Συνεχώς επανέρχεται στα blog το επιχείρημα ότι η εκπαίδευση ξεναγών πλέον είναι «πανεπιστημιακού επιπέδου», ενώ προηγουμένως ήταν λιγότερο υψηλό (σταχυολογώ, και παραθέτω αυτλεξεί το σχόλιο goldfinch 1.8.2014 | 16:04: «Αντιθέτως, τα 2.5 έτη φοίτησης αντικαθίστανται πλέον από 4 χρόνια φοίτησης σε πανεπιστημιακό επίπεδο (ή και περισσότερα αν κάποιος έχει μεταπτυχιακές σπουδες) συν την δίμηνη σεμιναριακή εκπαίδευση. Τα νέα προγράμματα απευθύνονται σε αποφοίτους πανεπιστημίου και όχι σε αποφοίτους λυκείου. Είναι αστείο να γράφεται ότι το πρόγραμμα των σχολών ξεναγών ήταν δυνατόν να ξεπερνά ένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα σπουδών... » Πηγή: www.lifo.gr"). Σε πολλές παραλλαγές, αυτή είναι η βασική επωδός των όσων υπερασπίζονται την κατάργηση –ουσιαστικά- των σπουδών ξεναγικής εκπαίδευσης, και την αντικατάστασή τους απο δίμηνα ταχύρρυθμα σεμινάρια «επιμόρφωσης».- Δεχτείτε ότι πάνω από το 90% των σπουδαστών των Σχολών Ξεναγών ήταν επιλέον ήδη κάτοχοι πτυχίων, μεταπτυχιακών, ενίοτε και διδακτορικών. Οι ελάχιστοι απόφοιτοι Λυκείου που τα κατάφερναν να ανταπορκιθούν, συχνά συνέχιζαν κατόπιν τις σπουδές τους... Για τις τελευτές τουλάχιστον δύο δεκαετίες, από το ’90 και εξής), το «μεταλυκειακό επίπεδο» των σπουδών αυτών είναι πρόφαση, και μύθος αναντίστοιχος προς την πραγματικότητα... Εάν αναγάγετε τις εντατικές ώρες μαθημάτων των 2,5 ετών σε κλίμακα τετραετίας, αγγίζετε ή και ξεπερνάτε τις διδακτικές ώρες ενός πτυχίου ΑΕΙ. Στα οποία, έως πρότινος που «έσφιξαν» λίγο οι έλεγχοι του Υπουργείου Παιδείας, ένα εξαμηνιαίο μάθημα μπορεί να εξαντλούνταν σε οκτώ ή εννέα διδακτικές εβδομάδες (αντί των 13 ή 14 που πλέον ορίζει ο νόμος, δηλαδή περί τις 39 διδακτικές ώρες ανά μάθημα). Μια η απεργία, μια η κατάληψη, μια η εθνική εορτή, βράσε ρύζι... Μπορώ να θυμηθώ προσωπικό βίωμα, της πρώιμης δεκαετίας του ενενήντα, από μεγάλο ΑΕΙ της χώρας: κεντρικό μάθημα αρχαιολογικής κατεύθυνσης δεν διδάχθηκε ούτε μια φορά από τον υπεύθυνο καθηγητή... Προσερχόμουν κάθε εβδομάδα, καθώς προηγουμένως παρακολουθούσα άλλο μάθημα. Δεν υπήρξε ούτε ανακοίνωση, ούτε έλειπε ο καθηγητής με άδεια. Απλώς, δεν ερχόταν... Κανείς δεν ξεσηκώθηκε. Στο τέλος, οι εξετάσεις έγιναν, τα θέματα μπήκαν βάσει της ορισθείσας ύλης. Τις διεξήγαγε συνάδελφος διδάσκων/ουσα, και σαν να μην έτρεχε τίποτα στο αμφιθέατρο, όλοι προσήλθαν κανονικά. Πήρα 10 –θυμάμαι- στο μάθημα αυτό, ακόμη το θυμάμαι, είναι το πιο αστείο μου δεκάρι...