ΟΙ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΕΙΣ ΜΠΑΛΚΟΝΙΩΝ το τελευταίο διάστημα δείχνουν ότι χιλιάδες γερασμένα κτίρια της Αθήνας χρειάζονται έλεγχο στατικής επάρκειας και όχι μόνο ενεργειακή αναβάθμιση, κάτι που δεν συμβαίνει. Στην Αθήνα υπάρχουν πολυώροφες οικοδομές που έχουν κλείσει τα 70 χρόνια ζωής και άλλες πολύ γηραιότερες. Αντέχουν; Και για πόσο;
Πριν από δύο χρόνια το μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου στη Συγγρού αποκολλήθηκε και κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια των περαστικών. Τον περασμένο Φεβρουάριο κατέρρευσε το μπαλκόνι ενός διατηρητέου κτιρίου στον Πειραιά. Τα περιστατικά κατάρρευσης μπαλκονιών αποτελούν προφανή ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά με τη στατική κατάσταση πολλών παλαιών κτιρίων στην Ελλάδα. Τι ακριβώς όμως συμβαίνει και ποια είναι τα ορατά δείγματα που πρέπει να βάλουν τους ιδιοκτήτες σε εγρήγορση, τα οποία δείχνουν ότι το κτίριό τους χρειάζεται επεμβάσεις για μην ακολουθήσει κατάρρευση;
Η πρώτη απάντηση που μπορεί να δώσει κανείς για τα μπαλκόνια που ξεκολλάνε από τα κτίρια, λες και πρόκειται για χάρτινες κατασκευές πάνω σε μακέτες, είναι η ελλιπής ή η παντελής έλλειψη συντήρησης των γερασμένων κτιρίων, τα οποία θα έπρεπε να έχουν ενισχυθεί με διάφορες εργασίες αποκατάστασης. Αν ανοίξει όμως κανείς αυτήν τη συζήτηση με ειδικούς επιστήμονες που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα, ανακαλύπτει νέες πτυχές που μπαίνουν στη δύσκολη εξίσωση της αποκατάστασης του παλιού κτιριακού αποθέματος της πόλης.
Επιβαρύνουμε τα κτίρια με φορτία για τα οποία δεν είναι σχεδιασμένα. Όλα αυτά που προσθέτουμε στο πλαίσιο των προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης, όπως για παράδειγμα οι θερμοπροσόψεις, οι οποίες είναι σημαντικό βάρος για μια οικοδομή, οι πρόσθετοι βαριοί υαλοπίνακες και τα κουφώματα, είναι φορτία που δεν είχε υπολογίσει ο μηχανικός ο οποίος είχε μελετήσει το κτίριο πριν από 50, 60 ή 70 χρόνια
Τα αυτοκίνητα περνάνε ΚΤΕΟ, τα κτίρια;
«Στην Ελλάδα υποχρεώνουν όλα τα αυτοκίνητα κάθε δύο χρόνια σε έλεγχο ΚΤΕΟ για να διαπιστωθεί η αξιοπιστία και η ασφάλεια του οχήματος. Δεν είναι λογικό να υπάρχει και υποχρέωση ελέγχου της στατικής επάρκειας των κτιρίων πέρα από ένα εύλογο διάστημα από την κατασκευή τους; Δεν είναι λογικό οι στατικές μελέτες να έχουν χρόνο ζωής και μετά, υποχρεωτικά, να ανανεώνονται;», διερωτάται ο Βαγγέλης Ματράγκος, πολιτικός μηχανικός και μέλος της Κεντρικής Αντιπροσωπείας Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΤΕΕ).

