Σε μία από τις πιο παρατεταμένες και επιθετικές ομιλίες του, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε από τον Κήπο των Ρόδων του Λευκού Οίκου τη «μεγάλη επιστροφή» του προστατευτισμού, εγκαινιάζοντας ένα νέο «τείχος» – αυτήν τη φορά όχι στα σύνορα με το Μεξικό, αλλά στον παγκόσμιο εμπορικό χάρτη.
Το σχέδιό του προβλέπει οριζόντια επιβολή εισαγωγικών δασμών από 10% έως και άνω του 40% σε προϊόντα από χώρες που εισάγουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εφαρμογή του θα ξεκινήσει άμεσα, με στόχο –όπως είπε ο ίδιος– «την οικονομική απελευθέρωση της Αμερικής».
Όπως αναλύει η οικονομική συντάκτρια του Guardian, Χέδερ Στιούαρτ, ο πρόεδρος υπόσχεται ευημερία, αλλά οι άμεσες συνέπειες αναμένεται να είναι αυξημένες τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές και τεράστια αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις. Οι οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η απόφαση αυτή ενδέχεται να πυροδοτήσει ύφεση τόσο στις ΗΠΑ όσο και παγκοσμίως, καθώς διαταράσσει την εφοδιαστική αλυσίδα και ανοίγει νέο κύκλο εμπορικών πολέμων.
«Ο κόσμος δεν πρόκειται να μείνει αδρανής» σχολιάζει η Στιούαρτ. «Οι κυβερνήσεις θα απαντήσουν με δικά τους αντίμετρα, δημιουργώντας ένα σπιράλ εμπορικής σύγκρουσης».
Μεταξύ των χωρών που επηρεάζονται πιο άμεσα είναι η Καμπότζη (49%), το Βιετνάμ (46%) και το Πακιστάν (29%), ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση υπόκειται σε δασμούς 20% και το Ηνωμένο Βασίλειο σε 10%, έπειτα από παρασκηνιακή διπλωματική προσέγγιση του Κιρ Στάρμερ, σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα.
Δασμοί Τραμπ: Ένα σχέδιο χωρίς προβλεψιμότητα
Παρά τις εξαγγελίες για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ενίσχυση της βιομηχανίας, ο παράγοντας αβεβαιότητα παραμένει κυρίαρχος. Επιχειρήσεις διστάζουν να επενδύσουν, καθώς κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει το καθεστώς των δασμών ή αν θα υπάρξουν εξαιρέσεις.
Σύμφωνα με τη Στιούαρτ, η στρατηγική του Τραμπ φαίνεται να βασίζεται και στην πρόκληση πολιτικών παραχωρήσεων από τρίτες χώρες μέσω εμπορικού εκβιασμού, ενώ δεν αποκλείεται ο ίδιος να χρησιμοποιήσει την αβεβαιότητα ως εργαλείο πίεσης.
«Έχει μιλήσει ανοιχτά για μια "μεταβατική περίοδο", αφήνοντας να εννοηθεί ότι ακόμη και η αναστάτωση στις αγορές μπορεί να είναι μέρος του σχεδίου» επισημαίνει η συντάκτρια του Guardian.
Η κυβέρνηση Τραμπ ελπίζει να αντλήσει έως και 600 δισ. δολάρια ετησίως από τους νέους δασμούς, τα οποία σχεδιάζει να αξιοποιήσει για φορολογικές ελαφρύνσεις. Ωστόσο, αυτό το φιλόδοξο σχέδιο έρχεται σε αντίθεση με την πιθανότητα εξαιρέσεων ή προνομιακής μεταχείρισης χωρών-εταίρων, γεγονός που εντείνει τις εσωτερικές αντιφάσεις της στρατηγικής του Λευκού Οίκου.
Η ανάλυση του Guardian καταλήγει με ένα δυσοίωνο συμπέρασμα: η πιθανότητα ενός νέου κύματος ύφεσης, που ήδη ονομάζεται "Trumpcession", είναι πολύ πιο ορατή από τη "χρυσή εποχή" που υπόσχεται ο πρόεδρος.
Με τη καταναλωτική εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ να καταρρέει, τις μαζικές απολύσεις στο δημόσιο από το νέο “υπουργείο κυβερνητικής αποτελεσματικότητας” του Έλον Μασκ και τη συνεχή αβεβαιότητα να παγώνει τις επενδύσεις, το μέλλον της αμερικανικής οικονομίας –και της παγκόσμιας σταθερότητας– φαίνεται πιο επισφαλές από ποτέ.
«Η Αμερική μπορεί να φτιάχνει τείχη, αλλά κινδυνεύει να απομονωθεί σε μια οικονομική καταιγίδα δικής της επινόησης» γράφει η Χέδερ Στιούαρτ.