Μέχρι πρόσφατα, επιστήμονες και συγγραφείς βρίσκονταν σε διαφωνία για το αν το να κλαίει κανείς κάνει καλό στην υγεία. O Σαίξπηρ στον «Ερρίκο VI» γράφει: «Το να κλαις ισούται με το να κάνεις λιγότερο το βάθος της θλίψης», ενώ ο αμερικανός συγγραφέας Λέμονι Σνίκετ σημειώνει επίσης: «Εκτός κι αν έχεις υπάρξει πολύ, μα πάρα πολύ τυχερός, τότε γνωρίζεις ότι ένα καλό κλάμα μπορεί να σε κάνεις να νιώσεις πολύ καλύτερα, ακόμη κι αν δεν αλλάξει τίποτα άλλο».
Ο Δαρβίνος από την άλλη, θεωρούσε τη διαδικασία παραγωγής δακρύων, κοινώς το κλάμα, μία παράπλευρη συνέπεια του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι μύες των ματιών. Θεωρούσε ότι ακριβώς επειδή αυτοί οι μύες έπρεπε να συστέλλονται από καιρού εις καιρόν, η εκροή δακρύων δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μία απρόθετη συνέπεια της όλης λειτουργίας τους. Όλα αυτά από κάποιον που δεν αγνοούσε ούτε τα συναισθηματικά ερεθίσματα που μπορούν να κάνουν κάποιον να κλάψει ούτε καν το γεγονός ότι τα βρέφη κλαίνε, ακριβώς για να επικοινωνήσουν ή να τραβήξουν την προσοχή των γονιών τους.
Σήμερα πλέον μπορούμε να γνωρίζουμε ότι το κλάμα -τουλάχιστον, για τους ενήλικες που καταφέρνουν ακόμη να κλαίνε- είναι μία σύνθετη βιολογική - ψυχολογική διαδικασία, και μία φυσιολογική αντίδραση σε κάποιο είδος συναισθηματικής διέγερσης. Το αναμενόμενο είναι τα δάκρυα να κυλάνε και να αλλάζουν οι εκφράσεις του προσώπου αυτού που κλαίει, καθώς και ο τρόπος που ανασαίνει. Για παράδειγμα, στους λυγμούς, καταγράφονται οι πιο γρήγορες εκπνοές και εισπνοές που συνοδεύουν το κλάμα. Από επιστημονικής απόψεως, αυτό σημαίνει ότι άλλα δάκρυα παράγονται, όταν κλαίει κανείς λόγω κάποιου συναισθηματικού ερεθίσματος και άλλα δάκρυα παράγονται, όταν καθαρίζουμε κρεμμύδια. Το 1981 στη Μινεσότα, ο ψυχίατρος William H Frey II ανακάλυψε ότι τα δάκρυα που προκαλούνται από μελό ταινίες περιέχουν περισσότερη πρωτεϊνη από εκείνα, που προκαλεί το κόψιμο κρεμμυδιών.
Tο ενήλικο κλάμα δεν διαφέρει και τόσο από εκείνο των μωρών: με άλλα λόγια και ως ενήλικες κλαίμε για να τραβήξουμε την προσοχή -κάποτε το κάνουμε, χωρίς να το καταλαβαίνουμε- ακριβώς για να κρατήσουμε κοντά μας τους πιο αγαπημένους μας.
Ομοίως, όλοι γνωρίζουμε το ότι η θλίψη ή οι μεγάλες τρυφερές συγκινήσεις μπορούν να μας κάνουν να κλάψουμε, όπως άλλωστε και το αίσθημα της μελαγχολίας. Όμως, γιατί κλαίμε ως ενήλικες; Γιατί διατηρούμε αυτό το κατάλοιπο των πρώτων ημερών μας στη ζωή, τότε που η φωνή και το χάρισμα της ομιλίας υποκαθίσταται από αυτό το μέσο για να επικοινωνήσουμε με τους άλλους; Υπάρχουν μερικές θεωρίες επ' αυτού.
