ποπό [popó] & πόπο [pópo] επιφ. : (οικ.) δηλώνει έκπληξη, θαυμασμό, φόβο, απορία: ~ τι πάθαμε! [ηχομιμ. (πρβ. αρχ. πόποι)] (λεξικό της κοινής νεοελληνικής, τριανταφυλλίδου)Η Μαντόνα, φυσικά, και προωθούταν ως "σέξυ" και γι' αυτό τα περιοδικά κ.λπ. ασχολιόντουσαν μαζί της με ανάλογες φωτογραφίσεις. Απλά -φυσικά- τα γούστα μεταλλάσσονται και πολλές φορές επιβάλλονται εμπορικά, με αποτέλεσμα κάποιοι να μην βρίσκουν σέξυ κάτι που έβρισκαν παλιότερα σέξυ ή νεότερα άτομα να μην βρίσκουν σέξυ αυτό που οι παλαιότεροι έβρισκαν σέξυ.1+1=2."Άλλωστε εκείνα τα χρόνια - και όχι μόνο - το να λες ότι είσαι κομμουνιστής- στρια ήταν μόδα. Γνωστό άλλωστε ότι τα παιδιά της Παπαρήγα σπούδασαν στο Αμερικανικό Κολέγιο"Πρώτον: Η Παπαρήγα έχει ένα (1) τέκνο. Δεν γνωρίζω και δεν με ενδιαφέρει, ιδιαίτερα, πώς προσδιορίζεται πολιτικώς η Βασιλεία Παπαρήγα, αλλά δεν (θα έπρεπε να) είναι αυτονόητο ότι αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνίστρια. Δεύτερον -εκτός κι αν κάνεις πλάκα- αυτό που μόλις είδα ήταν απ' τα πιο fucklogic επιχειρήματα που έχω συναντήσει (τύπου αστυνομικός= μπουζούκι επειδή και τα δύο είναι όργανα).
Σχολιάζει ο/η
Scroll to top icon