TO BLOG ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΥ
ΧΙΟΝΙΙ** Facebook Twitter
APICHATPONG WEERASETHAKUL, Power Boy (Mekong), 2009

To καινούργιο φεγγάρι. Ένα πολυπόστ του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου

To καινούργιο φεγγάρι

Ένα πολυπόστ, εν πολλοίς βιβλιοφιλικό, για να περάσει η ώρα. Περιέχει τολμηρή γλώσσα.



09.07

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ. Το μόνο που ξέρω είναι ότι διαπράττουν μεγάλη αθλιότητα όσοι αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή, που ένα έθνος εισβάλλει βάναυσα στη γη ενός άλλου, φέρνουν στη συζήτηση οτιδήποτε συμψηφιστικό. Πρώτα σταματάς το χέρι που εγκληματεί, το σταματάς με κάθε τρόπο, με όλη σου τη δύναμη, και μετά κάθεσαι να δικάσεις τις προθέσεις, τους θυμούς και να πεις τα τα ναι-μεν-αλλά σου – που άλλοτε τα λες από πνευματική νωθρότητα, καθώς χαϊδεύεσαι στις κόκκινες βελέντζες της rive gauche, κάνοντας τον εξυπνάκια, εσύ που πάντα ξέρεις κάτι πιο σύνθετο απ' τους άλλους· άλλοτε επειδή είσαι όμηρος μιας σκέψης παλιάς, ατίθασης, πλην όμως ληγμένης και σίγουρα άσχετης με τον τρόπο που ζεις, οπότε ξεδίνεις στη φαντασιακή αμφισβήτηση, στη συντριβή κάθε απλουστευτικής εικόνας, όπως είναι π.χ. μια έγγυος με θραύσματα βόμβας στην κοιλιά, στο μαιευτήριο που πήγε να γεννήσει – «Ω, μην το συναισθηματοποιούμε, αυτό είναι μια πρώτη ανάγνωση», λες με μια ακατάδεχτη κίνηση του κεφαλιού, κλείνοντας τα μάτια, ενόσω προσδοκάς κάποιο πενιχρό όφελος για όλα αυτά τα δοκισήσοφα που γράφεις – ίσως και λίγα ψωραλέα λάικ  σού είναι αρκετά, έτσι όπως πλανάσαι αγέρωχος στο facebook, εξέχων στοχαστής. 

Αυτά, την ώρα που μια χώρα ισοπεδώνει μια άλλη και 2 εκατομμύρια άνθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους – σωρός ερειπίων.

Είσαι απ' τους τύπους που όταν βιάζουν μια γυναίκα, παρατηρείς πόσο κοντή είναι η φούστα της. Έχεις αμείλικτη παρατηρητικότητα για όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό σου.

Όπως τα είχε πει ο Υeats στη «Δευτέρα Παρουσία»

Τα πάντα διαλύονται· το κέντρο δεν κρατάει·
Ωμή αναρχία τώρα λύνεται στον κόσμο,
Απ' το αίμα θολός λύνεται ο ποταμός, και παντού
Η τελετή της αθωότητας πνίγεται·                        
Οι καλύτεροι δίχως πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι
Ωθούνται απο την ένταση του πάθους. 

― «Τhe Second Coming», μτφρ.: Σπύρος Ηλιόπουλος, από το βιβλίο «William Butler Yeats - Mυθολογίες και οράματα», εκδ. Πλέθρον



10.17

ΧΙΟΝΙΙ** Facebook Twitter
Ο Οcean Vuong φωτογραφημένος από τον Mengwen Cao

Ένας Αμερικανός στρατιώτης γάμησε μια Βιετναμέζα aγρότισσα. Έτσι υπάρχει ή μάνα μου. Έτσι όχι βόμβες = όχι οικογένεια = όχι εγώ.

Ουφ. 

― Οcean Vuong, Σπαράγματα Ημερολογίου

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Ο Οcean Vuong φωτογραφημένος από τον Mengwen Cao



ΔΙΑΒΑΖΩ ΛΑΙΜΑΡΓΑ τον Οcean Vuong. Mεγάλος συγγραφέας – αν και νέος σχετικά, στα 33. Διαβάζω την ποιησή του, αλλά κυρίως το πρώτο του μυθιστόρημα «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι». Είναι ένα ανοιχτό γράμμα στην αναλφάβητη μητέρα του, παιδί μιας Βιετναμέζας πόρνης και ενός Αμερικανού στρατιώτη τα χρόνια του πολέμου στο Βιετνάμ. Στην ουσία είναι μια καλειδοσκοπική αυτοβιογραφία, σπασμένη και ιριδίζουσα, σαν τα ψηφιδωτά από γυαλιά σπασμένης μπίρας στις φτηνές ντισκο τότε ή στα καραόκε μπαρ με τα κόκκινα, κίτρινα, μπλε στρόμπο λάιτς – αυτός ο ιδιάζων λυρισμός της Νοτιοανατολικής Ασίας που ξεκινά από τον μέγα Apichatpong Weerasethakul και φτάνει μέχρι τον Lee Chang-dong αλλά και τους συγκλονιστικούς Κινέζους, τον Χου μπο και τον Jia Zhangke – ο λυρισμός όπου μια λάμπα φθορίου φτιάχνει το νέο φεγγάρι και μια φλούο πλαστική καρέκλα γίνεται το σκηνικό μιας τραγωδίας σιγανής, χωρίς κορύφωση.

Κι είναι να απορείς σε αυτή την Τέχνη, πώς  τόσο ευτελή υλικά είναι ισάξια του ουρανού, πώς ένα κορίτσι του μπορντέλου, όπως η γιαγιά του Vuong, λέγεται  Κρίνος – «Ten toi la Lan».

Είναι έξοχος, βαθύς συγγραφέας ο Vuong. Από μια χούφτα σπασμένα γυαλιά που λάμπουν σαν θησαυρός στο μονήρες του δωμάτιο φτιάχνει την αυτοπροσωπογραφία του, την ψηφοθετεί σαν ολοκληρωμένος μάστορας. Έτσι όπως το μάτι μας πηγαινοέρχεται στα σκόρπια άστρα τ' ουρανού τη νύχτα, συνθέτοντας πρόσωπα, μύθους, ζώα, αστερισμούς  (το παρατσούκλι του Vuong είναι Μικρός Σκύλος, όπως Μικρά Άρκτος, όπως Άλφα του Μεγάλου Κυνός), έτσι με ένα ζιγκ-ζαγκ στις αναμνήσεις ψηφοθετεί το οικογενειακό πορτρέτο του. Και ονοματοδοτώντας το, το νομιμοποιεί.

Και τώρα που το σκέφτομαι, αυτό το πάτερν (οι αστερισμοί που σχηματίζουν πρόσωπα, η θεατρικότητα των ευτελών υλικών που προσποιούνται τα πολύτιμα και γίνονται πολύτιμα εν τέλει) είναι κάτι πολύ αγαπημένο, όχι μόνο στην ασιατική Τεχνη αλλά και στην queer κουλτούρα, από τον James Bidgood και τον Μαρκ Άλμοντ (για να πω δυο τυχαία ονοματα) μεχρι το σημερινό drag. Μέχρι τον Vuong. Ένα παιχνίδι, παιδικό σχεδόν, γι' αυτόν που δεν έχει διαμάντια, πρέπει όμως να ντυθεί πριγκίπισσα απόψε.

Γράφει, λοιπόν, για τα χρόνια που πέρασε με τη μητέρα του και τη γιαγιά του σε εναν προσφυγικό καταυλισμό στις Φιλιππίνες, μικρό παιδί, τον ερχομό τους στην Αμερική, το μπούλινγκ που υπέστη στο αμερικανικό σχολείο επειδή ήταν Βιετναμέζος και queer, τα τραύματα της πατρίδας τους, τα τραύματα της γλώσσας του, τα τραύματα του έρωτά του. Πώς γίνεται να περιγράφει τόσο σκληρά πράγματα με τόση επιείκια; Δεν ξέρω. Πρώτη φορά το βλέπω σε αυτή την έκταση.

Με συγκίνησε βαθιά αυτό το βιβλίο, επίσης, γιατί είναι και ένας θρίαμβος επιβίωσης. Πρόσωπα σαν τον Vuong συχνά πάνε χαμένα. Σπάνε. Αυτός όχι. Πιάστηκε από τη γλώσσα. Τις λέξεις. Θα πω την ιστορία της αναλφάβητης μάνας μου, σκέφτηκε, αφού μόνο εγώ μπορώ, κι έτσι θα άρω στον λεπτό, queer ώμο μου τις σκληρές της μνήμες. Αν και πονάει κάτι τέτοιο (γιατί συχνά οι αναμνήσεις των δεινών πονάνε πιο πολύ από τα δεινά τα ίδια), με όπλο τη γλώσσα θα καταπατήσω τον Άδη, θα θάψω τους νεκρούς μου, θα φτιάξω νέο φεγγάρι. Όπερ και εγένετο.

