«Νεαρέ μου τι ώρα έχετε»;Κατηφόριζα προς τον σταθμό Λαρίσσης και την είδα μπροστά μου. Δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβω ποια ήταν. Οι παλιές Ελληνικές ταινίες έχουν γίνει ένα είδος φετίχ για πολλούς από μας. Ίσως γιατί έχουν γίνει ένα είδος αρχαιολογίας και μνημόσυνου μαζί για την τελευταία αυθεντική Ελλάδα που έσβησε και δεν πρόκειται πια να ξαναζωντανέψει. Βλέπουμε την Βάρκιζα ή το κέντρο της Αθήνας τότε, και δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι ήταν έτσι. Ακούμε ήχους, φράσεις, βλέπουμε εκφράσεις και χειρονομίες που κοντεύουν να ξεχαστούν. Όλοι, Κούρκουλος, Βουγιουκλάκη, Κωνσταντάρας, μα όλοι καπνίζουν. Τα αστεία τους πολλές φορές σεξιστικά ή και ρατσιστικά για τα σημερινά κοινωνικά δεδομένα, αλλά ακόμα γελάμε. Οι ιστορίες, άστες καλύτερα, «αμάρτησα για το παιδί μου»! Καμμία σχέση με την κοινωνία του σήμερα: παρασύρθηκε, έχασε την παρθενιά της και δεν είχε θέση στον κόσμο πλέον! Όμως διαμόρφωναν σιγά – σιγά μια λαϊκή άποψη, αυτήν της κοινωνικής αδικίας και της αμφισβήτησης. Η Ελλάδα ακολουθούσε τον υπόλοιπο κόσμο μέσα απ τις κωμωδίες και τις μελό ταινίες της FF.Φτάνοντας στο πλάι της, για κάποιο λόγο που δεν κατάλαβα, βράδυνα το βήμα μου. Τότε με ρώτησε. Είδα την ώρα και της απάντησα, «σας ευχαριστώ πολύ», ερώτηση και ανταπάντηση όπως όφειλε να κάνει μια κοπέλα «της καλής κοινωνίας» μιας αλλοτινής εποχής! Η αύρα αυτής της αναπάντεχης συνάντησης και της ερώτησης που μου έκανε εξακολουθεί ακόμα και τώρα να με στοιχειώνει…Νομίζω ήταν η ανιψιά της που λίγο αργότερα, (όταν πέθανε;), είχε πει πως λόγω των ιδεών της «είχε φάει πολύ ξύλο» στις φυλακές και στην εξορία. «Πολλές φορές», είχε πει, «πεταγόταν από τον ύπνο της και ούρλιαζε βλέποντας εφιάλτες ότι κάποιος την χτυπούσε». Ήρεμη και ευγενική στη ζωή, υστερική στις ταινίες, η Ταϋγέτη θα παραμείνει μέσα από τους ρόλους που ερμήνευσε στον ασπρόμαυρο κινηματόγραφο, ένας ακοίμητος φρουρός μιας εποχής που χάθηκε και μιας κληρονομιάς που ζητά αποδέκτη μέσα στην πλατιά, αδιάφορη μάζα της σύγχρονης, χρεοκοπημένης κοινωνίας μας.
Σχολιάζει ο/η
Scroll to top icon