Παρόλο που για τα κτίρια, όπως λέει, υπάρχει υποχρέωση ανανέωσης του πιστοποιητικού ηλεκτρολόγου και του συντηρητή ανελκυστήρα, του πιστοποιητικού πυροπροστασίας, ακόμη και των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης, τα οποία έχουν ισχύ 10 χρόνων, δεν προβλέπεται καμία υποχρεωτικότητα στον επανέλεγχο της στατικότητας ενός κτιρίου το οποίο έχει κατασκευαστεί αρκετές δεκαετίες πριν. Και προσθέτει: «Σήμερα υπάρχουν στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης οικοδομές οι οποίες έχουν κλείσει 70 χρόνια ζωής και συνεχίζουν να φιλοξενούν δημόσιες υπηρεσίες αλλά και κατοίκους». Το γεγονός ότι ο σεισμός της Αθήνας το 1999 έπληξε μικρό μόνο μέρος των κατασκευών έχει να κάνει «με τα χαρακτηριστικά του σεισμού και δεν σημαίνει ότι ο επόμενος θα είναι το ίδιο γενναιόδωρος. Υπάρχουν οικοδομές στο κέντρο της Αθήνας στις οποίες είναι τόσο διαλυμένα τα υποστυλώματα, γιατί έχουν οξειδωθεί οι οπλισμοί και έχουν διαλυθεί επί της ουσίας, που μπορεί να υπάρχουν κολόνες στις οποίες μέσα τα σίδερα να είναι διαλυμένα. Αυτές οι οικοδομές είναι επικίνδυνες. Γιατί δεν πέφτουν; Γιατί δεν έχει γίνει κανένας πολύ σοβαρός σεισμός ακόμη», λέει.
Παρεμβάσεις χωρίς στατικό έλεγχο
Τα κτίρια όμως δεν πέφτουν μόνο από τους σεισμούς. Μέσα από τα προγράμματα «Εξοικονομώ» δίνονται εκατομμύρια σε σπίτια και οικοδομές τα οποία μπορεί να είναι προβληματικά από στατικής άποψης. Για τις όποιες παρεμβάσεις δεν υπάρχει υποχρέωση ελέγχου της στατικής επάρκειας των κτιρίων από τους ιδιοκτήτες, προκειμένου να ενταχθούν τα σπίτια τους σε ένα πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: «Επιβαρύνουμε τα κτίρια με φορτία για τα οποία δεν είναι σχεδιασμένα. Όλα αυτά που προσθέτουμε στο πλαίσιο των προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης, όπως για παράδειγμα οι θερμοπροσόψεις, οι οποίες είναι σημαντικό βάρος για μια οικοδομή, οι πρόσθετοι βαριοί υαλοπίνακες και τα κουφώματα, είναι φορτία που δεν είχε υπολογίσει ο μηχανικός ο οποίος είχε μελετήσει το κτίριο πριν από 50, 60 ή 70 χρόνια», λέει ο Β. Ματράγκος.
«Παράλογη η ενεργειακή αναβάθμιση χωρίς δομική ασφάλεια»

Βρισκόμαστε στην εποχή της άνθησης των ανακαινίσεων λόγω της εκτόξευσης του Airbnb και της ενεργειακής αναβάθμισης, εξαιτίας των επιδοτούμενων προγραμμάτων που τρέχουν από την Ευρώπη. Στην πραγματικότητα όμως η πολιτεία με όλα αυτά τα προγράμματα κάνει ένα άλμα υπεραπλούστευσης που αφορά τη στατική επάρκεια των κτιρίων: «Το να επενδύσει κανείς στην ενεργειακή αναβάθμιση ενός κτιρίου, παραβλέποντας τη δομική του ασφάλεια, είναι παράλογο, ιδιαιτέρως σε περιοχές με αυξημένο σεισμικό κίνδυνο, όπου το πρώτο σεισμικό επεισόδιο θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο για το ενεργειακά αναβαθμισμένο αλλά μη ασφαλές κτίριο», μας εξηγεί ο Άρης Χατζηδάκης, αναπληρωτής πρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικής Προστασίας (ΟΑΣΠ) και τέως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Πολιτικών Μηχανικών (ECCE).

Και προσθέτει: «Η Βόρεια Ευρώπη, που κυρίως επηρεάζει όλες αυτές τις αποφάσεις, δεν αισθάνεται ότι διατρέχει τον ίδιο σεισμικό κίνδυνο με τον Νότο και πιθανώς θεώρησε ότι το ζήτημα της σεισμικής επικινδυνότητας δεν είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα: αυτό βέβαια άρχισε να καταρρίπτεται. Στη Δανία άρχισαν να ενισχύουν έναντι σεισμικών κινδύνων τα σχολικά τους κτίρια, από δευτερεύουσα σεισμικότητα που προκάλεσε η εξόρυξη σχιστολιθικού πετρελαίου».