Μέρες που είναι, σας δίνω να διαβάσετε ένα απόσπασμα με την άδεια του εκδοτικού οίκου Gutenberg, που τον εκδίδει στην Ελλάδα. Είναι στο Βιετνάμ τα χρόνια του πολέμου. Βόμβες ναπάλμ, αβυσσαλέα βαρβαρότητα, το πιο παρανοϊκό πρόσωπο της Αμερικής. Στη σκηνή είναι η γιαγιά του, που κρατάει στην αγκαλιά της, μωρό, τη μαμά του Vuong.


 


Ο Οcean Vuong διαβάζει το πρώτο κεφάλαιο του «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι»


To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Apichatpong Weerasethakul, Ghost Teen from "Primitive Project" (detail), 2009. Courtesy of Kick the Machine


Στη γη είμαστε πρόσκαιρα
υπέροχοι

Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του Οcean Vuong

ElNAI ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΧΩΡΑ, ανάλογα από ποια πλευρά την κοιτάζεις. Ανάλογα από ποια πλευρά την κοιτάζεις ίσως δεις μια γυναίκα να περιμένει στην άκρη ενός χωματόδρομου κρατώντας αγκαλιά ένα κοριτσάκι τυλιγμένο σ’ ένα γαλάζιο σάλι. Η γυναίκα κουνάει τους γοφούς της βαστώντας το κεφαλάκι του νήπιου στη χούφτα της. Γεννήθηκες, σκέφτεται η γυναίκα, επειδή κάνεις άλλος δεν ερχόταν. Και επειδή κανείς άλλος δεν έρχεται, αρχίζει να σιγοτραγουδάει.

Μια γυναίκα, που ακόμη δεν έχει κλείσει τα τριάντα, σφίγγει τη θυγατέρα της στην άκρη του χωματόδρομου σε μια όμορφη χώρα όπου δύο άντρες, κρατώντας Μ-16, την πλησιάζουν. Βρίσκεται σε ένα σημείο ελέγχου, σε μια πύλη ζωσμένη από στριφτό αγκαθωτό συρματόπλεγμα και φρουρούς που οπλοφορούν.

Πίσω της τα χωράφια έχουν ήδη αρχίσει να φλέγονται. Μια πλεξούδα καπνού σ’ έναν ουρανό κενή σελίδα. Ο ένας άντρας έχει μαύρα μαλλιά, ο άλλος κίτρινο μουστάκι σαν ουλή ηλιαχτίδας. Από τις φόρμες τους αναδύεται μια μπόχα βενζίνης. Την πλησιάζουν κραδαίνοντας τα ντουφέκια τους, τα μεταλλικά έμβολα τρεμολάμπουν στον απογευματινό ήλιο.

Μια γυναίκα, ένα κοριτσάκι, ένα όπλο. Πρόκειται για μια παλιά ιστορία, μια ιστορία που οποιοσδήποτε μπορεί να αφηγηθεί. Μια συνεκδοχή σε μια ταινία απ’ όπου θα μπορούσες να αποχωρήσεις, αν δέν ήταν κιόλας εδώ, αν δεν ήταν μια πραγματικότητα πού έχει ήδη γραφτεί.

Αρχίζει να βρέχει. Το χώμα γύρω από τα γυμνά πόδια της γυναίκας είναι διάστικτο από κοκκινοκάστανα ερωτηματικά – το σώμα της ένα αντικείμενο μέσω του οποίου μιλά. Το λευκό της πουκάμισο κολλάει πάνω στους κοκαλιάρικους ώμους της, ενώ εκείνη ιδρώνει. Το χορτάρι παντού γύρω της πατικωμένο, λες κι ο θεός πίεσε το χέρι του πάνω εκεί, δημιουργώντας ένα χώρο για την όγδοη ημέρα. Είναι μια όμορφη χώρα, της έχουν πει, ανάλογα με το ποιος είσαι.
 

ΔΕΝ είναι ένας θεός –όχι βέβαια– μα ένα ελικόπτερο, ένα Huey, ένας άλλος αφέντης με αέρα τόσο βαρύ που, κάποια μέτρα παρακεί, ένα γκρίζο κουφαηδόνι χτυπιέται μές στα ψηλά χορτάρια, μη μπορώντας να βρει το ρυθμό του και να πετάξει.

- Το μάτι του μικρού κοριτσιού γεμίζει από το ελικόπτερο στον ούρανό, το πρόσωπό της ένα πεσμένο ροδάκινο. Το γαλάζιο σάλι της γίνεται επιτέλους ορατό με μαύρο μελάνι, σαν αυτό.

σ
ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΔΩ

Κάπου στά βάθη αυτής της όμορφης χώρας, στο πίσω μέρος ενός γκαράζ που φωτίζεται με μια σειρά από φωσφορίζουσες λάμπες, καταπώς λέει ο μύθος, πέντε άντρες μαζεύτηκαν γύρω από ένα τραπέζι. Κάτω από τα σανδαλοφορεμένα πόδια τους, λιμνούλες από λάδι κινητήρα που τίποτα δεν αντανακλά. Στη μια άκρη του τραπεζιού ένα σωρό γυάλινα μπουκάλια. Στο εσωτερικό τους η βότκα αχνοφέγγει κάτω από το σκληρό φως καθώς οι άντρες μιλούν, οι αγκώνες τους μετακινούνται νευρικά. Σωπαίνουν κάθε φορά που κάποιος απ' αυτούς κοιτάζει προς την πόρτα. Από στιγμή σε στιγμή θα ανοίξει. Το φως τρεμοπαίζει μια φορά, έπειτα σταθεροποιείται.

Η βότκα σερβίρεται σε σφηνοπότηρα, μερικά απ' αυτά έχουν σκουριά στο χείλος γιατί βρίσκονταν αποθηκευμένα σε σιδερένια κιβώτια για σφαίρες από τον προηγούμενο πόλεμο. Τα βαριά ποτήρια κοπανιούνται στο τραπέζι, το κάψιμο καταπίνεται με μια σκοτεινιά που η δίψα επινοεί.

Αν έλεγα η γυναίκα. Αν έλεγα η γυναίκα σκύβει, καμπουριάζει τη ράχη κάτω από αυτή την ανθρωποθύελλα, θα την έβλεπες; Από εκεί που στέκεσαι, λίγα εκατοστά μακριά, χρόνια δηλαδή, απ' τη σελίδα αυτή, θα ’βλεπες το κομμάτι της γαλάζιας εσάρπας να ανεμίζει πάνω στα κλειδοκόκαλά της, την ελιά στην έξω γωνία του αριστερού της ματιού καθώς λοξοκοιτάζει τους άντρες, που τώρα είναι αρκετά κοντά της ώστε εκείνη να αντιληφθεί ότι καθόλου άντρες δεν είναι, είναι παιδιά – δεκαοκτώ, το πολύ είκοσι χρόνων; Ακούς τον ήχο του ελικοπτέρου, τον διαμελισμό του αέρα, τόσο δυνατό που πνίγει τις κραυγές από κάτω. Ο αέρας βαρύς, οξύς από τον καπνό, αλλά και από κάτι ακόμα, κάτι καρβουνιασμένο, μουσκεμένο από τον ιδρώτα που η αλλόκοτη και ταγγιά γεύση του έρχεται από την καλύβα στην άκρη του χωραφιού. Μια καλύβα που, μόλις λίγα λεπτά πριν, ήταν γεμάτη από φωνές ανθρώπων.

Το κοριτσάκι, με το αφτί του κολλημένο στο στήθος της γυναίκας, αφουγκράζεται, θαρρείς και κρυφακούει πίσω από μια κλειστή πόρτα. Υπάρχει κάτι που ρέει μέσα στη γυναίκα, ένα ξεκίνημα, ή ίσως μια αναδιάρθρωση του συντακτικού. Με μάτια κλειστά, η γυναίκα ψάχνει, η γλώσσα της στην άκρη μιας πρότασης.

Πράσινες φλέβες στους καρπούς του και το αγόρι σηκώνει το Μ-16, ξανθές τρίχες στά μπράτσα του που ο ιδρώτας έχει κάνει καστανές. Οι άντρες πίνουν και γελούν, τα αραιά δόντια μέσα στο στόμα τους μοιάζουν με ζάρια. Τούτο το αγόρι έχει τα χείλη τραβηγμένα λοξά, τα πράσινα μάτια του καλυμμένα από μια κόκκινη μεμβράνη. Αυτός ο απλός στρατιώτης. Οι άντρες είναι έτοιμοι να ξεχάσουν, μερικοί απ’ αυτούς έχουν ακόμη στα δάχτυλα υπολείμματα από το μακιγιάζ των γυναικών τους. Το στόμα του ανοίγει και κλείνει γοργά. Κάνει μια ερώτηση, κάνει ερωτήσεις, μετατρέπει τον αέρα γύρω από τις λέξεις σε κακοκαιρία. Υπάρχει γλώσσα για την κατάρρευση της γλώσσας; Δόντια αστράφτουν, ένα δάχτυλο στη σκανδάλη, το αγόρι λέει, «Όχι. Όχι, κάνε πίσω».

