Αγαπητή κυρία Καλτάκη, δεν ξερω γιατι λέτε ότι η παράσταση αξίζει της προσοχής μας! Είδα χθες βραδυ την παράσταση και ήταν μια απογοήτευση! Από πού να ξεκινήσω; Από το άσχετο και παράταιρο σκηνικό. Το τεράστιο φθαρμένο χαλί, οι καρέκλες παλαιοπωλείου, οι εφημερίδες, κλπ, ήταν εντελώς άσχετα. Η όποια δραματουργική δικαιολόγησή τους είναι εντελώς αυθαίρετη θαρρώ. Επίσης, αυθαίρετη ήταν η αρχική αφαιρετική αντιμετώπιση απομυθοποίησης, με τον γιατρό να φοράει μοντγκόμερι και αθλητικα, και να μιλά σαν σκηνοθέτης "δώσε μου ένα φως, ήχο κλπ. Ευρημα που όχι μόνο δεν έγινε κατανοητό αλλά στη συνέχεια εξαφανίστηκε ως δια μαγείας με την αλλαγή κουστουμιου του γιατρού... Τα κοστούμια ήταν θεατρικά "κακά". Ειδικά αυτό της Κάθυ, άσχετο. Τέλος παντων, η παράσταση είχε σοβαρότερα προβλήματα από τα κοστούμια και το άσχετο σκηνικό. Το πρόβλημα ξεκινά από την άποψη και τα ευρήματα του σκηνοθέτη. Ο Μαυρίκιος έχει αποκτήσει μια μανία με τα βίντεο στις παραστάσεις. Στη συγκεκριμένη παράσταση, έκανε ένα μεγάλο λάθος, να δώσει σάρκα και οστά στον Σεμπάστιαν με τον Ν. Κουρή. Ο συγγραφέας δεν δημιούργησε τυχαία την απουσία απεικόνισης του Σεμπάστιαν. Και αυτό αποτελεί εκ μέρους του σκηνοθέτη, μια δραματουργική αυθαιρεσία που δεν πρόσθεσε τίποτα στην παράσταση, απεναντίας την αποδυνάμωσε. Όλα αυτά τα βίντεο, τα ηχογραφημένα αποσπάσματα του έργου κλπ, αποδυνάμωσαν την ισχύ και την καθαρότητα του έργου, και της παράστασης. Όλες αυτές οι διακοπές και τα σκοτάδια για να ακούσουμε και να δουμε τα φιλμάκια, δεν τόνισαν τίποτα, δεν δημιούργησαν τίποτα, μόνο βαρεμάρα και ενόχληση. Συνολικά, η παράσταση έπασχε από ρυθμό, από τονισμό, από ατμόσφαιρα, από τη χημεία των ηθοποιών. Προβληματικό το καστ, ή μάλλον ο συνδυασμός των ηθοποιών. Η Μπ. Αρβανίτη ήταν απλά ανεπαρκής ως Βάιολετ, είχε καλές στιγμές αλλά ο ρόλος έμεινε ημιτελής. Αρκετά σαρδάμ, έλλειψη ρυθμού, ειδικά στην πρώτη είσοδό της στη σκηνή, με το μοβ φόρεμα (που θα έπρεπε και θα μπορούσε να είναι πιο θεαματικό). Ο νεαρός Αλέξανδρος Βάρθης, γιατρός Τσουκρόβιτς, ωραίος ως παρουσία, αλλά σφιγμένος στην απόδοση του ρόλου του. Η Β. Ανδρεαδάκη ήταν καλή, αλλά δεν έσωζε αυτον τον λάθος τονισμό που χαρακτήριζε όλη την παράσταση από την αρχη ως το τέλος. Ο Γ. Φλουράκης, αδερφός της Κάθυ, ήταν καλός επίσης, αλλά και λάθος, αταίριαστος. Γενικά, υπήρχε κάτι αταίριαστο στη συνύπαρξη των ηθοποιών. Για να καταλήξουμε στη Λουκία Μιχαλοπούλου, την Κάθυ, που ερμήνευσε το ρόλο της με περισσή "υστερία τρελλής". Με μια ένταση περισσή. Σαφώς η Κάθυ έχει περάσει άσχημα στην κλινική, αλλά η εικονογράφηση του ρόλου έχανε από τις φωνές και τις υστερίες. Αυτό βέβαια θα πρέπει να χρεωθεί περισσότερο στον σκηνοθέτη. Επίσης, το να την αφήσει γυμνή να πει το τελευταίο μέρος του συγκλονιστικού μονολόγου του ρόλου, δεν πρόσθεσε τίποτα, ήταν περιττό, με παντελή έλλειψη θεατρικότητας. Ουσιαστικά, δεν βοήθησε καθόλου το έργο, η μετατόπιση του κέντρου από το μονόλογο της Κάθυ που πρέπει να είναι ο κέντρο βάρους της παράστασης. Αυτό περιμένει ο θεατής, υπάρχει σασπένς, αυτό περιμένουν και όλα τα πρόσωπα. Ο λάθος τονισμός, αυτή το παράταιρο κατέστρεψαν και τον σπουδαίο μονόλογο, που κατακερματίστηκε από τις συνεχείς διακοπές και παρεκβάσεις, με σκοτάδια, ηχητικά και οπτικά ευρήματα. Στο φινάλε, η Κάθυ αποκαλύπτει το αποτρόπαιο τέλος του Σεμπάστιαν, και ο γιατρος ακούγεται εκτός σκηνής, να λέει ότι η ιστορία της μπορεί να είναι η αλήθεια. Αυτή είναι η τελευταία φράση του έργου, αυτό σφραγίζει την ιστορία των προσώπων του. Ο σκηνοθέτης θεώρησε καλό να βάλει τις ομοερωτικές πινελιές στο αντίστοιχο φιλμάκι, όπου δείχνει το γιατρό ντυμένο ως αρχαίο ήρωα, Ρωμαίο, να φιλάει τον Σεμπάστιαν - Σεβαστιανό. Η τέλεια αποδυνάμωση του έργου, η τέλεια μουντζούρα, η αποδόμησή του. Πολύ απογοητευτική παράσταση και είναι κρίμα που ένας σκηνοθέτης σαν τον Μαυρίκιο, έχει χάσει τον προσανατολισμό του, γεμίζοντας με αδέξια ευρήματα, τραβηγμένα από τα μαλλιά ένα τόσο σπουδαίο έργο.