Το κύμα των ενεργειακών ανακαινίσεων που επιδοτεί η Ευρώπη τον βρίσκει σύμφωνο. Ωστόσο ο Α. Χατζηδάκης ισχυρίζεται ότι: «Η προσέγγιση της Ε.Ε. απέχει πολύ από μια ολιστική αντίληψη του προβλήματος της διατήρησης και της αναβάθμισης των επιδόσεων των υπαρχόντων κτιρίων και η δομική ασφάλεια θα πρέπει να είναι ο πρώτος στόχος της ανακαίνισης». Είναι ένα ζήτημα, όπως λέει, για το οποίο ως χώρα «δεν καταφέραμε ποτέ να πείσουμε ότι υπάρχει ανάγκη να κατευθυνθούν και κάποιοι πόροι στη συντήρηση και στην αναβάθμιση των κτιρίων, που είναι το κέλυφος της ζωής αλλά και όλων των άλλων λειτουργιών».
«Στην κατεύθυνση αυτή της ολιστικής αντιμετώπισης, το Δημόσιο πρέπει να δώσει το παράδειγμα του υποδειγματικού ιδιοκτήτη. Δεν θα πρέπει να προχωρά σε ανακαινίσεις, τουλάχιστον ριζικές, σε κρίσιμα δημόσια κτίρια (νοσοκομεία, σχολεία, αστυνομικά τμήματα, διοικητικά κέντρα κ.λπ.) χωρίς προηγούμενο στατικό έλεγχο και τις απαραίτητες ενισχύσεις. Δυστυχώς στις προκηρύξεις για τα προγράμματα “Εξοικονομώ” που αφορούν δημόσια κτίρια δεν τίθενται τέτοιες προϋποθέσεις», λέει. Ξεκαθαρίζει ωστόσο ότι «πολλές από αυτές τις δημόσιες κατασκευές δεν σημαίνει ότι είναι επικίνδυνες. Είναι δυνητικά όμως πιο τρωτές».

Τα ανησυχητικά σημάδια επιδεινώνουν την τρωτότητα των κτιρίων
Ποια είναι όμως τα ανησυχητικά σημάδια τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε πιθανές καταρρεύσεις μπαλκονιών ή άλλων δομικών στοιχείων; «Υπάρχει ένας κύκλος φθοράς ο οποίος οφείλεται κυρίως σε διαρροές νερού αλλά και στο επιθετικό χημικό περιβάλλον των μεγαλουπόλεων», μας εξηγεί ο Α. Χατζηδάκης. Το σκυρόδεμα, το μπετόν δηλαδή, ενανθρακώνεται: «Προσλαμβάνει διοξείδιο του άνθρακα που είναι στην ατμόσφαιρα και αλλοιώνεται επιδερμικά το σκυρόδεμα, και αντί να είναι αλκαλικό το περιβάλλον που προστατεύει το σίδερο, γίνεται όξινο και σιγά σιγά οξειδώνει τον οπλισμό». Το σίδερο δηλαδή, τις ράβδους ή τα πλέγματα από χάλυβα που τοποθετούνται μέσα στο σκυρόδεμα.
Ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα μπαλκόνια των παλιών καλών αστικών οικοδομών της Αθήνας είναι οι ορθομαρμαρώσεις που τότε τοποθετούσαν στα μπαλκόνια. «Με τις διαρροές νερού ξεκολλάνε και μπορεί να προκαλέσουν σοβαρά ατυχήματα», λέει ο Β. Ματράγκος. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το σημαντικότερο πρόβλημα στις παλιές οικοδομές είναι το νερό. «Η υγρασία που μπορεί να υπάρχει, επειδή κρατάνε τα μπαλκόνια νερό, είτε γιατί είναι βουλωμένα είτε γιατί είναι χαλασμένα τα σιφόνια, είτε γιατί έχουν ρηγματωθεί τα πλακάκια ή τα μωσαϊκά. Το νερό αυτό βγαίνει κάτω στην πλάκα, οξειδώνοντας όλα τα σίδερά της, και έτσι βλέπουμε να φεύγουν και οι σοβάδες μαζί με τις ορθομαρμαρώσεις».