Το χακί ταμπελάκι στερεωμένο στο στήθος του αγοριού πλαισιώνει μια λέξη. Αν και η γυναίκα δεν μπορεί να τη διαβάσει, ξέρει ότι σηματοδοτεί ένα όνομα, κάτι δοσμένο από μια μητέρα, έναν πατέρα, χωρίς βάρος ωστόσο διαρκές, σαν τον παλμό της καρδιάς. Ξέρει ότι το πρώτο γράμμα στο όνομα είναι Κ. Όπως στο Γκο Κονγκ, το όνομα της υπαίθριας αγοράς που έπισκέφθηκε δύο μέρες πριν, με τις μαρκίζες του νέον να βουίζουν στην είσοδο. Πήγε για να άγοράσει ένα καινούργιο σάλι για το κοριτσάκι. Το ρούχο κόστισε περισσότερο απ' ό,τι είχε υπολογίσει, αλλά όταν το είδε στο φως της ημέρας ανάμεσα στα γκρίζα και καφετιά έμβολα, κοίταξε ψηλά στον ουρανό, άαν κι είχε ήδη πέσει η νύχτα, και πλήρωσε ξέροντας ότι δεν της έμεναν χρήματα για φαγητό. Γαλάζιος ουρανός.


ΌΤΑΝ ΑΝΟΙΓΕΙ η πόρτα οι άντρες αφήνουν κάτω τα ποτήρια, μερικοί κατεβάζουν μονοκοπανιάς ό,τι έχει άπομείνει. Ένας πίθηκος μακάκος, σε μέγεθος σκυλιού, οδηγείται με λουρί από έναν καμπούρη με άσπρα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω. Κανείς δεν μιλάει. Και τα δέκα μάτια είναι καρφωμένα πάνω στο θηλαστικό που προχωράει τρικλίζοντας στο δωμάτιο, με το βαθυκόκκινο τρίχωμά του να ζέχνει οινόπνευμα και κόπρανα, αφού, όλο το πρωί, τον πότιζαν με το ζόρι βότκα και μορφίνη μέσα στο κλουβί του.

Το φωσφορίζον βουητό ασταμάτητο πάνω από το κεφάλι τους, λες και η σκηνή είναι όνειρο που έχει φως.

Μια γυναίκα στέκεται στην άκρη του χωματόδρομου και ικετεύει σε μια γλώσσα που οι πυροβολισμοί έχουν καταστήσει απαρχαιωμένη, να την αφήσουν να μπει στο χωριό όπου βρίσκεται το σπίτι της, εκεί που δεκαετίες τώρα βρίσκεται. Πρόκειται για μια ανθρώπινη ιστορία. Οποιοσδήποτε μπορεί να τη διηγηθεί. Εσύ μπορείς να καταλάβεις; Μπορείς να καταλάβεις τη βροχή που έχει βαρύνει, τα πατήματα των πλήκτρων της που πέφτουν σαν κόκκοι μαύρο πιπέρι πάνω στο γαλάζιο σάλι;

Η δύναμη της φωνής του στρατιώτη σπρώχνει πίσω τη γυναίκα. Κλονίζεται, το ένα της χέρι κοπανιέται στον άέρα, μετά σταθεροποιείται και σφίγγει πάνω της το κοριτσάκι.

Μια μητέρα και μια κόρη. Ένα εγώ κι ένα εσύ. Μια παλιά ιστορία.

Ο καμπούρης οδηγεί τον πίθηκο κάτω από τό τραπέζι, χώνει το κεφάλι του μέσα σε μια τρύπα κομμένη στο κέντρο. Κι άλλο μπουκάλι ανοίγει. Το καπάκι στρίβει με έναν ξερό ήχο καθώς οι άντρες παίρνουν τα ποτήρια τους.

Ο πίθηκος δένεται σε ένα στύλο κάτω από τό τραπέζι. Τινάζεται πέρα δώθε. Με το στόμα του κλεισμένο με ένα δερμάτινο λουρί, οι στριγγλιές του μοιάζουν περισσότερο σαν το θόρυβο που κάνει το καρούλι καλαμιού ψαρέματος που το ρίχνουν πέρα μακριά στη λίμνη.
 

ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ τα γράμματα στο στήθος του αγοριού η γυναίκα θυμάται το δικό της όνομα. Η κατοχή ενός ονόματος, άλλωστε, είναι το μόνο κοινό μεταξύ τους.

«Λαν», λέει εκείνη. «Tên tôi là Lan». T' όνομά μου είναι Λαν.

Λαν σημαίνει Κρίνος. Λαν είναι τό όνομα που η ίδια έδωσε στον εαυτό της, αφού γεννήθηκε ανώνυμη. Γιατί η μάνα της τη φώναζε απλώς Εφτά – η σειρά με την οποία ήρθε στον κόσμο μετά τα αδέλφια της.

Μόνο όταν πια δραπέτευσε, στα δεκαεπτά της χρόνια, από τον γάμο με συνοικέσιο μ' έναν άντρα που είχε τα τριπλάσια από εκείνη χρόνια, τότε μόνο ήταν που η Λαν έδωσε, μόνη της το όνομα αυτό στον εαυτό της. Ένα βράδυ έβρασε μια τσαγιέρα τσάι για τον άντρα της καί, αφού έριξε μέσα μερικούς μίσχους λωτού για να τον κοιμίσουν βαθιά, περίμενε να δει τα τοιχώματα της καλύβας να τρέμουν από το ροχαλητό του. Μέσα στην πεδιάδα της μαύρης νύχτας άνοιξε δρόμο ψηλαφώντας το ένα χαμηλό κλαρί μετά το άλλο. Ώρες άργότερα, χτυπούσε την πόρτα του σπιτιού της μάνας της. «Εφτά», είπε η μάνα της πίσω από τη χαραμάδα της πόρτας, «μια κοπέλα που αφήνει τον άντρα της είναι το σάπιο μιας ολόκληρης σοδειάς. Τα ξέρεις αυτά. Δεν μπορεί να μην τα ξέρεις». Και η πόρτα έκλεισε· πριν όμως κλείσει ένα χέρι, ροζιασμένο σαν αρχαίο ξύλο, έσπρωξε ένα ζευγάρι μαργαριταρένια σκουλαρίκια στη χούφτα της Λαν. Το ωχρό πρόσωπο της μάνας της έσβησε πίσω από την κυκλική κίνηση της πόρτας, ακούστηκε ο ξερός ήχος του κλειδιού που γύριζε.

Τα τριζόνια ξεφάντωναν καθώς η Λαν κατευθυνόταν παραπατώντας προς το κοντινότερο φανάρι του δρόμου· έπειτα ακολούθησε έναν έναν τους κακοφωτισμένους στύλους ώσπου, μέσα στην καταχνιά της αύγής, αντίκρισε την πόλη.

Ένας άντρας που πουλούσε ρυζόπιτες την είδε, είδε τη βρόμικη σκισμένη στο λαιμό νυχτικιά της, και της πρόσφερε μια μεγάλη κουταλιά γλυκό ρύζι, άχνιστό, πάνω σ’ ένα μπανανόφυλλο. Εκείνη έπεσε καταγής κι έφαγε λαίμαργα, με τα μάτια καρφωμένα στο χώμα ανάμεσα στα καρβουνόχρωμα πόδια της.

«Από πού είσαι;» ρώτησε ο άντρας, «Τι κάνει ένα κορίτσι σαν έσένα στους δρόμους τέτοια ώρα; Πώς σε λένε;»

Το στόμα της γέμισε με έκεινον τον αισθησιακό ήχο, τον τόνο που σχηματίζεται μέσα από το μασημένο ρύζι πριν το φωνήεν ανυψωθεί, ο ανοιχτός, παρατεταμένος ήχος του Α, που προφέρεται Λαάνγκ. Κρίνος, αποφάσισε χωρίς συγκεκριμένο λόγο. «Λαν», απάντησε, και το ρύζι έπεσε σαν θρυμματισμένο φως από τα χείλη της. «Tên tôi là Lan».

Γύρω από τον νεαρό στρατιώτη η γυναίκα και το κοριτσάκι αποτελούν τη χλοερή επιμονή της γης. Ποια γη όμως; Ποια είναι αυτά τα σύνορα που τα διέσχισαν και τα έσβησαν, τα διαίρεσαν και τα αναδιάταξαν;

Είκοσι οκτώ πια, έχει γεννήσει ένα κοριτσάκι που το κρατάει τυλιγμένο σ’ ένα κομμάτι ουρανού κλεμμένου από μια ηλιόλουστη μέρα.

