7. Η Αξία της Ανθρώπινης ΖωήςΤο πρόβλημα της επιμέτρησης της αποζημίωσης είναι ένα ακόμα ζήτημα στο οποίο η οικονομική ανάλυση έχει πολύ μεγάλη συνεισφορά. Όπως θα παρατηρήσουμε στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αποζημιώσεις που συνιστά η οικονομική ανάλυση του δικαίου είναι πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που δίνουν τα δικαστήρια στην Ελλάδα και αλλού (Vliamos and Hatzis 2009). Ο λόγος είναι απλός: οι οικονομολόγοι έχουν καταλληλότερα εργαλεία για μία ακριβέστερη μέτρηση. Ένα πρόσφατο πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα αφορά την πλέον προβληματική ίσως περίπτωση επιμέτρησης αποζημίωσης, την αποζημίωση του θύματος σε περίπτωση ατυχήματος. Ποια είναι η αξία της ανθρώπινης ζωής; Μέχρι πρόσφατα, τα αμερικάνικα δικαστήρια επιμετρούσαν την αποζημίωση των θυμάτων, υπολογίζοντας κυρίως τη σημερινή αξία του μελλοντικού εισοδήματός τους που θα χαθεί λόγω του ατυχήματος. Ο Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Harvard, Kip Viscusi, πρότεινε έναν καλύτερο τρόπο: ο Viscusi (2004) προσπάθησε να βρει πόσο τα ίδια τα άτομα αξιολογούν τη ζωή τους ή, ακριβέστερα, πόσα χρήματα ζητούν για να τη θέσουν σε κίνδυνο. Είδε, λοιπόν, ότι στις ΗΠΑ τα άτομα πληρώνονται σε επικίνδυνες εργασίες περίπου $700 επιπλέον τον χρόνο για την αύξηση κατά 0,01% (δηλαδή 1/10.000) της πιθανότητας θανάτου από ατύχημα. Αυτό σημαίνει ότι αξιολογούν την ανθρώπινη ζωή (κατά μέσο όρο στη συγκεκριμένη, την αμερικανική κοινωνία) σε $7 εκ. δολάρια για τους άνδρες και $8.5 εκ. για τις γυναίκες (που προφανώς αξιολογούν τη ζωή τους περισσότερο!). Δηλαδή, τουλάχιστον 14 φορές παραπάνω από το ανώτερο ποσό που έδιναν μέχρι πρόσφατα τα δικαστήρια ($500.000). Τα τελευταία χρησιμοποιούν κάθε μέρα και πιο εκτεταμένα τις μελέτες της ομάδος Viscusi (βλ. επίσης Viscusi and Aldy 2003), ενώ πρόσφατα ο Νομπελίστας Οικονομικών, Joseph Stiglitz, τις χρησιμοποίησε για να μετρήσει το πραγματικό κόστος του πολέμου στο Ιράκ για τις ΗΠΑ (Stiglitz and Bilmes 2008).Ένα άλλο σημαντικό ερώτημα στο δίκαιο της αποζημίωσης είναι το ποιος είναι ο σκοπός της αποζημίωσης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η φύση της ποινικής ρήτρας. Στην ελληνική θεωρία και νομολογία, είναι κρατούσα η άποψη ότι η ποινική ρήτρα αποτελεί ιδιωτική αστική ποινή. Η άποψη αυτή βασίζεται στη διάταξη ΑΚ 405 § 2, σύμφωνα με την οποία «η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμα ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία». Όμως, ο κανόνας αυτός έχει έναν και μόνο σκοπό, την υποστήριξη της λειτουργίας της σύμβασης ως μηχανισμού κατανομής του κινδύνου. Εάν δεν καταπέσει η ποινική ρήτρα ανεξάρτητα της ύπαρξης ζημίας, όταν τα μέρη θα διαπραγματεύονται τη σύμβαση και δεν θα γνωρίζουν τους πιθανούς κινδύνους ex ante, δεν θα έχουν άλλον τρόπο να κατανείμουν ενδοσυμβατικά το προσδοκώμενο κόστος του κινδύνου (Hatzis2002). Αυτό διαισθάνεται ο Μιχάλης Σταθόπουλος, όταν γράφει ότι «η ποινική ρήτρα παρουσιάζει ομοιότητες με την εγγύηση και τις εμπράγματες ασφάλειες» (2004: 1254).Πηγή: http://users.uoa.gr/~ahatzis/Hatzis_EfimDD.pdf