσα από τις οποίες προέκυψε το έργο του.

Λίγων σκηνοθετών η φιλμογραφία περιλαμβάνει τόσες μεταφορές λογοτεχνικών έργων όσο η δική του. Στο παναγιωτοπουλικό σύμπαν διασταυρώνονται ο Αλμπέρ Κοσερί (Οι τεμπέληδες της ευφορης κοιλάδας) με τον Δημήτρη Νόλλα (Ονειρεύομαι τους φίλους μου»), ο Σωτήρης Δημητρίου (Τα οπωροφόρα της Αθήνας) με τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο (Ο Εργένης), ενώ ο Μισέλ Φάις είναι από τους πιο σταθερούς συνεργάτες του, όπως ήταν κάποτε  ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Υπάρχουν κι άλλοι κινηματογραφιστές που γράφουν -ο Αχιλλέας Κυριακίδης, ο Λάκης Παπαστάθης, η Μαρία Γαβαλά, η Εύα Στεφανή- αλλά ο Παναγιωτόπουλος ισχυρίζεται πως δεν διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες: «Είναι πολύ αργά για κάτι τέτοιο, γεγονός ιδιαίτερα απελευθερωτικό. Τηρουμένων των αναλογιών, πάντως, η μοναξιά του συγγραφέα μπροστά στην άδεια σελίδα, είναι όση κι η μοναξιά του σκηνοθέτη σ’ένα γεμάτο πλατό». 

Τι σκέφτεται στο  «Τίποτα» για το σινάφι του; «Η τέχνη του ήταν ένας κόσμος όπου μπορούσε να κολυμπάει πιο άνετα αλλά κι εκεί τα φουσκωμένα εγώ, οι ανταγωνισμοί, η μετριότητα που αλαλάζει, οι δήθεν καλλιτεχνικές συμπεριφορές, τον αηδίαζαν. Οι παράγοντες ήταν πιο άσχετοι κι από τους ίδιους τους ζωγράφους. Δεν υπήρχε μια ομάδα, μια παρέα, ένα έντυπο που μπορούσες να βασιστείς στη γνώμη τους. Οι ειδικοί, περισσότερο από τους άλλους, ήταν ανίδεοι. Είχε τη βεβαιότητα ότι η οικονομική κρίση που μαστίζει την Ευρώπη και τον κόσμο ξεκίνησε από την κρίση στην τέχνη. Αν αυτοί που είναι η δουλειά τους δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το ωραίο από το άσχημο, πώς περιμένουν από τους άλλους να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό;».

Η έκδοση του βιβλίου θα τον βρεί σ’ ένα διαμέρισμα της Ηροδότου, κοντά στην Μαριάννα Σπανουδάκη πάντα, με τις έγνοιες που φέρνει η φθορά του σώματος συν τις οικονομικές που έφερε η κρίση. Ο Ζ. του βιβλίου του, δηλώνει «αριστεροδεξιός» και δείχνει να ντρέπεται, έτσι χωμένος που είναι στα δικά του βάσανα, βάσανα πολυτελείας σε σχέση με των διπλανών του. Ομως κι ο ίδιος ο Παναγιωτόπουλος αναρωτιέται: «Υπάρχει άνθρωπος μονάχα συντηρητικός ή μονάχα προοδευτικός; Προσωπικά, δεν έχω γνωρίσει κανέναν!». Στις τελευταίες εκλογές δεν πήγε να ψηφίσει. «Η πολιτική δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Οι άνθρωποι τα λύνουν. Κι όταν δηλώνουν πατριώτες όσοι έχουν τα λεφτά τους στο εξωτερικό, υπάρχει πρόβλημα, έτσι δεν είναι; Αν δεν αλλάξουμε εμείς, δεν αλλάζει τίποτα. Βρίσκω ικανοποιητική τη στάση αξιοπρέπειας που κρατά η κυβέρνηση. Ομως, κακά τα ψέματα, όποιος είναι χωμένος μέσα στο πρόβλημά του, βλέπει αλλιώς. Κάποιος που πεθαίνει στον Ευαγγελισμό, χέστηκε για την κρίση...». 