Κάποιες φορές, τη νύχτα, όταν το κοριτσάκι κοιμάται, η Αάν ατενίζει το σκοτάδι με τη σκέψη σ’ έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο όπου μια γυναίκα κρατά αγκαλιά την κόρη της στην άκρη του δρόμου, μ’ ένα φεγγάρι-νύχι να αιωρείται στον καθάριο αέρα. Είναι ένας κόσμος χωρίς στρατιώτες, χωρίς Huey, ένα ζεστό ανοιξιάτικο απόβραδο, και η γυναίκα πάει απλώς περίπατο και γλυκομιλά στην κόρη της, της αφηγείται μια ιστορία για μια κοπέλα που δραπέτευσε από την απρόσωπη νιότη της απλώς και μόνο για να δώσει στον εαυτό της το όνομα ενός ανθού που, καθώς ανοίγει, μοιάζει να σχίζεται στά δύο.


ΕΞΑΙΤΙΑΣ του ότι είναι πανταχού παρόντες και μικροί σε μέγεθος, οι πίθηκοι μακάκοι είναι ανάμεσα στα πιο κυνηγημένα πρωτεύοντα θηλαστικά της Νότιας Ασίας.

Ο ασπρομάλλης σηκώνει το ποτήρι του και κάνει μια πρόποση, χαμογελάει πλατιά. Πέντε ακόμα ποτήρια σηκώνονται και συναντούν το δικό του, το φως πέφτει σε όλα τα σφηνάκια – γιατί αυτό απαιτεί ο νόμος. Τα χέρια που κρατούν τα σφηνάκια ανήκουν στους άντρες αυτούς που σε λίγο θα ανοίξουν μ’ ένα νυστέρι το κεφάλι του πίθηκου, θα το ανοίξουν σαν καπάκι γυάλας.

Οι άντρες, ο καθένας με τη σειρά του, θα φάνε το μυαλό ποτισμένο σε αλκοόλ ή μασώντας το με σκελίδες σκόρδου μέσα από ένα πορσελάνινο πιάτο, ενώ στο μεταξύ ο πίθηκος θα σπαρταράει από κάτω. Ένα καλάμι ψαρέματος ρίχνεται και ξαναρίχνεται χωρίς ποτέ να βρίσκει το νερό. Οι άντρες πιστεύουν ότι το γεύμα αυτό τους απαλλάσσει από την ανικανότητα, ότι όσο περισσότερο φρενιάζει ο πίθηκος τόσο ισχυρότερη η θεραπεία. Είναι κάτι που πράττουν για το μέλλον των γονιδίων τους – πρός χάριν των γιων και των θυγατέρων τους.

Σκουπίζουν τα στόματά τους με πετσέτες σταμπαρισμένες με ηλίανθους, που δεν θ’ αργήσουν να γίνουν καφετί, και να κουρελιαστούν έπειτα – μουλιασμένες.

Ύστερα από εκείνη τη νύχτα, οι άντρες θα γυρίσουν στον τόπο τους αναζωογονημένοι, με γεμάτα στομάχια, και θα κολλήσουν το κορμί τους πάνω στις συζύγους, στις έρωμένες τους. Τα καλλυντικά μοσχομυρίζουν – μάγουλο με μάγουλο.

Τώρα ακούγεται ένας ήχος σαν κάτι να σταλάζει. Μια υγρή ζέστη κυλά κάτω στο στρίφωμα του μαύρου της παντελονιού. Μια αψιά μυρωδιά αμμωνίας. Η Λαν κατουριέται μπροστά στα δύο αγόρια – ενώ σφίγγει ακόμα περισσότερο το κοριτσάκι πάνω της. Γύρω από τα πόδια της ένας κύκλος ύγρής ζέστας. Ο εγκέφαλος του πιθήκου μακάκου, μεταξύ όλων των θηλαστικών, είναι ό,τι πλησιέστερο στον ανθρώπινο.

Οι σταγόνες της βροχής σκουραίνουν καθώς κυλούν στα λασπωμένα μάγουλα του ξανθού στρατιώτη πριν συγκεντρωθούν σε σχήμα ελλειπτικό πέρα πέρα στο σαγόνι του.
 

«Α-ΜΕ-ΡΙ-ΚΑ  καλό», λέει εκείνη, ενώ τα ούρα κυλούν ακόμη στους αστραγάλους της. Κι έπειτα πιο δυνατά, «Α-μέ-ρι-κα καλό».

«Όχι μπανγκ μπανγκ». Σηκώνει το ελεύθερο χέρι της στον ουρανό, λες και ζητά από κάποιον να την τραβήξει εκεί πάνω. «Όχι μπανγκ μπανγκ. Α-μέ-ρι-κα καλό».

Ένα τικ στο αριστερό μάτι του αγοριού. Ένα πράσινο φύλλο πέφτει σε μια πράσινη λίμνη.

Καρφώνει το βλέμμα στο κοριτσάκι, στο υπερβολικά ροδαλό δέρμα της. Το κοριτσάκι, που τ’ όνομά του είναι Χονγκ, Ρόουζ δηλαδή, ρόδο. Γιατί όχι ένα ακόμα λουλούδι; Χονγκ – συλλαβές που το στόμα πρέπει να καταπιεί μονοκοπανιάς. Κρίνο και ρόδο, πλάι πλάι σε τούτο τον άσπρο από τις ανάσες δρόμο. Μια μάνα με την κόρη της αγκαλιά. Ένα ρόδο που μεγαλώνει μέσα από το μίσχο ενός κρίνου.

Εκείνος παρατηρεί τα μαλλιά της Ρόουζ, τις σκόρπιες κανελί αποχρώσεις που πλαισιώνουν το ξανθό στους κροτάφους. Βλέποντας τη ματιά του στρατιώτη να πέφτει πάνω στην κόρη της, η Λαν χώνει το πρόσωπο του κοριτσιού στο στήθος της για να την προφυλάξει. Το αγόρι παρακολουθεί το κοριτσάκι αυτό, η λευκότητά του το ξεχωρίζει από το κιτρινωπό σώμα της μάνας. Θα μπορούσα να είμαι εγώ πατέρας της, σκέφτεται, συνειδητοποιεί. Κάποιος που γνωρίζω θα μπορούσε να είναι ο πατέρας της – ο λοχίας, ο επικεφαλής της διμοιρίας, ο συναγωνιστής στη διμοιρία, ο Μάικλ, ο Τζορτζ, ο Ρέιμοντ, ο Τζάκσον. Τους σκέφτεται, σφίγγοντας γερά το τουφέκι του, χωρίς να άφήνει από τα μάτια του το κοριτσάκι με το αμερικάνικο αίμα που το σημαδεύει το αμερικάνικο όπλο.

«Όχι μπανγκ μπανγκ... Α-μέ-ρι-κα», ψιθυρίζει τώρα η Λαν. «Α-μέ-ρι-κα».

Οι πίθηκοι μακάκοι έχουν την ικανότητα της αυτοαμφισβήτησης και της ενδοσκόπησης, χαρακτηριστικά που κάποτε οι άνθρωποι πίστευαν πώς μόνο οι ίδιοι διαθέτουν. Μερικά είδη έχουν επιδείξει συμπεριφορές που υποδηλώνουν ότι διαθέτουν κρίση, δημιουργικότητα, ακόμα και γλώσσα. Είναι σε θέση να ανακαλέσουν εικόνες από το παρελθόν και να τις εφαρμόσουν για την επίλυση τρεχόντων προβλημάτων. Με άλλα λόγια, οι μακάκοι χρησιμοποιούν τη μνήμη προκειμένου να επιζήσουν.


ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ θα τρώνε ώσπου το ζώο να αδειάσει, οι κινήσεις του πιθήκου να γίνουν πιο αργές, καθώς εκείνοι κουταλιάζουν, τα μέλη του να βαρύνουν, να γίνουν αδρανή. Όταν δεν έχει απομείνει τίποτα, όταν όλες του οι αναμνήσεις διαλυθούν μες στη ροή του αίματος των αντρών, ο πίθηκος πεθαίνει. Ακόμα ένα μπουκάλι θ’ ανοίξει.

Ποιος θα χαθεί στην ιστορία που αφηγούμαστε στον εαυτό μας; Ποιος θα χαθεί μέσα στον εαυτό μας; Μια ιστορία, εν τέλει, είναι μια μορφή κατάποσης. Όταν ανοίγεις το στόμα μιλώντας, αφήνεις μόνο τα οστά που παραμένουν ανείπωτα. Είναι μια χώρα όμορφη αφού ακόμη ανασαίνεις.

Α-μέ-ρι-κα καλό. Ψηλά χέρια. Μην πυροβολείς. Α-μέ-ρι-κα καλό. Ψηλά χέρια. Όχι μπανγκ μπανγκ. Η βροχή συνεχίζεται γιατί κι η θρέψη είναι μια δύναμη. Ο πρώτος στρατιώτης κάνει ένα βήμα πίσω. Ο δεύτερος μετακινεί το ξύλινο διαχωριστικό, κάνει νόημα στη γυναίκα να προχωρήσει. Τώρα τα σπίτια πίσω της έχουν γίνει παρανάλωμα πυρός. Το Huey έπιστρέφει στον ουρανό, οι μίσχοι όμως του ορυζώνα διορθώνονται, σχετικά ανέπαφοι. Το σάλι, μουσκεμένο από τον ιδρώτα και τη βροχή, έχει γίνει βαθυγάλαζο.

