Κάποτε, πιτσιρικάς ήμουν, για κάποια καλοκαίρια δούλεψα σε ένα εστιατόριο της Ομόνοιας ως βοηθός σερβιτόρου. Κατά διαστήματα πήγαινα και στην κεντρική αγορά μαζί με τον μάγειρα για να τον βοηθήσω στο κουβάλημα. Κάποια στιγμή ζήτησα δουλειά εκεί. Τα λεφτά ήταν πολύ καλύτερα. Φόρτωνα-ξεφόρτωνα. Γνώρισα πολύ ωραίους ανθρώπους. Λαϊκοί, μπεσαλήδες, πονεμένοι, γελαστοί, πάντα περήφανοι. Οι κουβέντες τους ορθές-κοφτές. Λίγες οι λέξεις τους όχι όμως μασημένες, με πραγματικό νόημα. Ήξεραν τα πράγματα, είχαν άποψη και την λάμβανες πάντα υπ' όψιν. Ποτέ κανείς δεν διανοήθηκε να με ρίξει στην πληρωμή. Η συμφωνία ήταν συμφωνία. Πολλές φορές το χέρι τους έμπαινε βαθύτερα στην τσέπη και το μεροκάματο ήταν μεγαλύτερο. Ποτέ λιγότερο. «Να σπουδάσεις, να γίνεις άνθρωπος. Όχι όπως εμάς», μου έλεγαν. Κάποια στιγμή σπούδασα. Γνώρισα και δούλεψα με ανθρώπους σπουδαγμένους, μορφωμένους, καλοντυμένους. Εκείνοι πολλές φορές τα λόγια τους δεν τα τήρησαν. Το πρώτο που είχαν στο μυαλό τους ήταν πως θα σε ρίξουν. Και από πάνω σου ζητούσαν και τα ρέστα. «Αν σου αρέσει...», έλεγαν. Πολλές φορές θυμάμαι τους ωραίους ανθρώπους της αγοράς και αναρωτιέμαι αν κατάφερα να γίνω άνθρωπος όπως είναι εκείνοι.
Σχολιάζει ο/η
Scroll to top icon