Μία από αυτές τις θεωρίες υποστηρίζει ότι το ενήλικο κλάμα δεν διαφέρει και τόσο από εκείνο των μωρών: με άλλα λόγια και ως ενήλικες κλαίμε για να τραβήξουμε την προσοχή -κάποτε το κάνουμε, χωρίς να το καταλαβαίνουμε- ακριβώς για να κρατήσουμε κοντά μας τους πιο αγαπημένους μας. Πρόκειται για έναν τρόπο επικοινωνίας του εσώτερου κόσμου μας, σε μία χρονική στιγμή που δεν μπορούμε να αρθρώσουμε με λόγια αυτό που πραγματικά έχουμε ανάγκη. Οι επιστήμονες επίσης καταλήγουν ότι οι ενήλικες πολύ συχνά κλαίνε, όταν αισθάνονται απολύτως μόνοι, αβοήθητοι. Επίσης, το κλάμα είναι ένας τρόπος για να κατανοήσει κανείς τα ίδια του τα αισθήματα, μία γνωστική διαδικασία που μερικές φορές είναι ιδιαίτερα βοηθητική.
Και φυσικά υπάρχει και η έννοια της κάθαρσης: το κλάμα προσφέρει ανακούφιση από πραγματικά στρεσογόνες καταστάσεις. Ειδικά αυτή η θεωρία επανέρχεται συνεχώς, μέσα από τα λόγια του Σαίξπηρ, καθώς και Ρωμαίων ποιητών και διανοητών, όπως ο Οβίδιος, ο οποίος, μεταξύ άλλων, είχε γράψει: «Είναι μια ανακούφιση να κλαις. Η θλίψη ανακουφίζεται και εκφράζεται μέσα από τα δάκρυα». Και ο Αριστοτέλης, όμως, είχε υμνήσει την καθαρτική ιδιότητα των δακρύων, γράφοντας ότι τα δάκρυα λειτουργούν καθαρτικά ως προς το πνεύμα.
Στο μεταξύ, η μελέτη ενός ψυχολόγου σε περιοδικά του 1986 εντόπισε ότι το 94% της αρθρογραφίας τόνιζε ότι το κλάμα ήταν ίσως το μοναδικό μέσο ανακούφισης της ψυχολογικής έντασης. Το 2008, άλλη έρευνα σε περισσότερους από 4.000 νεαρούς ενήλικες επισήμαινε ότι το κλάμα έκανε τους ανθρώπους να νιώθουν καλύτερα -τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά-, αλλά όχι όλους... Κάποιοι, για παράδειγμα, ανέφεραν ότι δεν ένιωσαν να ανακουφίζονται κλαίγοντας, αντίθετα αρκετές περιπτώσεις ανέφεραν ότι μετά από ένα τέτοιο ξέσπασμα, ένιωσαν ακόμη χειρότερα. Γιατί, όμως; Η απάντηση φαίνεται ότι βρίσκεται στο κοινωνικό πλαίσιο: αν κάποιος νιώθει άβολα να κλαίει μπροστά σε κόσμο, για παράδειγμα, ίσως δεν νιώσει καμία ανακούφιση, σε σχέση με αυτό που θα ένιωθε αν έκλαιγε μόνος ή έστω μπροστά σε κάποιον αγαπημένο φίλο. Κατά τον ίδιο τρόπο και βάσει της έρευνας, επίσης χειρότερα ένιωθαν όσοι ήθελαν να κλάψουν και αναγκάστηκαν να πιέσουν αυτό που ένιωθαν.
Κατά συνέπεια, η θεωρία ότι ένα καλό κλάμα τα διορθώνει όλα, ή τουλάχιστον πολλά έχει έρεισμα και επιστημονική βάση, ωστόσο το αποτέλεσμα κρίνεται από το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο συμβαίνουν όλα...
Με στοιχεία από BBC
σχόλια