Στο γκαράζ, πάνω σέ έναν ξεφτισμένο τοίχο όπου από πίσω φαίνονται τα λεκιασμένα τούβλα, ένα ράφι παίζει ρόλο αυτοσχέδιου βωμού. Πάνω του κορνιζαρισμένες εικόνες όπου άγιοι και δικτάτορες, μάρτυρες, οι νεκροί –μια μητέρα κι ένας πατέρας– κοιτάζουν από εκεί μέσα έντονα, με βλέμμα σταθερό. Μέσα στις γυάλινες κορνίζες η αντανάκλαση των γιων που κάθονται αραχτοί πίσω στις καρέκλες τους. Ένας από αυτούς σερβίρει ό,τι έχει απομείνει από ένα μπουκάλι πάνω σε ένα γλιτσιασμένο τραπέζι, ύστερα το σκουπίζει. Ένα λευκό πανί τοποθετείται πάνω στο σκαμμένο μυαλό του πιθήκου. Το φως μες στο γκαράζ τρεμοπαίζει μια φορά, έπειτα σταθεροποιείται.

Η γυναίκα στέκεται σ’ έναν κύκλο του ίδιου της του κάτουρου. Όχι, στέκεται πάνω στην προσωπική τελεία της δικής της πρότασης, ζωντανή. Ο νεαρός κάνει μεταβολή, επιστρέφει στο πόστο του στο φυλάκιο, ο άλλος νεαρός χτυπά ελαφρά το κράνος του και της γνέφει, το δάχτυλό του είναι ακόμη στη σκανδάλη, παρατηρεί εκείνη. Είναι μια όμορφη χώρα γιατί ακόμη βρίσκεσαι σ’ αυτήν. Γιατί το όνομά σου είναι Ρόουζ, και είσαι μάνα μου κι είμαστε στο έτος 1968 – στο Έτος της Μαϊμούς.

Η γυναίκα προχωρά. Προσπερνώντας τον φρουρό, ρίχνει μια τελευταία ματιά στο τουφέκι. Η κάννη, παρατηρεί, δεν είναι πιο σκούρα από το στόμα της κόρης της. Το φως τρεμοπαίζει μια φορά, έπειτα σταθεροποιείται.

― Οcean Vuong, «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι», Μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδ. Gutenberg.

AΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΔΩ


 


12.52

9 ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΟΥ ΛΑΠΤΟΠ ΜΟΥ

Ο Vuong, μου επαναφέρει στη μνήμη έναν άλλο σπουδαίο καλλιτέχνη, τον Apichatpong Weerasethakul. Δεν χωράει στα σχήματα που λέγαμε, είναι ένας κόσμος από μόνος του, σωστότερα: μια μεταφυσική. Έχει όμως κι αυτός τα χαρακτηριστικά της ασιατικής φαντασμαγορίας – το πράσινο, το μπλε και το κόκκινο των λαμπτήρων φθορίου στη σιγαλιά της νύχτας. Οι εικόνες του, γεμάτες θαύματα, σπαρμένες μάγια. Όχι με την έννοια του θεού αλλά μιας δίδυμης πνοής που ανασαίνει στο σκοτάδι κάθε φορά που ανασαίνουμε. 


1.
 

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Apichatpong WEERASETHAKUL, Το νεκροταφείο της λαμπρότητας (Rak Ti Khon Kaen). Φωτ.: Φεστιβάλ Κανών

Μερικές φορές μού αρέσει να παρατηρώ λεπτομέρειες – απειροελάχιστες κινήσεις των πραγμάτων, φευγαλέες σκιές. Το ενδιαφέρον μου δεν επικεντρώνεται μόνο στους χαρακτήρες. Τα πάντα είναι χαρακτήρας.

― Συνέντευξη του Apichatpong Weerasethakul στο περιοδικό Rain


2.

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Apichatpong WEERASETHAKUL, «Ο Θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του»

Ορισμένες ταινίες μου μιλάνε για την ύπαρξη παράλληλων πραγματικοτήτων, την ανάγκη να ξεφύγουμε από τα όρια – τον χρόνο, τους κανόνες και τις πεποιθήσεις, τον εθνικισμό και ούτω καθεξής. Όταν συνειδητοποιούμε τι άλλα ενδεχόμενα υπάρχουν, συνειδητοποιούμε  επίσης ότι είμαστε παγιδευμένοι. Ο μόνος τρόπος να ξεφύγουμε από αυτή την πραγματικότητα είναι ίσως τα ναρκωτικά ή ο ύπνος.

― Συνέντευξη του Apichatpong Weerasethakul στο περιοδικό Rain


3.


To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Apichatpong Weerasethakul, THE PALACE, 5 channel video installation, 2007


 

4.

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Apichatpong WEERASETHAKUL, «Ο Θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του»

Μερικές φορές η φυγή είναι η μόνη επιλογή που έχουμε. Οι τρόποι με τους οποίους ζούμε τη ζωή μας είναι γεμάτοι από ποικίλες μορφές διαφυγής. Νομίζω ότι είναι σημαντικό να έχουμε επίγνωση αυτού του γεγονότος. Όταν λογοκρίνω τον εαυτό μου, για παράδειγμα, θα πρέπει να παραδέχομαι ότι το κάνω από τον φόβο του κινδύνου, αντί να προσποιούμαι ότι είναι μια δημιουργική επιλογή

― Συνέντευξη του Apichatpong Weerasethakul στο περιοδικό Rain


5.

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Apichatpong WEERASETHAKUL, «Ο Θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του»

Νομίζω ότι η ομοφυλοφιλία μου δεν επηρεάζει τον τρόπο που σκηνοθετώ. Ο καθένας μας έχει μια ξεχωριστή εμπειρία που διαμορφώνει τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα.

― Συνέντευξη του Apichatpong Weerasethakul στο περιοδικό Rain

6.

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Apichatpong WEERASETHAKUL, Μemoria

7.





16.23

Η εντύπωση που μου έκανε το μυθιστόρημα του Vuong με οδηγεί στα ποιήματά του. Το «Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου» μεταφράστηκε κι αυτό πρόσφατα από τον Δημήτρη Μαύρο για τις εκδόσεις Gutenberg. Ποίηση έντονα προφορική, βιωματική, με ρεφρέν που επαναλαμβάνονται σαν μουσική, ωστόσο η μουσική δεν βγαίνει από μια φόρμα συγκεκριμένη, μάλλον από το αντίθετο, από τη διαστολή της φόρμας, από την ελευθερία και τον πειραματισμό, τη σταυροβελονιά λυρισμού και βίας, που διασταυρώνονται με έναν κόμπο στον λαιμό, δίνοντας σε αυτούς τους στίχους (που τιμήθηκαν με το βραβείο T.S. Eliot) προοπτική μοντέρνου έπους.

Παραθέτω ένα ποίημα για το ψωνιστήρι:


 

ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

πας με το ποδήλατο στο πάρκο στη σκιά
των 9 μ.μ. τα σφεντάμια να φοράνε πλαστικές σακούλες
κουρέλια εδώ και μέρες το χωράφι των καλαμποκιών
προσφάτως θερισμένο κι είπες ψέματα
για το πού πηγαίνεις υποτίθεται είσαι
έξω με μια γυναίκα που δεν της βρίσκεις
όνομα μα κείνος περιμένει
στο γήπεδο του μπέιζμπολ πίσω απ’ τον πάγκο
στρωμένο με αποτσίγαρα σκισμένα προφυλακτικά
περιμένει με ιδρωμένα χέρια και με μέντα
στην ανάσα κούρεμα φτηνό
και το τζιν της αδερφής του
μπόχα κάτουρου έρχεται από το υγρό γρασίδι
εξάλλου είναι κι είσαι νέος
μέχρι τον σεπτέμβρη μοιάζει διαφορετικός
απ’ τη φωτογραφία του μα δεν πειράζει
γιατί φίλησες τη μάνα σου
στο μάγουλο πριν έρθεις
ως εδώ γιατί η σκοτεινή σχισμή στο παντελόνι φτάνει
για να βγάλει μια λεπτή κραυγή μέσα απ’ το φερμουάρ
όπου βάζεις το στόμα σου
e
AΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΔΩ
γιά ν’ ακούσεις τα πουλιά
να χτυπάνε το νερό κρότος από ελαστικές
ζώνες τα τέσσερα χέρια ξάφνου γίνονται
ντουζίνες: ένα σμήνος πόθου το φοράς
σαν πέπλο νυφικού μα δεν
τ’ αξίζεις: το αγόρι και
η μοναξιά του το αγόρι που σε βρίσκει
όμορφο μόνο γιατί δεν είσαι
ένας καθρέφτης γιατί δεν έχεις
αρκετά πρόσωπα ν’ αφήσεις πίσω έφτασες
ως εδώ για να 'σαι ο κανένας κι είναι ιούνης
μέχρι το πρωί είσαι νέος ώσπου ένα τραγούδι ποπ
παίζει στο δωμάτιο νεκρού παιδιού νερό να χύνεται
από κάθε γωνιά του καλοκαιριού και εσύ θέλεις
να του πεις όλα καλά ότι η νύχτα είναι και τάφος
απ’ όπου σκαρφαλώνουμε να βγούμε αλλά ήδη φτιάχνει
το γιακά του το χωράφι μια σκληρότητα που αχνίζει
κοπριά και μουτζουρώνεις το λαιμό σου με
κραγιόν ντύνεσαι με τρεμάμενα χεράκια
λες φχαριστώ φχαριστώ φχαριστώ
γιατί δεν έχει μάθει τον σκοπό
του συγχώρεσέ με γιατί αυτό λες
όποτε ένας ξένος βγαίνει από το καλοκαίρι
και σου προσφέρει μιά ώρα ακόμα για να ζήσεις




18.01
 

ΚΙ ΑΛΛΕΣ 7 ΕΙΚΟΝΕΣ  ΑΠΟ ΑΣΙΑΤΙΚΟ ΥΑΛΙ ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΟ


1.

