Επιζών διασώστης που συνέδραμε στη Γάζα περιέγραψε επιθέσεις Ισραηλινών στρατιωτών εναντίον ασθενοφόρων και οχημάτων διάσωσης.
Ο Μούνθερ Αμπέντ, ένας 27χρονος εθελοντής της Ερυθράς Ημισελήνου, βρισκόταν στο πίσω μέρος του πρώτου ασθενοφόρου που έφτασε στο σημείο μιας αεροπορικής επιδρομής στην περιοχή Χασασίν της Ράφα, τις πρώτες πρωινές ώρες της 23ης Μαρτίου, όταν δέχθηκε σφοδρά πυρά από τον ισραηλινό στρατό. Οι δύο συνάδελφοί του, που κάθονταν μπροστά, σκοτώθηκαν, αλλά ο ίδιος επέζησε πέφτοντας στο κάτω μέρος του οχήματος.
«Η πόρτα άνοιξε και εκεί ήταν – ισραηλινές ειδικές δυνάμεις με στρατιωτικές στολές, οπλισμένοι με τουφέκια, πράσινα λέιζερ και γυαλιά νυχτερινής όρασης» είπε ο Αμπέντ στον Guardian. «Με έσυραν έξω από το ασθενοφόρο, κρατώντας με μπρούμυτα για να μη δω τι είχε συμβεί στους συναδέλφους μου».
Ο 27χρονος υπέστη ξυλοδαρμό, κρατήθηκε δεμένος και αναγκάστηκε να παραμείνει ξαπλωμένος στο έδαφος, από όπου και παρακολούθησε όσα ακολούθησαν, καθώς άλλοι φίλοι και συνάδελφοί του έφταναν στο σημείο με ασθενοφόρα και πυροσβεστικά οχήματα που στοχοποιήθηκαν από καταιγισμό πυρών.
Συνολικά, σκοτώθηκαν οκτώ μέλη πληρώματος ασθενοφόρων και τραυματιοφορείς της Ερυθράς Ημισελήνου, έξι εργαζόμενοι διάσωσης της Πολιτικής Άμυνας και ένας υπάλληλος του ΟΗΕ. Τα σώματά τους βρέθηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο δίπλα στα συνθλιμμένα οχήματά τους σε έναν λάκκο. Σύμφωνα με μαρτυρίες στον Guardian, ορισμένοι από τους νεκρούς είχαν δεμένα τα χέρια ή τα πόδια τους.
«Τα φώτα του ασθενοφόρου ήταν ξεκάθαρα αναμμένα και το λογότυπο της Ερυθράς Ημισελήνου ήταν ορατό καθώς κατευθυνόμασταν στο σημείο» θυμάται ο επιζών διασώστης. Οι IDF (Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις) περιέγραψαν την περιοχή ως εμπόλεμη ζώνη, αλλά ο Αμπέντ είπε ότι «το Χασασίν ήταν μια πολιτική περιοχή όπου η καθημερινή ζωή συνεχιζόταν κανονικά, όχι μια ορισμένη ζώνη μάχης».
«Με έγδυσαν εντελώς, μου άφησαν μόνο τα εσώρουχά μου και μου έδεσαν τα χέρια»
Λίγο πριν φτάσουν στον τόπο της αεροπορικής επιδρομής στις 4:20 π.μ., δέχθηκαν πυρά.
«Τη στιγμή που άρχισαν οι πυροβολισμοί, καλύφθηκα αμέσως πέφτοντας στο πάτωμα του ασθενοφόρου. Δεν άκουσα τίποτα από τους συναδέλφους μου, εκτός από τους τελευταίους ήχους τους, τις τελευταίες τους αναπνοές» θυμάται. «Ξαφνικά, όλα ησύχασαν, το ασθενοφόρο σταμάτησε και τα φώτα έσβησαν. Η πόρτα του οδηγού άνοιξε και άκουσα φωνές στα εβραϊκά. Με κυρίευσαν ο φόβος και ο πανικός, και άρχισα να ψιθυρίζω στίχους από το Κοράνι».
«Με έγδυσαν εντελώς, μου άφησαν μόνο τα εσώρουχά μου και μου έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη. Με πέταξαν στο έδαφος και άρχισε η ανάκριση. Υπέστην σοβαρά βασανιστήρια, συμπεριλαμβανομένων ξυλοδαρμών, προσβολών, απειλών θανάτου και ασφυξίας όταν ένας στρατιώτης πίεσε το τουφέκι του στον λαιμό μου. Ένας άλλος κράτησε ένα στιλέτο στον αριστερό μου ώμο. Μετά από λίγο, ένας αξιωματικός ήρθε και διέταξε τους στρατιώτες να σταματήσουν, αποκαλώντας τους 'τρελούς' που δεν ήξεραν πώς να επικοινωνούν» περιέγραψε ο 27χρονος που κατάφερε να γλιτώσει από τα ανεξέλεγκτα πυρά.
Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ο Αμπέντ είδε κι άλλα ασθενοφόρα να φτάνουν – και να πυροβολούνται αμέσως. Όταν ξημέρωσε γύρω στις 6 π.μ., το τοπίο έγινε πιο καθαρό: «Τανκς και drones είχαν περικυκλώσει πλήρως την περιοχή. Έφτασαν ένας μεγάλος ισραηλινός εκσκαφέας και ένας εκχιονιστής. Άρχισαν να σκάβουν έναν τεράστιο λάκκο και να ρίχνουν μέσα τα ασθενοφόρα και το όχημα της Πολιτικής Άμυνας, καλύπτοντάς τα με χώμα».
«Κάθε αποστολή μοιάζει σαν να είναι η τελευταία μας»
Το περασμένο Σαββατοκύριακο, από τον ίδιο λάκκο ανασύρθηκαν τα σώματα των συναδέλφων του Αμπέντ, Μοστάφα Χουφάγκα και Εζεντίν Σάαθ, καθώς και έξι ακόμη εργαζομένων της Ερυθράς Ημισελήνου: Σάλεχ Μουάμερ, Μοχάμεντ Μπαλουλ, Μοχάμεντ αλ-Χέιλα, Ασράφ Αμπού Λάμπντα, Ράεντ αλ-Σαρίφ και Ριφάτ Ραντγουάν, έξι εργαζομένων της Πολιτικής Άμυνας και ενός υπαλλήλου του ΟΗΕ.
Οι IDF υποστήριξαν ότι είχαν σκοτώσει εννέα μαχητές της Χαμάς και του κινήματος Τζιχάντ στο περιστατικό, αλλά κανένα άλλο πτώμα δεν έχει ανακτηθεί από τον ομαδικό τάφο. Ο Αμπέντ επέμεινε ότι δεν υπήρχαν μαχητές μέσα στα ασθενοφόρα.
Ο ίδιος κρατήθηκε για αρκετές ώρες, συχνά μέσα σε έναν λάκκο, όπου υπέστη επιπλέον ξυλοδαρμούς και υποβλήθηκε σε διαδικασίες ανακρίσεων. Τελικά, αφέθηκε ελεύθερος το απόγευμα, του επιστράφηκαν το ρολόι και τα εσώρουχά του, αλλά όχι η ταυτότητα, η στολή ή τα παπούτσια του.
«Κάθε αποστολή μοιάζει σαν να είναι η τελευταία μας. Δεν μας εκπλήσσει πια όταν κάποιος σκοτώνεται. Οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει στόχος», κατέληξε ο διασώστης της Γάζας.
Πηγή: Guardian