Δεχτείτε την μαρτυρία ατόμου που συνδυάζει και τις δύο ιδιότητες, τόσο του Διπλωματούχου Ξεναγού, όσο και του Αρχαιολόγου (σε επίπεδο διδακτορικού): οι σπουδές στη Σχολή Ξεναγών ήταν απολύτως εφάμιλλες, και πολύ πιο εστιασμένες και συστηματικές απ'όσο στο πανεπιστήμιο. Οι περισσότεροι διδάσκοντες στη δική μου "Σχολή" είναι σήμερα μέλη ΔΕΠ ελληνικών ΑΕΙ. Όλοι μας έχουμε να θυμόμαστε τις πολύτιμες γνώσεις που αποκομίσαμε από αυτήν την εξαιρετική εμπειρία φοίτησης, και ας μην ήταν τύποις διαβαθμισμένη η σχολή. Στα ΑΕΙ επικρατεί πλέον μεγάλη ελευθερία στην επιλογή μαθημάτων, δεν υπάρχουν πολλά προαπαιτούμενα μαθήματα κορμού, γραμμική και συνολική σφαιρική κατάρτιση. Ο φοιτητής εξειδικεύεται ήδη από το 3ο έτος σπουδών του, και συνεχίζει με μια εν πολλοίς ερευνητική λογική. Η συμμετοχή σε ανασκαφές είναι επιλεκτική (και είναι άλλη μια πονεμένη ιστορία). Επίσης, επικρατεί ο "αναστοχασμός", που συχνά αφήνει στην άκρη τη διδασκαλία βασικών γνώσεων υποδομής. Εύκολη η κριτική και η αποδόμηση, αλλά επι ποίας βάσης; Λέμε τώρα... Αλήθεια, σε πόσα ΑΕΙ διδάσκεται συστηματικά η μνημειακή τοπογραφία, η ιστορία διαχρονικά και ισότιμα για όλες τις περιόδους; Ποιός εξασφαλίζει ότι ο κάθε πτυχιούχος τα έχει παρακολουθήσει όλα αυτά, και επιπλέον, ότι δεν πήρε το πτυχίο του με το «δημοκρατικό πέντε» και κατόπιν εισέρχεται με κοινωνικά μόρια στα σεμινάρια; Στα περισσότερα μαθήματα η παρακολούθηση είναι προαιρετική, και οι σημειώσεις δίνουν και παίρνουν στα φοιτητικά τραπεζάκια, ιδίως παλαιότερα... Λόγω κρίσης και κατάρρευσης της κομματικής αίγλης, τελευταία έχουν κάπως ατονήσει, όχι όμως εξαφανιστεί... Δεν είναι όλοι οι πτυχιούχοι αριστούχοι, ή σχετικοί με αυτό που σπούδασαν. Υπάρχουν βέβαια και οι άριστοι, πάντα και παντού θα υπάρχουν... Αλλά η απλοϊκή αναγωγή του κάθε «πτυχιούχου» σε εν δυνάμει ειδήμονα, δίχως επιπλέον ουσιαστική επιμόρφωση, δεν μπορεί να πείσει κανέναν ότι γίνεται με καλές προθέσεις, πέραν της επιβολής της μετριότητας και της κατάργησης των δυσκολιών που συνεπάγεται πάντοτε η στόχευση των αυξημένων προσόντων.Το πρόγραμμα σπουδών των Σχολών Ξεναγών, δημιούργημα εμπειρίας πολλών δεκαετιών, με επιστημονικούς διευθυντές πρωτοβάθμιους καθηγητές ΑΕΙ διεθνούς κύρους, ήταν προσαρμοσμένα σε μια λογική εξερεύνησης και hands-on εκπαίδευσης στα μνημεία, στα αξιοθέατα, στα τοπία φυσικού κάλλους, στη γεωγραφία του τόπου, σε κάθε δυνατόν πτυχή πολιτισμικού ενδιαφέροντος. Πέραν των πολλών θεωρητικών μαθημάτων, οι 100 και πλέον ημέρες ταξιδίων και εκδρομών προσέφεραν αυτό που σε ΚΑΝΕΝΑ ΑΕΙ της χώρας δεν προσφέρεται στους φοιτητές Αρχαιολογίας & Ιστορίας: την εντατική επίσκεψη στα μνημεία, συστηματική και πλήρη, από άκρη σε άκρη της πανέμορφης και πλούσιας χώρας μας... και όχι μόνο στα μνημεία, αλλά και στους τόπους, τις σύγχρονες πόλεις και στους οικισμούς (όπως π.