Πολλοί ενσάρκωσαν στο σινεμά πρόσωπα με ασταθή βηματισμό, λίγο ονειροπαρμένα και εξαιρετικά ευγενή, που αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα με τη σκληρότητα του κόσμου. Αλλά κανείς δεν το έκανε με τον ανυπέρβλητο τρόπο της Yun Jung-hee στο «Poetry»

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Poetry, του Lee Chang-dong (2010)



2.

Διαφήμιση του Wong Kar Wai για τον οίκο Υves Saint Laurent 

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Υves Saint Laurent 


3.
To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
H Faye Wong στο “Chungking Express” του Wong Kar Wai


4.
To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Apichatpong Weerasethakul, Primitive, 2009


5.
To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Wong Kar Wai, In the mood for love


7.
To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
“Chungking Express” του Wong Kar Wai

8.

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
«Ηappy Together», του Wong Kar Wai


9.
To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Ο Μπρους Λι, στο Enter the Dragon (1973)



 

21.12
 

ΔΙΑΒΑΣΑ και το βιβλίο του Γιώργου Ευσταθίου και μου ήρθαν στο μυαλό κάψες αλλοτινές. Έρωτες του στρατού, το χυμαδιό της Ομόνοιας, τα αυθαίρετα εργατικά προάστια, κρυφά ραντεβού στο δωμάτιο 202 του ξενοδοχείου Κέκρωψ – παλιές αλητείες, όταν ζει κανείς, νέος και άφραγκος, για τον λάγνο επιούσιο.

Δεν λυπάμαι που πέρασαν –όλο εκείνο το σκόρπισμα είχε κάποια κρυφή αρχιτεκτονική– γι' αυτό και δεν χαθήκαμε.

Τέλος πάντων, από το βιβλίο έμαθα ότι ο Ευσταθίου είναι αυτός που έχει γράψει τους στίχους ενός τραγουδιού που μου αρέσει, και που ανήκει σε μια συνομοταξία που στους πισιρικάδες, υποθέτω, θα φαίνεται πλέον γραφική – τα τραγούδια της αμαρτίας. Έχει μυθολογηθεί πολύ, κυρίως από χριστιανοπουλίζοντες, το ρίγος που προκαλούν η στέρηση, η απαγόρευση και το κυνηγητό. Προτιμώ την ελευθερία - ισχύει όμως ότι η Τέχνη γέννησε ωραία πράγματα στο δεσμωτήριο.

Να πώς διηγείται την πρώτη φορά που πήγαν με τον φίλο του έξω από το κακόφημο ξενοδοχείο Κέκρωψ και ντρέπονταν να μπουν, μη τους δει κάποιο μάτι:

 


Το δίκλινο 202

Ένας σύντομος έρωτας πίσω από το τραγούδι του Κραουνάκη. Από τον Γιώργου Ευσταθίου

Την πρώτη φορά, φτάνοντας απ’ έξω, αναβάλαμε κάποσες φορές την απόφασή μας. Δυστυχώς είχαμε δει να πλησιάζουν και να μπαίνουν μέσα άλλα παράνομα ζευγάρια. Έτρεμε το φυλλοκάρδι μας μη τυχόν μας συμβεί καμιά απρόοπτη, όσο και δυσάρεστη συνάντηση. Ο διάβολος, ως γνωστόν, έχει πολλά ποδάρια. Συνεχίσαμε να κάνουμε κύκλους πέριξ του ξενοδοχείου μέχρι να πετύχουμε την κατάλληλη στιγμή που θα ήταν άδεια από πελάτες η είσοδος. Τέλος, πήραμε φόρα κι ανεβήκαμε ψύχραιμοι υποτίθεται κι αδιάφοροι τα «αμαρτωλά» σκαλοπάτια. Πίσω από τον γκισέ μάς καλησπέρισε όλο χαμόγελα ένας ηλικιωμένος άνδρας. Κάτι είπε για τον καιρό και το μόνο που ρώτησε ήταν αν θα χρησιμοποιούσαμε το δωμάτιο για μία ώρα ή ως το πρωί. «Μέχρι το πρωί», απαντήσαμε και οι δύο ταυτόχρονα, λες και ήμασταν συνεννοημένοι από τα πριν. Ευτυχώς, αστυνομική ταυτότητα δεν μας ζητήθηκε να αφήσουμε. Πληρώσαμε, μας έδωσε το κλειδί και ανεβήκαμε με τις σκάλες στον 2° όροφο, αναζητώντας το δίκλινο 202. Επιτέλους μπήκαμε στο δωμάτιο, ανάψαμε το φως και κλείσαμε πίσω μας την πόρτα. Και τότε, προτού αγκαλιαστούμε, κοιταχτήκαμε για μια στιγμή σιωπηλοί, όπως συμβαίνει συχνά στους ανθρώπους που έτυχε να ζήσουν μια δύσκολη κατάσταση, που μόλις πέρασαν από μεγάλη δοκιμασία. Και που, τελικά, καλά τα κατάφεραν!

f
AΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΔΩ

Όλο το βράδυ ζήτημα ήταν αν κοιμηθήκαμε κανένα τρίωρο. Ανοιγόκλειναν πόρτες διαρκώς, φωνές ακούγονταν στον διάδρομο, κάποτε και βρισιές ακόμα ξεχωρίσαμε. Υπήρχε ένα ασταμάτητο πήγαιν’ έλα. Με το πρώτο φως της μέρας διαπιστώσαμε το γκρίζο χρώμα των σεντονιών, την ξεφτισμένη οροφή, τις θλιβερές κουρτίνες. Μα δεν βαριέσαι, όλα αυτά ήταν παρονυχίδες μπροστά στο μέγα γεγονός της περιφρουρημένης από αδιάκριτα βλέμματα αγκαλιάς. Μπορούσαμε να συμπεριφερθούμε κι εμείς όπως ακριβώς το επιθυμούσαμε. Να επιδοθούμε, επιτέλους, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος, σε όλα τα κόλπα και τα ερωτικά παιχνίδια που μέχρι τότε ήταν αποκλειστικό προνόμιο της φαντασίας μας. Γυμνοί όπως μας γέννησε η μάνα μας, γεμάτοι νιάτα κι έξαψη, ανακαλύπταμε τις απροσπέλαστες πτυχές, όλη την κρυφή γοητεία του άλλου σώματος. Τις μυρωδιές, τους ολισθηρούς γκρεμούς, τις επικίνδυνες χαράδρες μα και το αγαπημένο στέρνο με το λεπτό ακόμη της εφηβείας τρίχωμα, πλάτωμα ιδανικό για μιαν ανάσα ξεκούρασης. Εκεί, ή στη ζεστή καμπύλη του λαιμού. Προς το μεσημεράκι, άυπνοι μα χορτασμένοι από φιλιά και χάδια, είπαμε να εγκαταλείψουμε το δίκλινο 202 και να επιστρέψουμε στα τίμια πλην ανυποψίαστα σπίτια μας. Θα μας περίμεναν οι δικοί μας, ήταν σίγουρο, να καθίσουμε όλοι μαζί οικογενειακώς γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι. Την τελευταία στιγμή προτίμησα να παραμείνω λιγάκι πιο πίσω. Ας έβγαινε πρώτος ο Δημήτρης και θα τον ακολουθούσα με ελάχιστη καθυστέρηση. Ήθελα να τον προφυλάξω από το ερχόμενο να πάει κάτι στραβά κατά την έξοδο. Ό,τι κι αν ήταν αυτό, ας έτρεχε εκείνος να γλιτώσει. Θα έμενα να το αντιμετωπίσω μόνος μου. Και ορίσαμε, εκτός απροόπτου, να συναντηθούμε αμέσως μετά στην επόμενη γωνία για έναν τελευταίο αποχαιρετισμό. (...)