Το "Τίποτα" (εκδ. Τόπος) θα κυκλοφορήσει την επόμενη Δευτέρα 30 Μαρτίου

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

bernhard schlink

Πίσω ράφι / «Φανταζόσουν ότι θα έβγαινες στη σύνταξη ως τρομοκράτης;»

Το μυθιστόρημα «Το Σαββατοκύριακο» του Μπέρνχαρντ Σλινκ εξετάζει τις ηθικές και ιδεολογικές συνέπειες της πολιτικής βίας και της τρομοκρατίας, αναδεικνύοντας τις αμφιλεγόμενες αντιπαραθέσεις γύρω από το παρελθόν και το παρόν.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Φοίβος Οικονομίδης

Βιβλίο / Φοίβος Οικονομίδης: «Είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να σπάσουμε σε χίλια κομμάτια»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Γιακαράντες», ο Φοίβος Οικονομίδης, ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς συγγραφείς της νεότερης γενιάς, μιλά για τη διάσπαση προσοχής, την αυτοβελτίωση, τα κοινωνικά δίκτυα, το βύθισμα στα ναρκωτικά και τα άγχη της γενιάς του.
ΙΩΝΑΣ ΚΑΛΛΙΜΑΝΗΣ
Σερζ Τισερόν «Οικογενειακά μυστικά»

Το Πίσω Ράφι / «Το να κρατάμε ένα μυστικό είναι ό,τι πιο πολύτιμο και επικίνδυνο έχουμε»

Μελετώντας τις σκοτεινές γωνιές των οικογενειακών μυστικών, ο ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Σερζ Τισερόν αποκαλύπτει τη δύναμη και τον κίνδυνο που κρύβουν καθώς μεταφέρονται από τη μια γενιά στην άλλη.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Το ηθικό ζήτημα με τις μεταθανάτιες εκδόσεις με αφορμή το ημερολόγιο της Τζόαν Ντίντιον

Βιβλίο / Μεταθανάτιες εκδόσεις και ηθικά διλήμματα: Η Τζόαν Ντίντιον στο επίκεντρο

Σύντομα θα κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με τις προσφάτως ανακαλυφθείσες «ψυχιατρικές» σημειώσεις της αείμνηστης συγγραφέως, προκαλώντας ερωτήματα σχετικά με τη δεοντολογία της μεταθανάτιας δημοσίευσης έργων ενός συγγραφέα χωρίς την επίσημη έγκρισή του.
THE LIFO TEAM
Στα «Μαθήματα Ζωγραφικής» του Τσαρούχη αποκαλύπτεται όλος ο ελληνικός κόσμος

Ηχητικά Άρθρα / Γιάννης Τσαρούχης: «Η ζωγραφική μου θρέφεται από τη μοναξιά και τη σιωπή»

Στα εκπληκτικά «Μαθήματα Ζωγραφικής» του Γιάννη Τσαρούχη αποκαλύπτεται όλος ο ελληνικός κόσμος, από τις μινωικές τοιχογραφίες έως τα λαϊκά δημιουργήματα του Θεόφιλου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
George Le Nonce: «Εκτός από τα φέικ νιουζ, υπάρχει η φέικ λογοτεχνία και η φέικ ποίηση»

Ποίηση / George Le Nonce: «Εκτός από τα fake news, υπάρχει η fake λογοτεχνία και ποίηση»

Με αφορμή την έκδοση του τέταρτου ποιητικού του βιβλίου, με τίτλο «Μαντείο», ο Εξαρχειώτης ποιητής μιλά για την πορεία του, την ποίηση –queer και μη–, και για την εποχή του Web 2.0, αποφεύγοντας την boomer-ίστικη νοοτροπία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Χατζιδάκις, Ιωάννου, Χιόνης, Βακαλόπουλος, Κοντός: 5 βιβλία τους κυκλοφορούν ξανά

Βιβλίο / Χατζιδάκις, Ιωάννου, Χιόνης, Βακαλόπουλος, Κοντός: 5 βιβλία τους κυκλοφορούν ξανά

Μια σειρά από επανεκδόσεις αλλά και νέες εκδόσεις, που αφορούν ποιητές και λογοτέχνες που έχουν φύγει από τη ζωή μάς θυμίζουν γιατί επιστρέφουμε σε αυτούς, διαπιστώνοντας ότι παραμένουν, εν πολλοίς, αναντικατάστατοι.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Η νέα μετάφραση των «Μεταμορφώσεων» είναι ένας άθλος και εκδοτικό γεγονός.