Το σημαντικό, όπως λέει, είναι, «αυτά τα κτίρια, τα οποία είναι παλιά και υπολείπονται αντοχής σε σχέση με τα σημερινά, να διατηρήσουν την αντοχή με την οποία μελετήθηκαν και κατασκευάστηκαν τότε. Το σκυρόδεμα, όσο περνάει ο καιρός, αυξάνει την αντοχή του. Γιατί συρρικνώνεται και φεύγει το νερό». Με την προϋπόθεση όμως, όπως λέει, «να είναι καλά συντηρημένο. Στην αντίθετη περίπτωση, και εφόσον εισχωρεί νερό, οξειδώνεται ο οπλισμός και ενανθρακώνεται το σκυρόδεμα, οπότε μειώνεται και η αντοχή του κτιρίου».
Σοβάδες που πέφτουν, υγρασίες, ρωγμές σε τοίχους ή κολόνες είναι τα σημάδια που μπορούμε να δούμε όλοι και τα οποία μπορεί να κρύβουν σοβαρά προβλήματα για τη στατικότητα ενός κτιρίου, πέρα από τα κατασκευαστικά λάθη, τα οποία κατά περίπτωση δεν μπορούν να αποκλειστούν. «Όλα τα παραπάνω πρέπει να επισκευαστούν με τον σωστό τρόπο», μας εξηγεί ο Β. Ματράγκος. «Όχι απλώς να θαφτούν με κάποιο πρόχειρο στοκάρισμα. Οι διαχειριστές των οικοδομών πρέπει να καλούν έναν μηχανικό, ο οποίος θα αξιολογήσει τη ζημιά και θα υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο θα την αποκαταστήσει». Ένας οπτικός έλεγχος από μηχανικό θα πρέπει να γίνεται, όπως λέει, κάθε χρόνο, για να προληφθούν ζημιές εν τη γενέσει τους. Γιατί όσο περνάει ο χρόνος, η ζημιά μεγαλώνει, όπως επίσης και το κόστος αποκατάστασης».
Ποια κτίρια παρουσιάζουν μεγαλύτερα προβλήματα
Πότε κατασκευάστηκαν όμως οι οικοδομές οι οποίες είναι πιο ευάλωτες και μπορούν να παρουσιάσουν μεγάλη τρωτότητα, όπως λένε οι ειδικοί; Είναι οι πολυκατοικίες του ’50 ή του ’60 και τι γίνεται με ακόμη παλαιότερα κτίρια, της δεκαετίας του ’30; Ο Άρης Χατζηδάκης μάς εξηγεί ότι δεν είναι τόσο απλό θέμα η κατηγοριοποίηση. «Σαφέστατα οι πολυκατοικίες εκείνης της εποχής είχαν λιγότερα σίδερα και άλλους κανονισμούς. Είχαν όμως πολύ ισχυρούς τοίχους. Ήταν ακόμη η εποχή που χτίζαμε τοίχους πάχους ενάμισι τούβλου. Η περιμετρική τοιχοποιία χτιζόταν μάλιστα πολύ έντεχνα, γιατί υπήρχαν ακόμη οι τεχνίτες που μπορούσαν να το κάνουν. Οι πολυκατοικίες αυτές έδειξαν μια συμπεριφορά ανέλπιστα καλή, γιατί οι τοίχοι τους ήταν ισχυροί». Όλα αυτά μέχρι το 1980, όπως λέει: «Από κει και πέρα, ξεθαρρέψαμε λίγο. Αρχίσαμε τα βιομηχανοποιημένα σκυροδέματα, δεν είχαμε τόσο πυκνούς σκελετούς, ξεκίνησαν να κατασκευάζονται οι πιλοτές. Θα σας έλεγα ότι κτίρια από το 1980 έως το 1987 είναι πιο ευάλωτα, καθώς συμπληρώνουν σε λίγο πενήντα χρόνια ζωής. Από το 1992/93, με την υιοθέτηση του νέου κανονισμού, έχουμε καλύτερες κατασκευές», εξηγεί.