Η σχέση μας κράτησε μόνο μερικούς μήνες και διακόπηκε. Εκείνος πήρε την απόφαση και μου το ανήγγειλε, χωρίς πολλές εξηγήσεις. Κάτι μισομασημένα λόγια είπε, κάτι μισόλογα ψέλλισε κι αυτό ήταν όλο. Ποτέ μου δεν κατάλαβα το γιατί. Ο ξαφνικός χωρισμός με χτύπησε σαν κεραυνός εν αιθρία. Μου πήρε χρόνια να το ξεπεράσω και να πάω παρακάτω. Ομολογώ πως είμαι, διαπιστωμένα πλέον, τραγικά αργός σε κάθε περίπτωση συναισθηματικής εμπλοκής. Από το 1977 μέχρι το 1983 που κυκλοφόρησε ο δίσκος «Μόνον Άνδρες» με το τραγούδι «Ξενοδοχείον Κέκρωψ» είχε περάσει μια εξαετία. Του τηλεφώνησα, αρκετά φορτισμένος είναι η αλήθεια, για να του πω τα ευχάριστα. Η αντιμετώπισή του ήταν μάλλον αδιάφορη. Και σίγουρα δεν διαπίστωσα καμιά συγκίνηση στον τόνο της φωνής του. Προφανώς και ήμουν ερωτευμένος ακόμη μαζί του. Κάτι παρόμοιο συνέβη όταν τηλεφώνησα και το 1995 για να του πω ότι επανακυκλοφόρησε το τραγούδι μας με τον καινούργιο τίτλο «202» και την ερμηνεία της Άλκηστης Πρωτοψάλτη αυτή την φορά. Και ότι μπορεί να το βρει, αν θέλει, στο διπλό CD «Όταν έρχονται οι φίλοι μου» του Σταμάτη Κραουνάκη. Τότε τον άκουσα να μου λέει, ελαφρώς σοκαρισμένος, ότι είχε πρόσφατα χειρουργηθεί στο κεφάλι για την αφαίρεση ενός καλοήθους, ευτυχώς, όγκου. Απέφυγα να μπω σε περιττές λεπτομέρειες. Ευχήθηκα περαστικά και του πρότεινα να βρεθούμε από κοντά για έναν καφέ. Μου υποσχέθηκε πως θα το φρόντιζε άμεσα. Δεν στάθηκε δυνατόν. Κάποτε τον αναζήτησα εκ νέου. Ο αριθμός του τηλεφώνου του είχε πλέον αλλάξει. Φίλους ή κοινούς γνωστούς δεν είχαμε ποτέ για να πληροφορηθώ αν είναι καλά. Κάτι που ολόψυχα εύχομαι κι επιθυμώ να συμβαίνει.




22.33



To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Ο Όντεν στη Νέα Υόρκη

Η ζεστή, σχεδόν αγνή περιγραφή της ερωτικής συνάντησης από τον Ευσταθίου με φέρνει στην επόμενη σκέψη. Υπήρχε μια λύσσα στους παλιούς να αποδομήσουν τη σεξουαλική πράξη μεταξύ ανδρών, να την απομειώσουν σε κάτι αποκλειστικά αδενικό, μια εκσπερμάτιση δίχως καν ρίγος. Δεν τίθεται θέμα ότι υπάρχει κι αυτή η γλεντζέδικη πλευρά στην ομοφυλόφιλη επιθυμία. Αλλά είναι απλός, τετριμένος ρατσισμός,  να λες ότι η ερωτική πράξη δυο ανθρώπινων πλασμάτων ειναι αποκλειστικά υπόθεση κρέατος (εσύ που όλα τα ξέρεις).

Γι' αυτό και περιγραφές του gay σεξ που δεν αναπαράγουν το κλισέ της ωμότητας αλλά μιλάνε για την πράξη με «αναπολογητική» ποίηση, ακόμη και με ρομαντικό πνεύμα, είναι πιο κοντά σε αυτό που όντως ζουν οι άνθρωποι παρά όλα όσα η ετεροκανονικότητα νομίζει ότι ζουν.

d
AΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΔΩ

Ίσως αυτός που κατόρθωσε πρώτος και καλύτερος να γράψει ένα τέτοιο κείμενο που να μιλάει για το gay sex με τα υλικά της σοβαρής ποίησης, χωρίς ν΄ αφήνει στάλα να πέσει κάτω από τους αφροδίσιους χυμούς του –αντιθέτως!–, είναι ο Όντεν με την «Πλατωνική Πίπα» («Τhe Platonic Blow»). Ένα θρυλικό ποίημα, κρυφό και απαγορευμένο για χρόνια, που, γραμμένο σε έναν πυκνό, αστραποβόλο, ομοιοκατάληκτο χωλίαμβο (ιαμβικό μέτρο κατά το οποίο ο τελευταίος πους δεν είναι ίαμβος αλλά σπονδείος), μιλά για μια καθαρά σαρκική επαφή, ένα πάρσιμο στο Γκίνουιτς Βίλατζ, απηχώντας όλο τον Πλατωνα και τη βυζαντινή υμνολογία.

Συμπτωματικά μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά αυτές τις μέρες (στις εκδόσεις Οδός Πανός), οπότε θα μου επιτρέψετε να παραθέσω λίγους στίχους –πρώτα από το απαράμιλλο πρωτότυπο, μετά από την μεταφραση–, για την ακρίβεια τη στιγμή που ο ποιητής πλησιάζει το ορθωμένο όργανο και ετοιμάζεται να γλείψει τον «βυζαντινό τρούλο» του.


Η Πλατωνική Πίπα

Το απαγορευμένο ποίημα του Όντεν
 

I inspected his erection. I surveyed his parts with a stare
From scrotum level. Sighting along the underside
Of his cock, I looked through the forest of pubic hair
To the range of the chest beyond rising lofty and wide.

I admired the texture, the delicate wrinkles and the neat
Sutures of the capacious bag. I adored the grace
Of the male genitalia. I raised the delicious meat
Up to my mouth, brought the face of its hard-on to my face.

Slipping my lips round the Byzantine dome of the head,
With the tip of my tongue I caressed the sensitive groove.
He thrilled to the trill. “That’s lovely!” he hoarsely said.
“Go on! Go on!” Very slowly I started to move.

Gently, intently, I slid to the massive base
Of his tower of power, paused there a moment down
In the warm moist thicket, then began to retrace
Inch by inch the smooth way to the throbbing crown.

Indwelling excitements swelled at delights to come
As I descended and ascended those thick distended walls.
I grasped his root between left forefinger and thumb
And with my right hand tickled his heavy voluminous balls.

I plunged with a rhythmical lunge steady and slow,
And at every stroke made a corkscrew roll with my tongue.
His soul reeled in the feeling. He whimpered “Oh!”
As I tongued and squeezed and rolled and tickled and swung.


Then I pressed on the spot where the groin is joined to the cock,
Slipped a finger into his arse and massaged him from inside.
The secret sluices of his juices began to unlock.
He melted into what he felt. “O Jesus!” he cried.

Waves of immeasurable pleasures mounted his member in quick
Spasms. I lay still in the notch of his crotch inhaling his sweat.
His ring convulsed round my finger. Into me, rich and thick,
His hot spunk spouted in gouts, spurted in jet after jet.

Και η ελληνική τους μετάφραση από τον Γιώργο Κυρανέλη, αγνώστων λοιπών στοιχείων.

Εμβρίθησα στην στύση του. Επίμονα τα όργανά του ατένισα
Από του οσχέου την προοπτική. Μια θέα ανάσκελη κέρδισα

Του πέους του, έριξα ματιές μέσα από της ηβικής τρίχας το δάσος
Ως πέρα την οροσειρά του θώρακα που απλώνονταν σε ύψος και βάθος.

Θαύμαζα την υφή, τις λεπτεπίλεπτες ρυτίδες, τα παστρικά
Ράμματα του ευρύχωρου σάκου. Στην χάρη προσκυνητά

Αρσενικών γεννητικών οργάνων, το θεσπέσιο κρέας έσυρα
Στο στόμα μου, την στύση του πρόσωπο με πρόσωπο έφερα.

Γλιστρώντας τα χείλια μου γύρω από τον βυζαντινό θόλο του κεφαλιού,
Με της γλώσσας την άκρη χάιδεψα το γύρο του ευαίσθητου αυλακιού.

Ανατριχίλα με αυτή την τρίλια. «Υπέροχο!» είπε βραχνά.
«Κι άλλο! Κι άλλο!» Κι άρχισα να προχωρώ πάρα πολύ αργά.

Απαλά, με προσήλωση, κατρακύλισα στο τεράστιο βάθρο
Του ισχυρού του οχυρού και σταμάτησα μια στιγμή εκεί κάτω

Στο ζεστό υγρό άλσος, κι έπειτα, άρχισα σπιθαμή με σπιθαμή
Να αναρριχούμαι στην στιλπνή του ατραπό ως την παλλόμενη κορυφή.

