το κάφρος πάντως θα το επαναλάβω γιατί δεν το θεωρώ ακραία λέξη κάφρος αρσενικό κάποιος που δρα χωρίς να λαμβάνει υπ' όψη του τα συναισθήματα η την ενόχληση των άλλων ο κάφρος είπε ότι θα με περίμενε στη στάση του λεωφορείου αλλά τελικά πήγε για καφέ μου πήρε 10 ευρώ για να με βοηθήσει με την άσκηση του σχολείου! Πολύ κάφρος! στο φουαγιέ έχει πινακίδες που απαγορεύουν το κάπνισμα αλλά οι κάφροι τις έχουν γραμμένες στα παλιότερα των υποδημάτων τους