Ποιοι ήταν οι κεντρικοί άξονες του Αντώνη Σαμαρά:
Έλεγχος της πολιτικής «ατζέντας». Στην αρχή της συζήτησης μπήκε εμφατικά το ζήτημα της «τάξης», όχι μόνο λόγω επικαιρότητας. Τα ζητήματα «τάξης» (που ΔΕΝ ταυτίζονται απολύτως με τα ζητήματα βίας, αλλά στο μυαλό των ψηφοφόρων συνδέονται) προκύπτουν από όλες τις έρευνες ως κεντρικό πολιτικό ζητούμενο, μιας κοινωνίας ή οποία μετά από σχεδόν 5 χρόνια συνεχούς έντασης εμφανίζει έντονα σημεία κόπωσης. Το δεύτερο σκέλος του ελέγχου της ατζέντας αφορούσε τη διαχείριση των σχέσεων με την τρόικα, όπου διατυπώθηκε η πρόθεση της ταχύτερης δυνατής ολοκλήρωσης της επιτήρησης ώστε να καταστεί άνευ ουσίας και το δίλημμα «μνημόνιο-αντιμνημόνιο».
Παραδοχή των προβλημάτων και των δυσκολιών. Πρόκειται για την εφαρμογή ενός βασικού κανόνα της ναυσιπλοΐας: όταν πας κόντρα στο κύμα χαμηλώνεις ταχύτητα και δεν ανεβάζεις στροφές. Ο Πρωθυπουργός τον ακολούθησε και σε κάποια σημεία υπερθεμάτισε κιόλας. Ο στρατηγικός στόχος ήταν σαφής: Αναγνώριση των δυσκολιών, απορρόφηση της όποιας δυσαρέσκειας, δέσμευση για μη-λήψη νέων μέτρων, σύμπλευση μαζί με τον πολίτη και όχι «τιμωρητικό» ύφος απέναντί του.
Χαμηλοί τόνοι. Υπήρξαν ελάχιστες κορώνες και επίκληση περισσότερο της λογικής παρά του θυμικού. Γενικά ο πήχης μπήκε χαμηλά, με έμφαση σε βραχυπρόθεσμους στόχους (π.χ. πρωτογενές πλεόνασμα), κάτι που ξένισε πολλούς, μεταξύ άλλων τον συνομιλητή του κ. Πρετεντέρη ο οποίος επικαλέστηκε μια παλιά φράση του Πομπιντού ότι «κανείς δεν έδωσε τη ζωή του για να πέσει λίγο ο πληθωρισμός». Όμως εδώ υπάρχει ένα επικοινωνιακό-στρατηγικό τρυκ του Πρωθυπουργού. Αυτό που ο Σαμαράς εμφανίζει ως «εθνικό στόχο», είναι το τεκμήριο επιτυχίας, πάνω στο οποίο θα επιδιώξει να χτίσει την πολιτική του. Κανείς ψηφοφόρος δεν θα εκστασιαστεί με την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος (ειδικά αν αυτό δεν αλλάξει τη ζωή του) όμως πολλοί ενδέχεται να σκεφτούν «το είπε, το έκανε», το οποίο ενδέχεται να του προσδώσει αξιοπιστία.
Καλλιέργεια μηνύματος ότι «κάτι αλλάζει». Αναφορές σε στοιχεία των διεθνών αγορών που το πιστοποιούν (spreads, επιτόκια ομολόγων, κλπ) ώστε να χτιστεί γύρω από αυτό ένα μήνυμα αισιοδοξίας και θετικής προοπτικής. Παράλληλα είδαμε πολλές αναφορές σε ζητήματα ενδιαφέροντος νέων ψηφοφόρων (ευκαιρίες έναρξης επαγγελμάτων, ζητήματα τεχνολογιών, κλπ), οι οποίοι αποτελούν την εκλογική «μαύρη τρύπα» της ΝΔ. (Σε πολλές δημοσκοπήσεις η ΝΔ έβγαινε 3η δύναμη στις ηλικίες κάτων των 25, μετά από ΣΥΡΙΖΑ και ΧΑ).
