Εξ' ορισμού και εκ κατασκευής μπορούμε να αντιληφθούμε και ενδεχομένως να κατανοήσουμε πράγματα που τελικά εμφανίζονται στο φάσμα των αντιληπτών από τις ανθρώπινες αισθήσεις συχνοτήτων (πχ. ορατό φάσμα συχνοτήτων του φωτός, φάσμα ήχων που μπορούμε να ακούσουμε, κλπ). Είναι ακόμα προφανές ότι η "ανάλυση" με την οποία βλέπουμε τον κόσμο είναι πολύ χαμηλή σε σχέση με την πραγματικότητα της ύλης, πράγμα απαραίτητο για να μπορούμε να διακρίνουμε φόρμες, αλλιώς θα βλέπαμε ένα συνονθύλευμα τρισεκατομμυρίων μορίων ή ατόμων ή ακόμα μικρότερων σωματιδίων, χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε τα σχήματα και υλικά που αυτά σχηματίζουν. Ως εκ τούτου φαίνεται βέβαιο ότι υπάρχει ένας κόσμος, μέσα στον οποίον ζούμε, που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε, ούτε φυσικά να κατανοήσουμε. Αυτός είναι ο περιορισμός του ανθρώπινου σώματος μέσα στον κόσμο της ύλης. Αυτό που ΥΠΑΡΧΕΙ λοιπόν, υπάρχει κι ας μην το "γνωρίζουμε". Η ανθρώπινη ΥΠΑΡΞΗ περιέχει και πράγματα που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε γιατί το γνωστικό μας όργανο, ο εγκέφαλος, γνωρίζει και αισθάνεται την ύλη με τους περιορισμούς μιας διάταξης αισθητήρων που αντιλαμβάνεται ένα περιορισμένο φάσμα συχνοτήτων (ενέργειας). Αν υπάρχει Θεός, Ψυχή, μετά θάνατον ζωή, αυτά είναι πράγματα που ΕΞ ΟΡΙΣΜΟΥ δεν μπορούμε να συλλάβουμε με το ανθρώπινο σώμα και μυαλό. Η πίστη αντικαθιστά προσωρινά αυτό το έλλειμμα αντίληψης μέχρι η Ύπαρξή μας να αποδεσμευτεί από τις αισθήσεις της ορατής ύλης και να ΥΠΑΡΧΕΙ πια μέσα στην συμπαντική Αλήθεια, που είναι μία και ενιαία, σε αντίθεση με την πραγματικότητα. Όλα αυτά βέβαια δεν αποδεικνύονται, διότι η ανθρώπινη λογική έχει λιγότερη δυνατότητα "ανάπλασης" της αλήθειας ακόμα και από ό,τι είχαν οι νόμοι φυσικής του Νεύτωνα πριν τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν και τη κβαντική φυσική.