ΜΙΑ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΗ ΟΨΗ της εξέλιξης στον ΣΥΡΙΖΑ με την «έφοδο» Κασσελάκη για την ηγεσία είναι το εξής: πάει να συγκροτηθεί (σε παρεμβάσεις και σχόλια) η αντίθεση μιας παλιάς, κειμενοκεντρικής και ρητορικής αριστεράς και ενός προοδευτισμού που έχει συμφιλιωθεί πλήρως με την εικόνα, το ΤikTok και τους υφολογικούς κώδικές μιας καμπάνιας. Σαν να λέμε ο Κασσελάκης ήλθε να ενσαρκώσει τη σαρωτική ισχύ μιας εικονιστικής κουλτούρας εις βάρος μιας κουρασμένης γραφειοκρατικής πολιτικής τάξης.
Προέκταση αυτής της αντίθεσης θεωρήθηκε η διένεξη μεταξύ αριστερής καθαρότητας και ρεαλιστικής ανασυγκρότησης ή μια αντιδιαστολή μεταξύ του πολιτικού επαγγελματισμού και της σφαίρας της απλής συγκίνησης του κόσμου. Υπονοείται πλέον η ρήξη μιας αριστεράς που, παρά τις μεταλλάξεις της, διατηρεί ακόμα ιδεολογικά και ιστορικά κειμήλια με ένα κίνημα που θέλει, πρώτα απ’ όλα, να «ρίξει τον Μητσοτάκη» και να κυβερνήσει ως κάτι αορίστως προοδευτικό.
Νομίζω όμως πως σε σχέση με τον Κασσελάκη η αντιδιαστολή μεταξύ εικονομάχων και εικονολατρών είναι παραπλανητική. Παρά τα όσα λέγονται, δεν έχουμε να κάνουμε με διαμάχη αρχαίων και μοντέρνων, όπου οι πρώτοι, σαν αργοπορημένοι οπαδοί του Ζαν-Ζακ Ρουσό, αποκηρύσσουν τους θεατρινισμούς και την επιπολαιότητα και οι δεύτεροι κοροϊδεύουν τον πικρόχολο διδακτισμό και τα αντιμοντέρνα κολλήματα των πρώτων. Αυτό το θέμα, μαζί με τον υπερτονισμό ενός χάσματος γενεών (οι γέροντες και οι νέοι, οι παλαιοσυριζαίοι και η νέα εκλογική βάση), έχει σχετικά μικρή σημασία.
Η έφοδος που ζούμε, λοιπόν, δεν αφορά απλώς ένα κόμμα που ούτως ή άλλως είχε σημαντικά προβλήματα προσανατολισμού, ταυτότητας και κοινωνικών ριζωμάτων.
Είναι περισσότερο ιδιοσυγκρασιακές και ψυχικές διαθέσεις, όχι όμως ο κρίσιμος παράγοντας της διαφοράς. Άνθρωποι που έχουν ασκήσει σκληρή κριτική στη συριζαϊκή ιστορία (όπως εγώ) αισθάνονται τώρα την ανάγκη να πουν κάτι παραπάνω για το ζητούμενο, γι’ αυτό που απωθείται. Την εκπροσώπηση του σύγχρονου κοινωνικού ζητήματος, την απόκριση στην κλιματική και περιβαλλοντική κρίση και στις αλλαγές που φέρνει, μια καλύτερη πολιτειακή οργάνωση για την αντιμετώπιση της ανασφάλειας και της τρωτότητας των πιο αδύναμων.
Είναι το βάθος και η έκταση των προβλημάτων που απαιτούν πια σοβαρή ανάλυση, βελτιωμένες διαλογικές ποιότητες και πολιτική συγκρότηση. Δεν είναι έτσι ένας πληγωμένος διανοουμενισμός ούτε η διαφύλαξη μιας κουλτούρας ελιτιστών και γραφειοκρατών που υπαγορεύουν την αντίσταση στο ρεύμα Κασσελάκη και ιδίως σε όσα το ρεύμα εκφράζει.
Η έφοδος που ζούμε, λοιπόν, δεν αφορά απλώς ένα κόμμα που ούτως ή άλλως είχε σημαντικά προβλήματα προσανατολισμού, ταυτότητας και κοινωνικών ριζωμάτων. Έχουμε τη σοσιαλμιντιακή συμπύκνωση των πιο προβληματικών ή αρνητικών τάσεων της προηγούμενης δεκαετίας: του νεο-αυριανισμού, της επικέντρωσης στο πρόσωπο του Μητσοτάκη ως ενσάρκωσης όλου του ελληνικού προβλήματος, του περάσματος από «ριζοσπαστικές» σε «δεξιές» θέσεις και αντιστρόφως. Τώρα όλο αυτό εκταμιεύεται ως ένας υβριδικός λαϊκισμός και κεντρώος και αριστερός και φιλοεπιχειρηματικός, ένα αμάλγαμα που πάμε να του δώσουμε τη χάρη του φρέσκου.
