Αθηνέζος/Αθηνέζα <κατά το κινέζος/κινέζα, βερολινέζος/βερολινέζα> εικοσάρης κάτοικος Αθήνας, συχνάζει στα in στέκια της πόλης, το παίζει λίγο εναλλακτικός και λίγο χίπστερ
Σχολιάζει ο/η
Scroll to top icon