χ. Πομακοχώρια Θράκης, χωριά Πρεσπών, παραδοσιακούς οικισμούς Σάμου, καραβοστάσια και ταρσανάδες, και διάφορα άλλα...). Και αυτό αποσιωπάται συστηματικά στα επιχειρήματα όσων προσπαθούν να μειώσουν της αξία της παραδοσιακής εκπαίδευσης των ξεναγών... Δεν έχουν όλοι «οι απόφοιτοι των ΑΕΙ διδαχθεί την πολλαπλάσια ύλη των σχολών ξεναγών», σε καμμία περίπτωση... Οι «κρατικές μη διαβαθμισμένες σχολές» παρείχαν δωρεάν εκπαίδευση, κυρίως για ένα σπουδαστικό κοινό ήδη πτυχιούχων. Και μόνο εκεί μπορεί να μιλάμε πράγματι για «μάθηση», εφόσον υπήρχε και ο αναγκαίος χρόνος αφομοίωσης της γνώσης, όχι στα ταχύρρυθμα σεμινάρια που λειτουργούν υπό εξαντλητικούς και εντελώς αντιεκπαιδευτικούς ρυθμούς. Fast food – slow food, fast tourism – slow tourism, fast school – slow school..., θα έλεγα, και ας κρίνει ο αναγνώστης τι είναι το καλύτερο και πιο ποιοτικό.Στην Ελλάδα, αυτό το στοιχείο της Σχολής Ξεναγών (που αποκαλείται απλουστευτικά «πρόγραμμα στοιχειώδους ή μεταλυκειακής εκπαίδευσης» από τους εμπνευστές των ρηξικέλευθων αλλαγών) ήταν ΑΠΟΛΥΤΑ ΜΟΝΑΔΙΚΟ. Μπορούσε να συγκριθεί μόνο με το μοναδικής σύλληψης Reisestipendium του DAI (Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο), ή με το πρόγραμμα ταξιδίων των μελών της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα. Μακάρι να είχαν τη δυνατότητα τα ελληνικά ΑΕΙ να προσφέρουν ένα τόσο πλούσιο πρόγραμμα εκδρομών στους φοιτητές τους. Δεν είναι πρακτικά και οικονομικά εφικτό, ωστόσο αυτό το μικρό θαύμα συντελούνταν για χρόνια στις αδιαβάθμητες-πλην όμως υψηλότατου επιπέδου- σχολές ξεναγών του ΕΟΤ/ΟΤΕΚ, ή όπως αλλιώς κατά εποχές ονομαζόταν. Και φυσικά, ΚΑΝΕΝΑΣ δεν μπορεί να είναι παντογνώστης, αλλά η σφαιρική γνώση της χώρας είναι απαραίτητη ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ για να μπορεί κανείς να μιλήσει με κύρος και γνώση για οποιοδήποτε θέμα, ακόμη και την αρχιτεκτονική του μεσοπολέμου, τους λογοτεχνικούς περιπάτους ή άλλα «εναλλακτικά θέματα». Διότι η περαιτέρω εξειδίκευση είναι εφικτή, και φυσικά επιθυμητή, όταν κανείς έχει το βασικό υπόβαθρο, που είναι πρωτίστως η ενδελεχής γνώση της ΧΩΡΑΣ, της ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ.Η παραδοχή της διαφορετικής προσέγγισης στα εκπαιδευτικά σεμινάρια ξεναγών από κάθε ΑΕΙ που πιλοτικά και πειραματικά τα υλοποιεί, δείχνει και την ανομοιογένεια στην εκπαίδευση που θα προκύψει από αυτά... Ο βασικός κορμός γνώσεων δεν διδάσκεται, αλλά τα μαθήματα προσαρμόζονται στα διαθέσιμα στην περιοχή μνημεία και αξιοθέατα. Η προσθήκη και εισαγωγή νέων μαθημάτων και διδακτικών μεθόδων (όπως μουσειοπαιδαγωγική π.