«Καλέ,γιατί το έκανες με τον Αχινό; Αφού δενσου άρεσε» την είχα ρωτήσει. «Ήτανη καλή πράξη του χρόνου» μου είπε.Έτσι έμαθα για το mercy fuckως φιλοσοφία. Διαλέγεις κάποιον που δεντον θέλει καμιά, το κάνεις μαζί του κιέχεις εξασφαλίσει μια θέση στον παράδεισο.Σίγουρα. H PussyMurderer έπεισε κι άλλες στηνπαρέα, που την κορόιδευαν αρχικά πουκοιμήθηκε με τον Αχινό, ότι δεν υπάρχεικαλύτερος τρόπος προσφοράς προς τοσυνάνθρωπο. «Το σεξ είναι ανθρώπινοδικαίωμα. Για όλους» αγόρευε. Κι έτσιάρχισαν κι αυτές πού και πού να κοιμούνταιμε κακάσχημα και ζαβά αγόρια, αφού τηνείχαν δει προσκοπίνες. Πήγαιναν κιέβρισκαν τον πιο γκάου και του έλεγαν«το ξέρεις ότι είναι η τυχερή σουμέρα;». Αλλά πάνε οι καλές οι μέρεςπου οι άνθρωποι νοιάζονταν ο ένας γιατον άλλον. Οι Αθηναίες σήμερα δεν έχουνούτε κατά διάνοια τέτοια φιλανθρωπικάσυναισθήματα.
Αςπάρουμε παράδειγμα τον Noodle,έναν φίλο μου. Δεν είναι ούτε άσχημοςούτε χαζός, έστω κι αν έτσι του λέω όλημέρα. Ομορφούλης είναι, απλά πολύντροπαλός. Ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα μιαπωλήτρια. Με το που την είδε - μια μέραπου είχε βγει να ψωνίσει σώβρακα. Πώςνα της έπιανε κουβέντα; Στην αρχή σκέφτηκενα της πει ότι είναι φωτογράφος, κι ότιήθελε να τη φωτογραφίσει. Μετά σκέφτηκενα της πει ότι είναι ζωγράφος, κι ότιήθελε να τη ζωγραφίσει. Και μετά σκέφτηκενα της πει την αλήθεια, ότι είναιδημοσιογράφος - το χειρότερο. Άρα, ανήθελε να της πάρει συνέντευξη για έναρεπορτάζ που έκανε για τη σεξουαλικήζωή των Αθηναίων. Εκείνη αρνήθηκε. Δεντου είπε «ναι λοιπόν, είναι η τυχερήσου μέρα». Γιατί αυτή δεν είναιπροσκοπίνα, κι ούτε είχε ποτέ περίεργεςσυναναστροφές - την PussyMurderer εννοώ.
Είχαμεπάει να φάμε βάφλες κι ο Noodleγια τίποτε άλλο δεν μιλούσε. «Λες νανομίζει ότι της έλεγα μούφες; Να νομίζειότι δεν είμαι δημοσιογράφος κι απλά τηςτην έπεφτα;» «Δεν της την έπεφτες;»έλεγα εγώ. «Της την έπεφτα, αλλά δενήθελα να φανεί» έλεγε εκείνος.Έλληνες... Τέλος πάντων, μου είχε κάτσειη βάφλα στο λαιμό να του λύνω τα άγχητου. «Ξαναπήγαινε στο μαγαζί»είπα. «Πάρε κι ένα περιοδικό μεδημοσιευμένο ρεπορτάζ σου και πες της"να, κάπως έτσι ήταν το θέμα που ήθελανα κάνουμε"». Και πήγε. Την περασμένηεβδομάδα.
«Γεια,τι κάνεις;» της είπε. «Καλά εσύ;»είπε εκείνη. «Ο δημοσιογράφος, θυμάσαι;Να, έτσι ήταν το θέμα που ήθελα νακάνουμε». (Της έδειξε τη σελίδα.) «Α»θυμήθηκε εκείνη, «ωραίο είναι, αλλάόχι, δεν θα ήθελα να πάρω μέρος». Έπεσεμια αμήχανη σιωπή. «Λοιπόν; Ψάχνειςκάτι συγκεκριμένο;» Ντρεπόταν να πειότι όχι, είχε έρθει στο κατάστημα μόνοκαι μόνο γι' αυτό. «Ναι, βέβαια»λέει, κοιτάζει δεξιά, βλέπει κάτιπαντελόνια, «ψάχνω παντελόνι».«Μαύρο;» ρωτά εκείνη. «Πού τοκατάλαβες;» λέει αυτός. Πιάνει εκείνητυχαία ένα απ' το ράφι - «κάτι τέτοιο;»«Ακριβώς. Αυτό θέλω» λέει εκείνος,«ευχαριστώ», και το πάει από τοτρακ του κατευθείαν στο ταμείο. Χωρίςνα το δοκιμάσει, χωρίς να ζητήσει καντο νούμερό του. «Γεια λοιπόν» λέειεκείνη. Μπίιιιατς.
Οφείλωνα ομολογήσω ότι ο Noodleέχει θεματάκι με τις πωλήτριες καιγενικότερα τα εργαζόμενα κορίτσια. Μιαφορά θυμάμαι είχε ερωτευτεί μια άλληπωλήτρια. Του έδωσε να φορέσει έναπαντελόνι που του ήταν πολύ μικρό.Συγκεκριμένα, φαίνονταν οι κάλτσες τουκαι το παντελόνι δεν κούμπωνε καν στημέση - άφηνε τρία κουμπιά. «Μήπωςέχετε μεγαλύτερο;» ρώτησε δειλάεκείνος. «Μα είναι τέλειο πάνω σου»άρχισε εκείνη το ψηστήρι για να τονκάνει να το πάρει - δεν είχε μεγαλύτερο.«Α, ευχαριστώ πολύ, αλλά τρία κουμπιάδεν κλείνουν». «Και λοιπόν; Εσύ κιο Γιαννιώτης. Δεν είδες που φωτογραφήθηκεμε ανοιχτά τα τρία πάνω κουμπιά;».Είχε χαρεί που τον είχε πει Γιαννιώτη.Οπότε αγόρασε το παντελόνι. Παρ' ότιτον στένευε απίστευτα, δεν το έβγαζεαπό πάνω του γιατί του θύμιζε εκείνη.Πρόσεχε μόνο να μην κάνει κινήσεις καισηκωθεί η μπλούζα και φανεί ότι τα τρίαπρώτα κουμπιά ήταν ανοιχτά. Μέχρι εκείνητη βραδιά που είχαμε βγει μαζί έξω καιπήγε να λιποθυμήσει από τον πόνο στηνκοιλιά του. Τον πήγαμε σπίτι του, έβγαλετο παντελόνι, ξάπλωσε στο κρεβάτι,έπαιρνε βαθιές ανάσες και πιάνονταςτην κοιλιά του ορκίζονταν: «Δεν θαξαναερωτευτώ πωλήτρια». Ματαίως.
(συνεχίζεται)
σχόλια