Ετυμολογία ΤΣΟΛΙ: < τουρκική çul (φόρεμα) < περσική جل (jull) < αραβική جل (jull)Ουσιαστικό τσόλι / ουδέτεροφτηνό ρούχο ή ύφασμαμεταφορικά: άνθρωπος ανάξιος λόγου, χαμηλού ηθικού, πνευματικού, κοινωνικού επιπέδουopen a Greek dictionary before you write about my tsoliaThanks and have a nice day