Το πρόβλημα έτσι δεν είναι κυρίως το υπερβολικό παιχνίδι με την εικόνα. Είναι μια φτωχή και παρωχημένη πολιτική σκέψη που αναπαράγει τον ρόλο του πολιτευτή-σωτήρα και παιδιού του λαού σε σύγχρονη version. Κάποιες ιδέες-φράσεις που έχουν ακουστεί στην εκστρατεία δεν έχουν το παραμικρό μεταρρυθμιστικό ίχνος. Ακόμα και η θορυβώδης άποψη για την κατάργηση της στρατιωτικής θητείας θυμίζει απλώς ένα κλείσιμο του ματιού στους δεκαεξάχρονους υπό τύπον διαφόρων διευκολύνσεων – δηλαδή μία από τις παθολογίες του ΣΥΡΙΖΑ και προτού εμφανιστεί ο Κασσελάκης.
Ανάλογες προτάσεις-πυροτεχνήματα πάνε απλώς να κολακεύσουν ένα κοινό χωρίς να έχουν από κοντά τους ένα ευρύτερο σκεπτικό όπου θα μπορούσαν να ενταχτούν πολιτικά και στρατηγικά. Απόψεις για τις άχρηστες ελίτ των δεξιών ή για το ποιος είναι πιο άριστος και μάγκας κ.λπ. είναι κουβέντες που μπορεί να τις ακούσεις από δυσαρεστημένους νεοδημοκράτες, ακροδεξιούς, απολίτικο κόσμο κ.λπ.
Το ελληνικό όνειρο του Κασσελάκη μπορεί να κάνει κλικ σε έναν κόσμο που έχει θυμώσει ή που βαρέθηκε τα μεγάλα κείμενα, τα ονόματα του κομμουνισμού, τις συνδιασκέψεις και τους απολογισμούς δίχως απολογισμό, την πολιτική γραμματική και τις αναμνήσεις της γενιάς του Πολυτεχνείου και των επιγόνων τους. Χίλια πράγματα μπορούν, άλλωστε, να λεχθούν για τα όρια αυτής της πολιτικής γραμματικής: για δογματισμούς, ενοχλητικές σιωπές, αφέλειες ή πονηριές και μαγειρέματα μηχανισμών. Τα ξέρουμε αυτά, είναι κουζίνες της πολιτικής και όχι μόνο στην αριστερά. Όμως η πολιτική δεν είναι μόνο θέληση για εξουσία. Υποτίθεται ότι έχει και κάποιες άλλες αξιώσεις και φιλοδοξίες. Εκτός αν είναι μια απλή τεχνολογία κυκλοφορίας των ελίτ όπως την έβλεπαν οι συντηρητικοί (και ευφυείς) κοινωνιολόγοι στις αρχές του 20ού αιώνα.
Θα πει κανείς πως το φαινόμενο Κασσελάκη είχε προαναγγελθεί από χρόνια σαν ένας μετωπικός κοινός τόπος απέναντι στους «Κούληδες». Υπήρχε ως κενολόγος ριζοσπαστισμός που όταν κατασίγασε ως ριζοσπαστισμός έμεινε με τα κενά και τα τρολ του. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα χρειάζεται πολιτικούς φορείς πέραν της Νέας Δημοκρατίας και των δικτύων εξουσίας της. Ένας χώρος σοσιαλδημοκρατικός, οικολογικός, πολιτειακός, με πιο ριζοσπάστες και πιο μετριοπαθείς, με φωνές για τα δικαιώματα αλλά και για ένα κράτος κατά των ανισοτήτων και της ανομίας, ένας πολιτικός χώρος για την προστασία δημόσιων αγαθών και χώρων δεν μπορεί να βρεθεί στον αέρα.
Φυσικά, η πολιτική δεν είναι ένα πεδίο σοβαρότητας δίχως χαρές, μια προγραμματική γλώσσα δίχως συγκινήσεις, μια στυφή γεύση δίχως ηδύτητα. Ιδίως όταν ισχυρίζεται πως είναι προοδευτική και χειραφετητική. Η έξοδος όμως από τις θλιμμένες όψεις της αριστεράς δεν μπορεί να γίνει πρόσχημα μιας σοβαρής θεσμικής και ιδεολογικής οπισθοδρόμησης. Και αυτό βλέπω να έρχεται και δεν είναι καθόλου ευχάριστο για την ελληνική δημοκρατία, που έχει ήδη πολλές και ανησυχητικές ρωγμές.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.