
σεξισμός: (από τις αγγλ. λ. sex= φύλο, sexy= ελκυστικός και τον όρο sexism). Η ιδέα ή η αντίληψη, ότι τα άτομα ενός φύλου είναι λιγότερο έξυπνα ή λιγότερο ικανά από αυτά του άλλου φύλου και ότι συγκεκριμένες εργασίες ή δραστηριότητες είναι κατάλληλες για τις γυναίκες, ενώ άλλες για τους άνδρες. Συχνά χρησιμοποιείται από τις γυναίκες ως έκφραση αποδοκιμασίας για τις σε βάρος τους διακρίσεις. / / Η λέξη σεξισμός χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει το ιδιαίτερο είδος καταπίεσης που ασκείται σε βάρος των γυναικών. Ο όρος περικλείει δύο έννοιες. Η πρώτη είναι, ότι οι άνδρες είναι πιο σημαντικοί από τις γυναίκες (...) και η δεύτερη, ότι ο ρόλος των γυναικών είναι να προσφέρουν ευχαρίστηση στους άνδρες και να τους βοηθούν.[πηγή: Γιώργου Χασιάκου, Ερμηνευτικό Λεξικό των -ισμών, Επικαιρότητα, Αθήνα 1992]