Μα, τι "δεν νομίζεις να έχει αρνητικό χαρακτήρα", τα αυτονότητα θα λέμε τώρα;-ίκι 1 [íki] : επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει, συχνά μειωτικά, το επάγγελμα, την ιδιότητα ή την ασχολία που έχουν σχέση με το σημαινόμενο από την πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ιλίκι): (δάσκαλος) δασκαλίκι, (υπάλληλος) υπαλληλίκι. || (αλκοόλ) αλκοολίκι, (θεριακλής) θεριακλίκι. [τουρκ. -lik (δες στο -ιλίκι), σε τουρκ. λ. με θ. σε [l], δηλ. διπλό [ll] που στα ελλην. γίνεται μονό: τουρκ. hamallιk > χαμαλ-ίκι (χαμάλ-ης) και επέκτ. σε άλλες λ. με θ. σε [l] : δασκαλ-ίκι (< δάσκαλ-ος)] -ιλίκι [ilíki] & -λίκι [líki] : επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει συχνά μειωτικά το επάγγελμα, την ασχολία ή την ιδιότητα που έχουν σχέση με το σημαινόμενο από την πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ίκι 1): (βουλευτής) βουλευτιλίκι, (δικηγόρος) δικηγοριλίκι, (καθηγητής) καθηγητιλίκι, (υπουργός) υπουργιλίκι, (μασκαράς) μασκαραλίκι. [τουρκ. -lik -ι: μασκαρα-λίκι < τουρκ. maskaralιk, ιδίως σε λ. τουρκ. προέλ. με θέμα σε [i] : νταη-λίκι < dayιlιk, μπεκρ-ιλίκι < bekrilik, με επέκτ. σε λ. χωρίς θέμα σε [i] : καραγκιοζ-(ι)λίκι < karagözlük, ζορ-ιλίκι < zorluk και τελικά σε λ. όχι τουρκ. προέλ.: υπουργ-ιλίκι (< υπουργ-ός)] http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA.&loptall=true&dq=όσο για το "αραλίκι", προφανώς, δεν έχει και την θετικότερη σημασία (ως απραξία, νοθρώτητα, τεμπελιά).Λες "Γιατί να αρχίσουμε να ανακατεύουμε τη τράπουλα σε κάτι δεδομένο κι επιτυχημένο;"Γιατί κάποι@ εξ ημών ενοχλούνται. Γι' αυτό.(και η "Απάντηση στο σχόλιο" εκ δεξιών, είναι βολική)
Σχολιάζει ο/η
Scroll to top icon