Κάποια στιγμή τα καυγαδάκια γίνονται καυγάδες. Κάποια στιγμή τα πράγματα παύουν να λύνονται με μια συγγνώμη και ένα φιλί. Κάποια στιγμή ο καθένας φτάνει να είναι μόνος του, απέναντι από τον άλλο, αντί για δίπλα
Πάντα ξεκινάει με τον ίδιο τρόπο.
Πάντα στην αρχή σε φοβίζει, το συζητάς με φίλους και γνωστούς, εμπιστευτικά, σα μυστικό.
Έπειτα ξεκινά. Ξεκινά κανονικά εννοώ. Μιλάς, αγκαλιάζεις, φιλάς. Δένεσαι. Κλαις κιόλας που δένεσαι. Αλλά γρήγορα το ξεπερνάς. Και εκεί ξεκινάει το μαζί.
Αυτό το γαμημένο το μαζί. Τρώμε, κοιμόμαστε, διαβάζουμε, εκδρομές, τηλέφωνα -πολλά τηλέφωνα, αλλά πιο πολλές συναντήσεις. Και χάδια. Κι έρωτες κι έρωτας. Και κάπου εκεί, ο πιο αδύναμος κι ο πιο αισθηματίας λέει το σ' αγαπώ. Και εκεί ξεκινάει η κόκκινη περίοδος της σχέσης.
Εκεί ανοίγεσαι, εκεί ανοίγεται, εκεί τον βαφτίζεις κι επίσημα τον πιο σημαντικό άνθρωπο της ζωής σου. Εκεί πάτε διακοπές, εκεί δεν έχετε ανάγκη κανέναν άλλο, εκεί επικοινωνείτε με το βλέμμα.
Εκεί ξεκινάνε και θεριεύουνε οι προσδοκίες. Εκεί οι συζητήσεις γίνονται πιο ουσιαστικές, οι κουβέντες πιο βαρύγδουπες, ο έρωτας καλύτερος, οι παρεξηγήσεις πιο σοβαρές. Έξοδοι με κοινούς φίλους κι έπειτα μαζί σπίτι -ύπνος, αγκαλιά. Ταινία και μαγείρεμα και ύπνος, αγκαλιά. Αυτή η αγκαλιά.
Κάποια στιγμή τα καυγαδάκια γίνονται καυγάδες. Κάποια στιγμή τα πράγματα παύουν να λύνονται με μια συγγνώμη και ένα φιλί. Κάποια στιγμή ο καθένας φτάνει να είναι μόνος του, απέναντι από τον άλλο, αντί για δίπλα. Κάποια στιγμή οι διαφορές φαίνονται όλο και μεγαλύτερες, η υπομονή εξανεμίζεται και τα λόγια πια πονάνε, δεν είναι πια γλυκά και τρυφερά.
Κάποια στιγμή τ' αποφασίζει ο ένας ή και οι δυο μαζί. Και η συνέχεια περιλαμβάνει δυο μονάδες.
Κλαις. Κλαις πολύ. Κλαις και κοιτάς το ταβάνι, κλαις και κοιτάς φωτογραφίες, κλαις και πίνεις. Μιλάς ασταμάτητα στους γύρω ή και καθόλου. Δεν ξέρεις τι κάνει, σε σκοτώνει που δεν ξέρεις τι κάνει, παίρνεις κανα δυο μεθυσμένα τηλέφωνα πιστεύοντας ακράδαντα ότι τα πράγματα θα φτιάξουν, ότι υπάρχει μαγικό ραβδάκι που τα διορθώνει όλα, ότι είστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο και διαφορές δεν υπάρχουν, ότι, ότι, ότι.
Ώσπου τίποτα δεν φαίνεται να πιάνει. Και είσαι ακόμα περισσότερο μια σκέτη μονάδα, δις χωρισμένη. Και αντιδράς, και φλερτάρεις και χορεύεις και μιλάς και διασκεδάζεις και μιλάς, μιλάς πολύ και, δυνατά, να μην ακούς το μέσα σου, να μην ακούς τη λύπη σου.
Και δεν μπορείς να δεθείς πια, φεύγεις μακριά απ' οτιδήποτε γλυκό και συναισθηματικό.
Δεν μπορείς να διαχειριστείς ούτε τις αποτυχίες ούτε τις επιτυχίες σου. Στη χαρά, σου λείπει περισσότερο απ' ότι στη λύπη.
Κι έπειτα, σιγά σιγά, προχωράς. Μαθαίνεις να ζεις στην ηρεμία, χωρίς αναταράξεις, χωρίς συγκινήσεις. Αφοσιώνεσαι στη ρουτίνα σου σαν να' ναι το Κοράνι κι εσύ μουσουλμάνα, ξαναφτιάχνεις έναν υποτυπώδη κοινωνικό κύκλο και μαθαίνεις να ζεις με τη μοναξιά σου -και να' σαι και καλά. Στοιχειωδώς και υποτυπωδώς, αλλά καλά. Χωρίς υποκατάστατα.
Είναι και κάποιες φορές όμως. Είναι κάτι φορές, που, χωρίς απαραίτητα να' χει συμβεί κάτι μεγάλο ή κάτι γενικά, είναι αυτές οι φορές που το κλάμα δεν μπορεί να σταματήσει, που οι καλές στιγμές παίζουνε μπροστά σου σαν ταινία. Τότε βάζεις μελοποιημένη κατάθλιψη να ακούς και ξεκινάς να ρίπτεις το μπαλάκι των ευθυνών.
Κλαίγοντας απαραιτήτως. Σε σένα, στον άλλον, σε σένα, στον άλλον. Καταλήγει σε σένα. Που ήταν όλα τόσο καλά και όλα τα γκρέμισες. Κι αντιφάσκεις ένα δευτερόλεπτο μετά -σκέφτεσαι ότι υπήρξες ηλίθιο ον που ανέχθηκες την κατάσταση.
Αλλά σου λείπει. Σου λείπουν τα απλά. Σου λείπει αυτή απλά η αγκαλιά. Είναι αυτή η εποχή που θυμάσαι τον εαυτό σου ευτυχισμένο. Ουσιαστικά ζωντανό, κατάλαβες; Χαιρόσουνα, λυπόσουνα με πάθος, με ένταση.
Σκέφτεσαι πως, ποτέ ξανά δε θα ξαναγαπήσεις. Πως κανέναν άλλο άνθρωπο δε θα βαφτίσεις με τόσο ωραία χαιδευτικά και πως δε θα ξανακανονίσεις χειμωνιάτικη εκδρομή αστραπή με κανέναν.
Κλείνεις το λάπτοπ. Αύριο θα' ναι μια καινούρια μέρα. Και ας σου λείπει. Θα πάψει. Ήταν γουρούνι στο κάτω κάτω της γραφής.
Και πάντα τελειώνει με τον ίδιο τρόπο. Όχι εύκολα. Όχι ανώδυνα. Αλλά μου είπαν ότι τελειώνει.