Βιβλίο / Οβίδιος: Η νέα μετάφραση των «Μεταμορφώσεων» είναι ένας άθλος και εκδοτικό γεγονός

Ο κορυφαίος μελετητής του ρωμαϊκού κόσμου Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής ολοκλήρωσε την απόδοση στα ελληνικά των 12.000 στίχων του έργου του Οβίδιου, εκφράζοντας ταυτόχρονα τον άκρως μοντέρνο χαρακτήρα του ποιητή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Τροχιές»: Η Samantha Harvey κέρδισε πανάξια το Booker

Βιβλίο / «Τροχιές»: Η Samantha Harvey κέρδισε πανάξια το Booker

Με θέμα την καθημερινότητα έξι αστροναυτών σε έναν διεθνή διαστημικό σταθμό, το μυθιστόρημα που κέρδισε το Booker 2024 μόλις μεταφράστηκε στα ελληνικά, είναι ένα ποίημα για τον πλανήτη Γη και μας καλεί να τον εκτιμήσουμε ξανά.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
2000 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, ένα βιβλίο για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες γίνεται μπεστ-σέλερ

Βιβλίο / Ο Σουητώνιος του 69 μ.Χ. γίνεται ξανά μπεστ-σέλερ

Οι «Βίοι των Καισάρων», το εξόχως κουτσομπολίστικο βιβλίο που είχε γράψει ο Σουητώνιος για τον βίο και την πολιτεία της πρώτης σειράς των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, κυκλοφόρησε σε νέα μετάφραση και μπήκε στη λίστα με τα ευπώλητα των Sunday Times.
THE LIFO TEAM
«Αν δεν μας αρέσουν οι ηγέτες που ψηφίζουμε, ας κατηγορήσουμε τον εαυτό μας»

Βιβλίο / «Αν δεν μας αρέσουν οι ηγέτες που ψηφίζουμε, ας κατηγορήσουμε τον εαυτό μας»

Ο «ροκ σταρ ιστορικός των ημερών», ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και βραβευμένος συγγραφέας Peter Frankopan, μιλά στη LIFO για τους κινδύνους που απειλούν την Ευρώπη, τη Γάζα και την άνοδο της ακροδεξιάς.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Πένθος και ανάνηψη: Ο δικός μας Σαββόπουλος

Daily / Πένθος και ανάνηψη: Ο δικός μας Σαββόπουλος

Μια εικοσαετία μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, κυκλοφορεί ξανά σε αναθεωρημένη μορφή, η ενθουσιώδης, στοχαστική, λυρική μελέτη του έργου του σπουδαίου όσο και «πολωτικού» Έλληνα τραγουδοποιού από τον Δημήτρη Καράμπελα.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Ο Γιάννης και η φασολιά

Guest Editors / Ο Γιάννης και η φασολιά

Τέλη ’70, Αθήνα. Ένας νεαρός βουτάει στην ποίηση στη βιβλιοθήκη της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης. Οι στίχοι του Γιάννη Κοντού τον αγγίζουν. Χρόνια μετά, ως συγγραφέας πια, δημιουργεί μια λογοτεχνική σχέση που κρατά δεκαετίες, ανάμεσα σε εκδοτικούς οίκους, ταβέρνες και πρωινά τηλεφωνήματα.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ευκλείδης Τσακαλώτος: Οφείλουμε να είμαστε πιο ριζοσπάστες και ταυτόχρονα πιο ρεαλιστές, ακόμα κι αν αυτό ακούγεται σαν τετραγωνισμός του κύκλου!

Βιβλίο / Ευκλείδης Τσακαλώτος: «Οφείλουμε να είμαστε πιο ριζοσπάστες και ταυτόχρονα πιο ρεαλιστές στην αριστερά»

Μια πολιτική κουβέντα «εφ’ όλης της ύλης» με τον βουλευτή της Νέας Αριστεράς, πανεπιστημιακό και πρώην υπουργό Οικονομικών στο στούντιο της LiFO με αφορμή το «Μανιφέστο για μια βιώσιμη κοινωνία», το τρίτο του συγγραφικό πόνημα τα τελευταία χρόνια.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