Πέρσι τέτοια εποχή πήραμε την πρώτη κακή είδηση, και από τότε κάθε εξέταση, κάθε φάκελος ήταν μια χειρότερη αλήθεια. Με ρώταγες αν θα γίνεις καλά και εγώ έλεγα ναι γιατί το πίστευα, μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής σου το πίστευα... έξι μήνες στα νοσοκομεία, στις θεραπείες, στα βράδια που δεν κοιμόσουν από τους πόνους, στην απελπισία, σιγά σιγά να σβήνεις, να χάνεις τον εαυτό σου. Προσπαθώ να θυμηθώ πώς ήσουν πριν την αρρώστια, πώς ήταν η ζωή μας και το σπίτι μας όταν όλα ήταν καλά, και καμιά φορά είναι τόσο δύσκολο... Άλλες φορές σε θυμάμαι να γελάς στην κουζίνα, να με κυνηγάς με τη ζακέτα μην κρυώσω, να διαβάζεις το βιβλίο σου στο μπαλκόνι, θυμάμαι την αγκαλιά σου και είναι σαν να είσαι εδώ. Όμως δεν είσαι. Βάζω και ακούω τα παλιά σου μηνύματα στον τηλεφωνητή του κινητού, γιατί φοβάμαι μήπως ξεχάσω τη φωνή σου... Μου λείπεις μαμά μου...