Δίνοντας μια συνολική εικόνα της κατάστασης του κτιριακού αποθέματος, ο Α. Χατζηδάκης μάς λέει ότι «στη χώρα μας χοντρικά άνω του 70% των κτιρίων είναι σαφώς πιο τρωτό από τα σύγχρονα κτίρια. Το 1986 βελτιώσαμε τις διατάξεις του Αντισεισμικού Κανονισμού του 1959. Το 1995 κάναμε μια τομή και αναθεωρήσαμε τους σεισμικούς συντελεστές με διπλασιασμό τους περίπου. Άρα, ακόμα και χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τη γήρανση και την έλλειψη συντήρησης, υπάρχει μια δυνητική ανεπάρκεια τουλάχιστον 1 προς 3 στις παλαιότερες κατασκευές».

Ένας αναθεωρημένος κανονισμός επεμβάσεων
Πριν από δύο χρόνια αναθεωρήθηκε ο Κανονισμός Επεμβάσεων (ΚΑΝΕΠΕ) μετά από πολύμηνη συνεργασία του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΤΕΕ) και του Οργανισμού Αντισεισμικής Προστασίας (ΟΑΣΠ). Όπως μας εξηγεί ο Β. Ματράγκος, που συμμετείχε στην αναθεώρηση αυτού του κανονισμού, εφεξής «δίνεται η δυνατότητα στους ιδιοκτήτες να αναβαθμίζουν μερικώς το κτίριό τους οικειοθελώς, όταν δηλαδή δεν προκύπτει απαίτηση από κάποια άλλη διαδικασία, π.χ. έκδοση άδειας προσθήκης κ.λπ.». Ο κανονισμός αυτός προβλέπει επεμβάσεις οι οποίες μπορούν να κάνουν «το κτίριο ασφαλέστερο σε σχέση με την αρχική του κατασκευή και όχι σαν να κατασκευαζόταν σήμερα, κάτι που θα οδηγούσε σε υπέρογκο κόστος αλλά και σε λειτουργικές δυσκολίες».
Μια χρωματική παλέτα σεισμικής τρωτότητας
Ο ίδιος κανονισμός θεσμοθέτησε κλίμακα σεισμικών κλάσεων για τα κτίρια της χώρας μας, αντίστοιχη με εκείνη που ήδη υπάρχει για την ενεργειακή κατηγοριοποίηση των κτιρίων: «Δεν υπάρχει υποχρεωτικότητα πιστοποιητικού τρωτότητας. Εφόσον όμως κάποιος πολίτης θέλει να αποτιμήσει σε ποια κατηγορία τρωτότητας βρίσκεται ένα κτίριο, έχει πια στη διάθεσή του πλήρη επιστημονικά εργαλεία για να το κάνει», μας εξηγεί ο Α. Χατζηδάκης.
Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να καθιερωθεί ένα είδος πιστοποιητικού δομικής τρωτότητας για όλα τα κτίρια, κατά το πρότυπο του Δελτίου Δομικής Τρωτότητας Αυθαιρέτου (ΔΕΔΟΤΑ). Είναι ένα έγγραφο που είναι απαραίτητο στη διαδικασία τακτοποίησης αυθαίρετων κατασκευών. Θα μπορούσε να συσχετιστεί, όπως λέει, με την ηλεκτρονική ταυτότητα του κτιρίου: «Να γίνει υποχρεωτικό καταρχάς στις μεταβιβάσεις και τις ενοικιάσεις ακινήτων. Είναι απαράδεκτο να απαιτείται Ενεργειακό Πιστοποιητικό και όχι δομικής κατάστασης. Νομικά επιβάλλεται τόσο για λόγους δημοσίου συμφέροντος (ασφάλεια), όσο και προστασίας του καταναλωτή (ασύμμετρη πληροφόρηση)».
«Το πρόβλημα της αναβάθμισης των υπαρχόντων κτιρίων είναι το μεγάλο ουσιαστικό μας καθήκον, αν πέρα από ευχές και αναλύσεις θέλουμε να κάνουμε κάτι για να περιορίσουμε τη σεισμική διακινδύνευση στη χώρα μας», λέει. Προς το παρόν όμως χρηματοδοτικά εργαλεία που να ενισχύσουν τη στατική επάρκεια των κτιρίων δεν υπάρχουν. Και είναι πράγματι σοβαρή έλλειψη σε μια χώρα υψηλού σεισμικού κινδύνου.