Την οριστική παύση της ποινικής δίωξης εις βάρος του δημάρχου της Νέας Υόρκης, Έρικ Άνταμς, αποφάσισε δικαστήριο της πολιτείας, βάζοντας τέλος σε μια υπόθεση που εξελίχθηκε σε μείζον πολιτικο-δικαστικό ζήτημα. Η απόφαση έρχεται έπειτα από έντονες πιέσεις της κυβέρνησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς τις δικαστικές αρχές, οι οποίες απαιτούσαν την παύση της δίωξης με δυνατότητα επαναφοράς της ανά πάσα στιγμή.
Στη γραπτή του απόφαση, ο δικαστής Ντέιλ Χο ξεκαθαρίζει ότι η παύση της δίωξης είναι αμετάκλητη, επισημαίνοντας τον κίνδυνο θεσμικής εκτροπής εάν δοθεί στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση η εξουσία να επαναφέρει την υπόθεση κατά βούληση. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι «η ελευθερία του δημάρχου εξαρτάται από την ικανότητά του να εφαρμόζει τις προτεραιότητες της κυβέρνησης στο μεταναστευτικό», υπονομεύοντας έτσι την αυτονομία της τοπικής αυτοδιοίκησης και τη λογοδοσία στους εκλογείς.
Η υπόθεση είχε ξεκινήσει από την προηγούμενη ομοσπονδιακή διοίκηση και αφορούσε κατηγορίες για διαφθορά με διεθνή εμπλοκή, καθώς φερόταν να εμπλέκεται και η Τουρκία. Μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η στάση του υπουργείου Δικαιοσύνης άλλαξε άρδην, με την Ουάσινγκτον να ζητά επισήμως την παύση των διώξεων από τον περασμένο Φεβρουάριο.
Η αλλαγή στάσης φέρεται να συνοδεύτηκε από έντονες πιέσεις προς τους ομοσπονδιακούς εισαγγελείς, με αποτέλεσμα τουλάχιστον επτά εξ αυτών σε Νέα Υόρκη και Ουάσινγκτον να παραιτηθούν, καταγγέλλοντας παρεμβάσεις στο έργο τους.
Πηγές προσκείμενες στο υπουργείο Δικαιοσύνης κατηγορούν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ότι αντάλλαξε την παύση της δίωξης με δεσμεύσεις του Άνταμς για συνεργασία στην πολιτική απελάσεων που δρομολογεί η κυβέρνηση Τραμπ. Ο δήμαρχος Νέας Υόρκης αρνείται κατηγορηματικά ότι υπήρξε οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία ή πολιτικό «παζάρι».
Η εξέλιξη προκαλεί ήδη αντιδράσεις στον νομικό και πολιτικό κόσμο των ΗΠΑ, με παρατηρητές να τονίζουν ότι τίθεται υπό αμφισβήτηση η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Παράλληλα, αναμένεται να ενισχύσει τη δημόσια συζήτηση για τις σχέσεις της νέας κυβέρνησης με αιρετούς εκπροσώπους της αντιπολίτευσης και την αξιοποίηση της δικαστικής εξουσίας ως εργαλείου πολιτικών πιέσεων.