χ.) είναι απολύτως θεμιτή, κανείς δεν υποστηρίζει το αντίθετο, τα πράγματα αλλάζουν και εξελίσσονται. Είναι ορθό ότι χρειάζεται η επεξεργασία ενός νέου οράματος, ο εμπλουτισμός των μνημείων της διδακτέας ύλης ή η αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων, η επαύξηση ωρών διδασκαλίας για το αστικό τοπίο, τη λογοτεχνία, την βιομηχανική ιστορία και άλλα πολλά... Η ιδέα δημιουργίας νέων ομάδων με εναλλακτικές προτάσεις είναι θετική, δίχως αμφιβολία. Είναι σίγουρο ότι και πολλοί ξεναγοί θα ενδιαφέρονταν για μια συστηματική δια βίου μετεκπαίδευση, το πράττουν εξάλλου ήδη με τα υψηλού επιπέδου ετήσια πολυήμερα επιμορφωτικά σεμινάριά τους. Η αναμφισβήτητη ανάγκη αναμόρφωσης και ανανέωσης του προγράμματος σπουδών δεν δικαιολογεί ωστόσο το εκ βάθρων ξερίζωμα της παλαιάς συστηματικής εκπαίδευσης, και την αντικατάστασή του με μια ΑΓΟΡΑΙΑ άδεια, που πίσω από την επίφαση της «πρωτοτυπίας» αποκρύπτει την απόλυτη κατάργηση του βασικού κορμού της εκπαιδευτικής διαδικασίας... Πολλές ειδικότητες προϋποθέτουν μεταπτυχιακές σπουδές, πέραν του πτυχίου: για παράδειγμα, οι μουσειολόγοι ή οι διαχειριστές πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ελλάδα –για την ώρα- εκπαιδεύονται σε επίπεδο μεταπτυχιακού (δεν αναφέρομαι εδώ στα λίγα τμήματα πολιτιστικής διαχείρισης προπτυχιακού επιπέδου, που ωστόσο έχουν ακόμη ελλείψεις και ζητήματα επαγγελματικών δικαιωμάτων και κατάρτισης στις βασικές κατευθύνσεις). Αυτές οι μεταπτυχιακές σπουδές διαρκούν 1-2 έτη. Πώς θα φαινόταν στους μουσειολόγους εάν ο κάθε αρχαιολόγος θα μπορούσε να αποκτήσει την εξειδίκευση μουσειολόγου με ένα δίμηνο ταχύρρυθμο σεμινάριο; Θα επέτρεπαν οι ειδικοί κεραμικών αναλύσεων, ή οι γνώστες εφαρμοσμενων gis, ή οι διαχειριστές πολιστικής κληρονομιάς να πιστοποιούνται ταχύρρυθμα αρχαιολόγοι ή ιστορικοί στις ειδικότητές τους, δίχως εξειδικευμένες σπουδές; Μην υποκρινόμαστε λοιπόν ότι η ειδικότητα του ξεναγού είναι τόσο εύκολη, ή ότι το πολιτιστικό προϊόν της χώρας μας τόσο απλό, ώστε αυτό να αφομοιώνεται πλήρως σε ένα δίμηνο... Απλώς βρισκόμαστε σε κρίση, και ξαφνικά η άδεια ξεναγού έγινε πιο περιζήτητη από ποτέ.Η κατάργηση του παλαιού διετούς (2,5 για την ακρίβεια) μοντέλου σπουδών έχει μια πολύ απλή εξήγηση, που τεχνιέντως αποκρύπτεται μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση: η διάρκειά της, που κοστίζει σε χρόνο, όπως και το υψηλό κόστος της...! Μια πλήρης εκπαίδευση που παλαιότερα προσφερόταν δωρεάν, σήμερα έπαψε να προσφέρεται ελεύθερα, αλλά διατίθεται έναντι υψηλού αντιτίμου, στο ένα δέκατο της διάρκειας (διότι και οι σπουδές στις Σχολές Ξεναγών ήταν «εντατικές», με καθημερινά επτάωρα μαθήματα, συν επισκέψεις σε μουσεία τα απογεύματα και τα σαββατοκύριακα...), και χωρίς τον βασικό εκπαιδευτικό κορμό, που ήταν τα ταξίδια σε ΟΛΗ την επικράτεια. Σήμερα