Oι ουλές
Υπάρχουν συνειρμοί

Ο ΑΡΙΣΤΟΔΙΚΟΣ. Του 500 π.χ., αλλά με κάτι διαφορετικό. Οι αγκώνες δεν είναι κολημμένοι στους μηρούς, όπως στους άλλους κούρους ως τότε· υπάρχει κίνηση στα μέλη ― σα να ετοιμάζεται να περπατήσει. Προς τη ζωή, προς το θαύμα της κλασικής Αθήνας.
Τον βρήκαν σε ένα αγρό την άνοιξη του 1944 στα Μεσόγεια της Αττικής, εργάτες που έσκαβαν. Έστεκε πάνω από έναν τάφο, κατά μήκος του δρόμου που συνέδεε την Αθήνα με τα μεταλλεία της Λαυρεωτικής, δίμετρος, σμιλεμένος σε παριανό μάρμαρο, βόστρυχοι πέφτουν στο μέτωπό του, το πρόσωπό του έχει σαφή χαρακτηριστικά, κοντύτερα στην πραγματικότητα από ποτέ.
Εκείνο που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι οι ουλές, οι χαρακιές του. Η αξίνα του αγρότη που τον βρήκε έχει θρυμματίσει τη μύτη του, το κάτω χείλος του σχεδόν λείπει όλο, φρύδια, μάγουλα, λαιμός, το στήθος στο μέρος της καρδιάς― χαραγμένα όλα.
Κι όμως. Υπερτερεί το αρχαϊκό μειδίαμα, η κίνηση προς τα μπροστά, η λαχτάρα του μαρμάρου να συναντήσει το αίμα. Να ζήσει.
Δυο μέρες πριν έρθει ο νέος χρόνος, τον φωτογράφησα στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Υπάρχουν συνειρμοί: Με ουλές ή όχι, με τύχη ή ατυχία, τραύματα ή χωρίς, αξίζει να τραβάς μπροστά. Όσο πάει.
Καλή χρονιά!
BONUS
Ο Αριστόδικος
Βρέθηκε την άνοιξη του 1944 στην περιοχή της Αναβύσσου (Αττική). Ύψος (μεγαλύτερο από το φυσικό) 1,95 (αρ. ευρ. 3928).
Άγαλμα στον τύπο του Κούρου, σχεδόν εντελώς ακέραιο και με τη βάση του: στην μπροστινή επιφάνειά της διαβάζεται το όνομα "Αριστόδικο" (Αριστοδίκου), που σημαίνει και ότι το άγαλμα είναι σήμα, μνήμα δημοσίου του Αριστοδίκου ή του τάφου του και ότι είναι η "εικόνα", δηλαδή πορτραίτο, όπως το αισθάνονταν πριν από το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ. Ήθελαν να κάνουν αισθητή την τέλεια σωματική και πνευματική ύπαρξη του νέου παλικαριού, όχι την καθημερινή, περιστατική φυσιογνωμία του: δεν έδιναν σημασία σ’ αυτήν, γιατί πίστευαν ότι δεν εκφράζει τίποτα από τα ουσιώδη. Η επιγραφή της βάσης βεβαιώνει ότι "Αριστόδικος" είναι το όνομα και ο τόπος όπου βρέθηκε - Ανάβυσσος - είναι γνωστός και από άλλα μεγάλα επιτύμβια μνημεία.
Ξαναβρίσκουμε στο εξαίρετο τούτο άγαλμα τα γνωρίσματα του Κροίσου, που τον έκαναν ύπαρξη γνώριμου αττικού έργου: την άρθρωση του σώματος, αλλά, πάνω απ’ όλα, την εσωτερική λειτουργία των μελών του και την ετοιμότητα του για κίνηση (αρμοί, κλειδώσεις), καθώς και την πνευματικότητα της έκφρασης που βγαίνει όχι τόσο από το έντονο σώμα και το πρόσωπο. Όμως ο Αριστόδικος πρέπει να έγινε κατά το 500 π.Χ., και τα μόνιμα αττικά γνωρίσματα έχουν πάρει άλλη απόχρωση: έχουν γίνει εσωτερικότερα, αντί να σπρώχνονται, να προβάλλουν χτυπητά προς τα έξω, όπως στον Κροίσο, και στην έκφραση υπάρχει ένα είδος σκιών από το συλλογισμό ότι και η ζωή είναι περαστική και η τέλεια ομορφιά της νιότης έχει κάποια σύνορα: μια έκφραση δειλινού είναι διάχυτη στο έργο. Και η κορμοστασιά είναι λυμένη και χαλαρωμένη.
Βρισκόμαστε στο ηλιοβασίλεμα της αρχαϊκής τέχνης, στα δέκα χρόνια όπου γίνεται αισθητή κιόλας η αλλαγή· σε δέκα δεκαπέντε χρόνια θα παρουσιαστούν οι πρώτες δημιουργίες της κλασικής τέχνης στην πρώιμη μορφή της. Ο Αριστόδικος είναι ένας από τους τελευταίους Κούρους.
Χρήστος Καρούζος