Απόλυτα συνεπής με το ύφος και τη θεματική του, ο Άντριου Χέιγκ συνδυάζει το γκέι ρομάντσο του Weekend με την υπερβατική αντίληψη του χρόνου στα 45 Χρόνια, απογειώνοντας το σινεμά του σε δυσθεώρητα ύψη: το Άγνωστοι μεταξύ μας δεν είναι μόνο μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, αλλά ίσως η πληρέστερη, πιο επινοητική και σίγουρα πιο συγκινητική ιστορία coming out που έχουμε δει, ένα δράμα σπαρακτικής τρυφερότητας και αξιοθαύμαστης κινηματογραφικής δεξιοτεχνίας. Ξεκινά με τη συνάντηση ενός σεναριογράφου με τον γείτονά του, τους μοναδικούς ενοίκους ενός μοντέρνου λονδρέζικου κτιρίου – μια γυάλινη, έρημη φυλακή. Ο Άνταμ αρχικά αποφεύγει ευγενικά τη συντροφιά του Χάρι. Μπορεί να νιώθει μοναξιά, αλλά κάτι μέσα του μοιάζει παγωμένο και αρνητικό. Η αμηχανία του κόβεται με το μαχαίρι, είναι ένας ξένος στην εποχή του. Η σχέση τους εξελίσσεται παράλληλα με την απόφασή του να ξεκολλήσει το τελματωμένο του σενάριο, επιστρέφοντας στο παρελθόν του με τον πιο παράδοξο τρόπο – όλο και συχνότερα επισκέπτεται το πατρικό του στο Κρόιντον. Οι γονείς του σκοτώθηκαν σε αυτοκινητικό δυστύχημά όταν εκείνος ήταν ακόμα μικρός, ωστόσο τους ξαναζωντανεύει, τους μιλά και τους ακούει σαν να είναι αναλλοίωτοι, νέοι και υγιείς, σωματοποιημένοι χαρακτήρες της ταινίας της ζωής του, σταματώντας το ρολόι σε κάθε επίσκεψη στην ευτυχισμένη παιδική του ηλικία. Η απωθημένη του επιθυμία είναι να μοιραστεί μαζί τους τη ζωή που δεν έζησαν σαν οικογένεια, να αναστρέψει τη βίαιη ματαίωση και κυρίως να τους αποκαλύψει τον εαυτό του, τον άνθρωπο στον οποίο εξελίχθηκε, τον γκέι άνδρα που δεν γνώρισαν ποτέ. Όσο κι αν οι διάλογοι ανάμεσά τους είναι αποκύημα της φαντασίας του Άνταμ, σαν τη δημιουργική προβολή μιας ευαίσθητης και πληγωμένης ψυχής, οι αντιδράσεις τους τον εκπλήσσουν. Αυτό είναι το θαύμα του Άγνωστοι μεταξύ μας: η ταινία αναπτύσσεται δραματουργικά μεταξύ της ονειρικής αναπαράστασης ενός ευσεβούς πόθου και της ρεαλιστικής μιζέριας ενός δυστυχισμένου άνδρα, εγκλωβισμένου στις τραυματικές του μνήμες και αδύναμου να εκφραστεί, ώσπου ο έρωτας τού χτυπά την πόρτα. Η φαντασιακή παρένθεση και ο δεσμός του Άνταμ με τον Χάρι συγχέονται και συμπίπτουν. Δυο ζευγάρια, οι γονείς (Τζέιμι Μπέλ και Κλερ Φόι, υπέροχοι) και οι εραστές ευθυγραμμίζονται στον χρόνο και συνδιαλέγονται.

 

Διασκευάζοντας το μυθιστόρημα Ξένοι του Τάιτσι Γιαμάντα και γυρίζοντας τις οικογενειακές σκηνές στο πραγματικό του πατρικό στο Κρόιντον, αφού πρώτα πήρε την άδεια των τωρινών ιδιοκτητών, σταδιακά δημιουργώντας αίσθημα ασφάλειας και οικειότητας στους απορημένους με την επιλογή συντελεστές της ταινίας (σύμφωνα και με δηλώσεις του πρωταγωνιστή), ο Άντριου Χέιγκ κερδίζει θριαμβευτικά το στοίχημα της διασταύρωσης μιας θρυμματισμένης ψυχής με τους δαίμονες και το πιο αγνό κομμάτι της ψυχής του. Είναι πολύ δύσκολο, κι όμως συμβαίνει τόσο αρμονικά, καθηλωτικά και εγκάρδια που αφοπλίζει, σαν τη δύναμη της αγάπης που υμνεί και καταφέρνει μαγικά να κυλά στις φλέβες της ταινίας. Με συμπαραστάτη τον Πολ Μέσκαλ, ο Άντριου Σκοτ συγκεντρώνει όλες τις θεατρικές αρετές και την ενσυναίσθηση που έχει επιδείξει μπροστά στην κάμερα, από τους κακούς που συνήθως ενσαρκώνει ως τον ιερέα του «Fleabag», σε έναν ρόλο ζωής με μια σπαρακτική προσμονή που υπονοεί ελπίδα στην άκρη του αξέχαστα θλιμμένου χαμόγελού του. Η πλήρης απουσία της ταινίας στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ είναι τουλάχιστον αξιοσημείωτη.