επιστρέφουμε κατά βάσει σε μια συνοπτική εκδοχή της τοπικής εκπαίδευσης ξεναγών, άλλοι στη Θεσσαλονίκη, άλλοι στην Αθήνα, άλλοι στην Κέρκυρα, τη Μυτιλήνη ή την Καλαμάτα. Το μοντέλο αυτό είχε εγκαταληφθεί από τη δεκαετία του ’90... Ποιός σπουδαστής διμήνου από την Καλαμάτα θα επισκεφτεί άραγε τη Βεργίνα στο πλαίσιο της εκπαίδευσής του; Ποιός σπουδαστής από τη Μυτιλήνη θα γνωρίζει σε βάθος το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το Μουσείο Ακροπόλεως, τη Φαιστό (για να περιοριστώ στα αμιγώς αρχαιολογικά). Τι ακριβώς θα γνωρίζει π.χ. για το έργο του Βαλσαμάκη ή του Πικιώνη στην Αττική ένας απόφοιτος του Ιστορικού Ιωαννίνων, που παρακολούθησε το δίμηνο ταχύρρυθμο πρόγραμμα στη Μυτιλήνη, με εκπαιδευτικές εκδρομές που υλοποιήθηκαν στη γείτονα χώρα, στην Πέργαμο και αλλού; Αντιλαμβάνεστε ότι υπάρχουν πτυχιούχοι αρχαιολόγοι που δεν έχουν ποτέ επισκευτεί σημαντικά αρχαιολογικά μνημεία της Αττικής; Πώς μπορεί ένας ξεναγός στην Αττική να μιλήσει για τον ναό του Σουνίου, όταν δεν έχει επισκεφτεί καν την Αίγινα; Για ποιά δεδομένη γνώση μιλάμε εδώ; Πώς θα ξεναγήσει κανείς σωστά τον Μυστρά, όταν δεν τον έχει ποτέ επισκεφτεί; Όποιος τα παραβλέπει αυτά, απλά υποστηρίζει την ισοπέδωση και την εύκολη γνώση... Υπάρχουν easy german, easy chinese; Δυστυχώς, όχι ακόμη...Αυτή η αλήθεια αποκρύπτεται πίσω από μια δήθεν «νέα εκπαιδευτική πρόταση», «εναλλακτική προσέγγιση» κτλ. Υπάρχει μια βασική και αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα, που συνίσταται στο ότι η ουσιαστική γνώση αποκτάται αργά, με τον χρόνο. Οι απόφοιτοι των ΑΕΙ έχουν σπουδάσει με άλλο σκεπτικό, σε καμία περίπτωση δεν έχουν με το βασικό τους πτυχίο τη σφαιρικότητα της γενικής γνώσης που χρειάζεται για έναν καταρτισμένο ξεναγό. Φυσικά, μπορούν να επεξεργαστούν κάποιες εναλλακτικές ξεναγήσεις, να οργανώσουν αστικούς περιπάτους, να επιδοθούν στην αφήγηση, στην απαγγελία, στην θεατρική προσέγγιση πρωτότυπων θεματικών. Πολλοί εξάλλου τα κάνουν έτσι και αλλιώς, σε μια αγορά εξαιρετικά πολυσύνθετη και διαφοροποιημένη. Όλα αυτά είναι επίκαιρα, πρωτότυπα και οπωσδήποτε θα έχουν μερίδιο ανταπόκρισης στην αγορά. Αλλά αυτό είναι διαφορετικό από το έργο του σφαιρικά καταρτισμένου ξεναγού, που μπορεί επιπλέον να αντιμετωπίσει και την «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού, που είναι –ακόμη- οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μεγάλα μνημεία της χώρας. Είναι ανέφικτο να εκπαιδευτεί κανείς με πληρότητα, επί τόσο πολλών θεμάτων, σε ένα δίμηνο, όσο πυκνό και εντατικό και αν είναι το πρόγραμμα... Κατ’εμέ, υπάρχει μόνο μια ορθή μακροπρόθεσμα λύση: η μετακίνηση της εκπαίδευσης ξεναγών σε επίπεδο