Μία μέρα που πήγαινα στο χωριό, μου έκανε ωτοστόπ μια γριούλα. Σταματώ και την παίρνω. Ήταν στον κήπο, απ' ό,τι είπε, (που τον είχε στου διαόλου τη μάνα) και ήθελε να την πάρω μέχρι το παραπάνω χωριό. Μες στ' αμάξι βγάζει και μου δίνει μια ντομάτα – όλη κι όλη – και μου λέει όλο καύχηση: Τον σπόρο τον διατηρώ από τον πόλεμο, είναι δικός μου.Φτάνοντας στο χωριό μου, το οποίο βρισκόταν πολύ μακρύτερα από το δικό της, κοιτάω να δω τι είδους ντομάτα ήταν αυτή. Τη βλέπω απέξω δε μου άρεσε, το αντίθετο. Την ανοίγω και μέσα ήταν τερατοειδές. Με κοιλώματα, εξογκώματα και σιχαμερή ύλη. Έμοιαζε με το εσωτερικό του αυτιού.Τι συμβαίνει εδώ! Πώς στο καλό είναι οι ντομάτες που βγαίνουν από αγνούς σπόρους, σαν εκείνη; Μας έχουν μαγέψει οι πολυεθνικές με τις ελκυστικές όψεις των προϊόντων και αποκρύβουν από τα μάτια μας το πραγματικό. Ή οι πολυεθνικές κατάφεραν να κυριαρχήσουν και σχεδόν να εξαφανίσουν από την αγορά τόσους χιλιάδες διαφορετικούς σπόρους επειδή κινούν τα νήματα αλλά και επειδή διαθέτουν ένα πολύ πολύ προσεγμένο προϊόν από όλες τις πλευρές; Και πέρα από την όψη. Τι απόδοση είχαν οι σπόροι του καλομποκιού πριν τον πόλεμο και τι οι σημερινοί, πόσος ήταν ο παγκόσμιος πληθυσμός στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και πόσος στις αρχές του εικοστού πρώτου, η απόδοση των παλιών σπόρων φτάνει να θρέψει έστω το 1/3 του σημερινού πληθυσμού;