Εγγενείς συγκινήσεις διογκώναν την χαρά που θα πετύχει
Όπως κατέβαινα κι ανέβαινα τα παχειά, διεσταλμένα τείχη.

Την ρίζα του έπιασα σ' αριστερό δείκτη και αντίχειρα μεταξύ
Και τις βαριές ογκώδεις μπάλες του γαργάλισα με το δεξί.

Να, κοπανώ σαν βουτώ με ρυθμό σταθερό και αργό,
Κάθε χτύπος ένα τακλάκι με την γλώσσα στριφτό.
Στην αφή η ψυχή κουβαριάζει, μες στα «ωχ!» τρικλίζει.
Όσο γλύφω, ζουλώ, γαργαλώ, κυλώ ή κουνώ, αυτός κλαψουρίζει.

Τέλος πιέζω το σημείο όπου ο βουβώνας το πέος ακουμπά
Γλιστρώ το δάχτυλο στον πρωκτό και με μαλάξεις εσωτερικά

Τα μυστικά φράγματα των χυμών του αρχίζω να ξεκλειδώνω.
Με τις αισθήσεις του σμίγει και φωνάζει «Χριστέ μου, λιώνω!»

Απειρα κύματα απόλαυσης καβαλούν με γοργούς σπασμούς το πράμα του.
Έγκλειστος, ακίνητος στην κόχη του καβάλου του, εισπνέω τον ιδρώτα του

Γύρω στο δάχτυλό μου ο κλοιός του σφαδάζει. Μέσα μου, πλούσια και πυκνά,
Σβώλο τον σβώλο αναβλύζουν, πετάγονται σαν πίδακας, τα χυσια του καυτά.


23.01

3 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΦΙΛΜ «ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΙΑΙΟΣ»

ΧΙΟΝΙΙ** Facebook Twitter
Σκηνή από το «Ιωάννης ο Βίαιος»

Πόσο καλό είναι αυτό το φιλμ της Μαρκετάκη, που σωστά θεωρείται μια ανατομία της γυναικοκτονίας, πριν καν ο όρος εφευρεθεί. Η αποκατάστασή του έφερε στο φως τον ωραίο κόκκο του, τα  γκρίζα που θυμίζουν τη μαθηματική φτώχεια του Μπρεσόν, σαν κάτι σπίτια που πηγαίναμε παλιά, στην επαρχία κι ήταν ασβεστωμένα και άδεια, με ένα τραπέζι και μαύρα κούτσουρα στη γωνία για τη φωτιά στο τζάκι – τα απολύτως απαραίτητα. Τα πρόσωπα των ηθοποιών της έχουν την ίδια καθαρή γυμνότητα. Θα την έλεγες αγνότητα, αν δεν μιλούσες για δολοφόνο.

ΧΙΟΝΙΙ** Facebook Twitter
Σκηνή από το «Ιωάννης ο Βίαιος»
ΧΙΟΝΙΙ** Facebook Twitter
Σκηνή από το «Ιωάννης ο Βίαιος»

Αθήνα, μεσάνυχτα. Σε κάποιο απόμερο δρομάκι, μια όμορφη κοπέλα, η Ελένη Χαλκιά, μαχαιρώνεται θανάσιμα από έναν άγνωστο που αμέσως εξαφανίζεται τρέχοντας μέσα στο σκοτάδι. Ο νεαρός Ιωάννης Ζάχος, χωρίς ψυχική και σεξουαλική ισορροπία, φαντασιώνει συχνά ότι σκοτώνει όμορφες γυναίκες, σε μια προσπάθεια να επιβεβαιώσει τον ελλειμματικό ανδρισμό του και το πάθος του για εξουσία. Όταν συλλαμβάνεται, ομολογεί τα εγκλήματά του, προς μεγάλη ανακούφιση της Αστυνομίας που έχει κατηγορηθεί από τον Τύπο για αναποτελεσματικότητα. Στη δίκη που ακολουθεί, ο δράστης αναπαριστά με αντιφάσεις ό,τι έχει ήδη διαβάσει από τον Τύπο και η προσπάθεια για αναζήτηση της αλήθειας μένει μετέωρη, αποκαλύπτοντας όμως ανάγλυφα τη σύγκρουση του ατόμου με την κοινωνία.


 

23.33

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter
Σκηνή από το «Μια Κυριακή στην εξοχή»

 

Ξαναείδα χθες το «Μια Κυριακή στην εξοχή» του Ταβερνιέ. Σκηνοθέτης χρυσής μετριότητας, αλλά το φιλμ αυτό μού είχε εντυπωθεί όταν βγήκε. Ο ήρωας είναι ένας εβδομηκοντούτης γέρων ζωγράφος που ζει σε μια εξοχική έπαυλη, έξω από το Παρίσι, αρχές του περασμένου αιώνα. Μια Κυριακή, τον επισκέπτεται η κάπως άστατη, ελευθέρια κόρη του και πάνε σε ένα κεντράκι δίπλα στο ποτάμι – εικόνες μιας ευτυχίας πάμφωτης, πολύφυλλης, όπως στους πίνακες του Ρενουάρ. Εκεί ο γέρων ζωγράφος, ανακαλώντας τη ζωή του, θα εξομολογηθεί (με ένα πικρό χαμόγελο) την καλλιτεχνική δειλία του. Σε μια εποχή που η ζωγραφική εκρηγνυόταν, Κουρμπέ, Σεζάν, Ντεγκά κ.λπ., αυτός κόλλησε άτολμα σε αυτό που ήθελε ο κόσμος, σε αυτό που είχε δοκιμάσει πριν. Βιοπορίστηκε μεν, αλλά υπήρξε άτολμος και τελικά συμβατικός. Έχασε το τρένο.

Αμέσως μόλις τέλειωσε η ταινία, ξαναείδα του πίνακες του Ρενουάρ. Υποθέτω δεν είναι της μόδας στην εποχή μας – δεν βοηθάει η φαινομενική ευπρέπεια της θεματολογίας του ούτε η ρόδινη ευσαρκία των γυναικών, ο παλμικές κινήσεις του φωτός στα πρόσωπά τους, τα ψάθινα καπέλα, οι φραμπαλάδες... Δεν είναι όμως έτσι. Ούτε ο Σοπέν είναι γλυκατζούρας ούτε ο Ρενουάρ χαζοχαρούμενος. Δείτε π.χ. σε αυτόν τον πίνακα πώς υποφωτίζεται το πρόσωπο του άντρα –ένας φαύνος που ο πόθος ρίχνει στο βλέμμα του σκοτάδι, το σώμα του λιώνει από λαγνεία– είμαστε μάρτυρες μιας αποπλάνησης.

 

ΧΙΟΝΙΙ** Facebook Twitter
Το όνομα που έδωσε ο ίδιος ο Πιερ-Ογκίστ Ρενουάρ σε αυτόν τον πίνακα είναι άγνωστο, αλλά το "La Promenade" όπως κατέληξε να αποκαλέιται,είναι εν μέρει ένας φόρος τιμής σε παλαιότερους καλλιτέχνες τους οποίους θαύμαζε πολύ. Ο Ρενουάρ είχε περάσει το προηγούμενο καλοκαίρι ζωγραφίζοντας εξωτερικούς χώρους με τον Κλοντ Μονέ, ο οποίος τον ενθάρρυνε να δοκιμάσει μια πιο ανάλαφρη, πιο φωτεινή παλέτα και να ακούσει την κλίση του για γεμάτες, ατίθασες πινελιές. Σε αυτό τον πίνακα, ο Ρενουάρ διατήρησε κάτι από την πράσινη και καφέ παλέτα του Κουρμπέ, ενώ επέλεξε το θέμα του από από ζωγράφους του δέκατου όγδοου αιώνα όπως ο Βατό και ο Φραγκονάρ, των οποίων τα έργα είχε μελετήσει στο Λούβρο. ― Από σημείωμα του Google Art Project



 

00.22

Τέλος με τρεις εικόνες που ερεθίσανε τον βαρεμένο μάτι μου.



Η Ακρόπολη με drone μια χιονισμένη μέρα του 2022, σε μια υπέροχη φωτογραφία της αρχιτεκτόνισσας Μαριάννας Μπίστη

ΧΙΟΝΙΙ** Facebook Twitter
© Mariana Bisti



Ο Γιάννης Τσαρούχης ζωγραφίζει με στιλό μπικ φιγούρες του ζεϊμπέκικου, σε ένα διεθνές σάιτ ονλάιν δημοπρασιών

ΧΙΟΝΙΙ** Facebook Twitter
Γιάννης Τσαρούχης, 1970, Αrtprecium

 

Φωτογραφία ενός τύπου που ακολουθώ στο Flickr, για να ξεφεύγει κάπως το μυαλό.

To καινούριο φεγγάρι Facebook Twitter

Αντίο, παιδάκια...

Ημερολόγιο

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