μεταπτυχιακών σπουδών, στα ΑΕΙ (εφ’όσον οι Σχολές Ξεναγών για λόγους κόστους έκλεισαν και η Ρόδος δεν μπορεί να αποτελέσει πειστική λύση, καθώς το επιβαρμενο κόστος των ταξιδίων με έδρα ένα νησί αποκλείει εκ των προτέρων κάθε επαναφορά του προγράμματος εκδρομών), με ετήσια τουλάχιστον διάρκεια, για εντατικό πλήρες πρόγραμμα ταξιδίων. Θα μπορούσαν πράγματι οι διδασκαλίες δεδομένων παρατακτικών πληροφοριών να περιοριστούν δραστικά -ζούμε στην εποχή του internet και την ελεύθερης κυκλοφορίας της γνώσης- αλλά τα βιωματικά μαθήματα, τα ταξίδια, η εξοικείωση με μνημεία, μουσεία, τόπους, διαδρομές και τοπία θα έπρεπε να επανέλθουν πολύ πιο εντατικά. Και στο τέλος η άδεια να δίδεται κατόπιν σοβαρών τελικών εξετάσεων, που να ελέγχουν το βασικό έστω επίπεδο γενικών γνώσεων για την τουριστική τοπογραφία της χώρας. Αυτήν, που τώρα θεωρείται δεδομένη. Αφού όλα είναι γνωστά, γιατί να μην υπάρξει και μια τελική εξέταση για την απόκτηση της επαγγελματικής άδειας;Τέλος, η απλή πιστοποίηση γνώσης των ξένων γλωσσών δεν αρκεί... Ο ξεναγός χρειάζεται άριστη προφορική χρήση της γλώσσας, που σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζεται από την κατοχή ενός Proficiency. Παλαιότερα, η άριστη γνώση της γλώσσας ήταν προαπαιτούμενο για την εισαγωγή στη σχολή. Τουλάχιστον θα έπρεπε να επανέλθει κάποιου τύπου εξέταση, που να ελέγχει την ικανότητα ελεύθερης έκφρασης και χειρισμού της ξένης γλώσσας, είτε κατά την εισαγωγή είτε μέσα στο πρόγραμμα σπουδών (ξενόγλωσσσες ασκλησεις ξενάγησης). Διότι όσο και αν αναπτυχθεί ο εγχώριος τουρισμός –μακάρι!- δεν παύει ο κύριος όγκος των ξεναγούμενων πελατών να είναι, ακόμη, ξένοι. Και δεν μπορεί να μιλά κανείς για πολιτισμό όταν δεν κατέχει σε ικανοποιητικό βαθμό τον προφορικό λόγο.Βρισκόμαστε σε κρίση, και ο τουρισμός εμφανίζεται ως πανάκεια, ως μοναδική ρεαλιστική λύση για την ανάκαμψη της χώρας. Ας τον αντιμετωπίσουμε επιτέλους με σοβαρότητα και ποιότητα, σε συνεργασία με έμπειρους ανθρώπους που γνωρίζουν τον χώρο σε βάθος, είναι επαγγελματίες. Οι αυτοσχεδιασμοί και τα πειράματα μπορεί να αναδείξουν δημιουργικά στοιχεία, αναμφισβήτητα, αλλά ας συνδυαστούν με μια σοβαρή διαμόρφωση των εκπαιδευτικών υποδομών, ρεαλιστικά προσαρμοσμένων στην πολύπλοκη, πλούσια φυσιογνωμία της χώρας μας... Ας μην γίνει η ποιοτική εκπαίδευση των ξεναγών, ενός ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ για την προβολή του εγχώριου πολιτισμού, βορρά στους ανταγωνισμούς, όπως και στις ατομικές φιλοδοξίες όσων καιροσκοπούν με τον τουρισμό και την συνυφασμένη με αυτόν εκπαίδευση, μονάχα επειδή έγινε και πάλι –όπως και σε κάθε περίοδο εθνικής κρίσης- της μοδός.
Σχολιάζει ο/η
Scroll to top icon