Κλιμάκωση κόντρας με ΣΥΡΙΖΑ. Πολλοί απόρησαν για τις πολλές ονομαστικές αναφορές στον ΣΥΡΙΖΑ και θεώρησαν ότι ο Πρωθυπουργός έπρεπε να είναι πιο «υπεράνω». Ωστόσο στρατηγικά η στάση Σαμαρά είναι απολύτως κατανοητή. Το ισχυρότερο επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι «οι άλλοι δοκιμάστηκαν και έφεραν τη χώρα ως εδώ. Δοκιμάστε και εμάς». Είναι ένα μήνυμα πανίσχυρο, εύκολα αντιληπτό και λειτουργικό, ακριβώς επειδή δεν είναι έντονα ιδεολογικοποιημένο. Ο Σαμαράς προσπαθεί να το ακυρώσει αναδεικνύοντας όσα ο ίδιος θεωρεί αδύναμα σημεία του ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο να μεταφέρει την αντιπαράθεση από το επίπεδο «δοκιμασμένοι-αδοκίμαστοι» στο πεδίο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, δυο κομμάτων δηλαδή με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και στίγμα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Πόσο αποτελεσματικά υλοποιήθηκε η στρατηγική του Πρωθυπουργού μέσω της συνέντευξης;
Εδώ υπάρχουν δύο δεδομένα. Το πρώτο αφορά την ψυχρή αποτύπωση της συνέντευξης, δηλαδή τα νούμερα τηλεθέασης, τα οποία συχνά εμπεριέχουν και κάποια άλλα χρήσιμα στοιχεία. Τη συνέντευξη του Πρωθυπουργού είδαν κατά μέσο όρο το 21,3% των τηλεθεατών (826.000 άτομα) ενώ έστω για λίγο της παρακολούθησαν συνολικά 2.700.000 πολίτες. Γενικά θεωρείται καλό νούμερο για πολιτικές συνεντεύξεις. Ένα βασικό στοιχείο είναι ότι η τηλεθέαση έμεινε σταθερή σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης και μάλιστα με ελαφρώς αυξητικές τάσεις, κάτι που δείχνει ότι δεν έκανε «κοιλιά».
Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο καθαυτό, οι εκτιμήσεις είναι υποκειμενικές. Οι φίλα προσκείμενοι θα βρήκαν τα περισσότερα σωστά, οι αντίπαλοι τα περισσότερα λάθος. Οπότε δεν υπάρχει λόγος να μπούμε στην ουσία του τι ειπώθηκε και στην ακρίβειά τους. Δεν είναι αυτός εξάλλου ο σκοπός αυτών των σχολίων, αλλά η όσο δυνατόν πιο ψυχρή στρατηγική ανάλυση όσων βλέπουμε.
Στρατηγικά, λοιπόν, η συνέντευξη υπηρέτησε τη γραμμή που έχει χαραχθεί από το Μαξίμου εδώ και καιρό και είναι απολύτως ευδιάκριτη: Άνοιγμα και έλεγχος ατζέντας, εμπέδωση κλίματος ότι κάτι αλλάζει και μετατροπή των επόμενων εκλογών σε μετωπική αναμέτρηση μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, με πολλά πεδία σύγκρουσης και τελικό ερώτημα «τι χώρα θέλουμε;». Το αν θα πετύχει αυτή η στρατηγική ασφαλώς δεν θα κριθεί από μια συνέντευξη, αλλά κυρίως από τα αποτελέσματα της πολιτικής και το κατά πόσο το μήνυμα ότι «κάτι αλλάζει» θα μπορεί να υποστηριχθεί αποτελεσματικά. Όμως το ότι η συνέντευξη ήταν αυστηρά προσανατολισμένη σε αυτή τη στρατηγική, δείχνει ότι αν μη τι άλλο υπάρχει σχέδιο. Αν όχι για τη χώρα, τουλάχιστον για τις εκλογές...
ΥΓ: ένα θεματάκι με το body-language το είχε πάντως ο Πρωθυπουργός. Πολύ ώρα το κεφάλι κάτω, πολύ «χύμα» κάθισμα, πολλές νευρικές κινήσεις. Θα μου πείτε, από το 1977 πολιτεύεται ο Σαμαράς και είναι γνωστό ότι “you can’t teach an old dog new tricks”. Όμως λίγη παραπάνω προσοχή σε αυτό τον τομέα δεν θα έβλαπτε.
σχόλια