Η «ΒΕΡΕΝΙΚΗ» ΕΙΝΑΙ ο σκελετός ενός παλαιολιθικού ζώου που χάσκει άδειος από σάρκα και ανάσα στην αίθουσα ενός Μουσείου του Λόγου. Ένα έργο αιώνες νεκρό. Ασάλευτο. Ένα μαμούθ από μια εποχή που το συγκλονιστικότερο πράγμα που μπορούσε να βιώσει η ανθρώπινη καρδιά, πέρα από πανώλες, πολέμους, κάψιμο μαγισσών και δυσεντερία, ήταν οι Ωραίες Λέξεις. Οι ευτυχισμένες λέξεις. Oh les beaux mots. Μα αυτό παλιά. Όχι πια.
Η νεκρική ακαμψία του έργου έχει να κάνει κυρίως με τα φραγμένα από ηλεκτρονική λάσπη αυτιά και μάτια μας. Με τους αγκυλωμένους μας σκρολοδείχτες. Και με τους υπερφορτωμένους watt ως και καμένους νευρώνες του εγκεφάλου μας. Ημών των contemporary. Που πλέον το attention span μας δοκιμάζεται ακόμα και από τη διάρκεια μιας διαφήμισης. Ok. Σίγουρα και η στατικότητα του έργου δεν βοηθάει στον ηλεκτρισμό. Στο κουφάρι πέφτουν τυχαίες διαγώνιοι φωτός, καθιστώντας ορατά τα μυριάδες μόρια σκόνης που κατακάθονται απαλά πάνω του.
Αλήθεια, πώς δίνεις φιλί της ζωής στον σκελετό ενός δεινόσαυρου; Πώς κλείνεις με το ένα σου χέρι τα ρουθούνια και φυσάς μέσα στο στόμα του; Τα άδεια ρουθούνια του είναι μεγάλα σαν πηγάδια. Το στόμα του είναι ένα ανυπολόγιστο έρεβος. Ένα χάσμα. Πώς να εφαρμόσουν πάνω τα ανθρώπινα χείλη; Η ανθρώπινη πνοή;
Enters Castellucci.
Η «Βερενίκη» είναι μια σκηνική υπόσχεση. Όπως και κάθε ναός είναι μια υπόσχεση, έτσι και η «Βερενίκη» είναι ένας ναός. Ο ναός αυτός δεν είναι του Ρακίνα. Ούτε της Huppert. Ούτε του ίδιου του Castellucci. Είναι ο ναός του έργου. Ένα κουφάρι που ανασταίνεται.
Ο Castellucci κάνει τέχνη εκκλησιαστική. Δημιουργεί με το πραγματικό το μη πραγματικό. Χρησιμοποιεί οικοδομικά υλικά για να υψώσει έναν χώρο όπου θα συντελείται το Αδύνατο. Ένα σημείο/μέρος/τόπο που κάποιος εισερχόμενος θα πρέπει εξαρχής να αποδεχτεί πως είναι μέρος κάτι μεγαλύτερου. Πως θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα επέκεινα. Πως δεν υπάρχει μονάχα το εδώ και το τώρα, ενώ ταυτόχρονα θα νιώθει στα πόδια του τις αλυσίδες του. Θα πρέπει να τις αγνοήσει. Και σαφώς πως είναι κατά πολύ μικρότερος του χώρου που διαβαίνει. Αν δεν αποδυθεί το μέγεθός του, είναι σχεδόν μάταιο να ζητήσει άδεια εισόδου.

Μα κυρίως πως δεν θα έχει ποτέ όλες τις απαντήσεις που χρειάζεται για να δοθεί απόλυτα σε ένα δόγμα. Άρα θα πρέπει να πάρει το ρίσκο μιας απόφασης γνωρίζοντας πως μπορεί να τον οδηγήσει είτε στο πουθενά είτε στη Χαναάν. Μπορεί. Ο Castellucci σκηνοθετεί μια υπόσχεση. Η «Βερενίκη» είναι μια σκηνική υπόσχεση. Όπως και κάθε ναός είναι μια υπόσχεση, έτσι και η «Βερενίκη» είναι ένας ναός. Ο ναός αυτός δεν είναι του Ρακίνα. Ούτε της Huppert. Ούτε του ίδιου του Castellucci. Είναι ο ναός του έργου. Ένα κουφάρι που ανασταίνεται.
Για να υψωθεί ο ναός της «Βερενίκης» ο Castellucci έχει εξορύξει όλο τον Ανδρικό Λόγο. Έχει αφαιρέσει όλα του τα κοιτάσματα, δημιουργώντας ένα λαγούμι. Σαν από αυτά που σκάβουν οι τυφλοπόντικες πέφτοντας σε χειμερία νάρκη. Ή για να γεννήσουν τα μωρά τους οι οχιές. Η τρύπα είναι θηλυκή. Vacuum muliebris. Θηλυκό κενό. Μέσα σε αυτόν τον λάκκο θα συρθεί η Βερενίκη. Θα μιλάει και θα επιστρέφει η φωνή της. Θα γίνει αντίλαλος. Αντήχηση υπαρξιακή. Μα σε ποιον μιλάει; Αφού κανείς δεν είναι εκεί. Σε φαντάσματα; Απουσίες; Μοιάζει με μια ορθόδοξη πιστή που πάει μπροστά σε εικόνες και μονολογεί. Σε ποιον τα λέει; Μιλάει μπροστά στον καθρέφτη του ίδιου του Θεάτρου και τον σπάει.
Και σε ποιον λέει «μην κοιτάτε πια»; Σε εμάς; Στον Θεό; Στον εαυτό της; Έχει σημασία; Το θέμα είναι η αποστροφή ενός βλέμματος. Ο στόχος είναι να κλείσουμε τα βλέφαρα. Να δεχτούμε το τέλος.
Και τότε πού είναι τα αγόρια αφού δεν βρίσκουμε ίχνη του λόγου τους; Μα είναι εκεί. Τα αγόρια είναι πάντα εκεί. Στο βάθος. Στη γωνία. Στο φόντο. Παίζουν. Συνεδριάζουν. Ψηφίζουν. Αποφασίζουν. Σταυρώνουν. Αποκαθηλώνουν. Εξορίζουν. Σύγκλητος. Κονκλάβιο. As Roma. Μπάγερν Μονάχου. Δεν βιαιοπραγούν. Απλά παίζουν. Ακόμα κι αν η δράση τους είναι στο φόντο. Ακόμα κι αν οι πόρτες του meeting room είναι κλειστές, το ωστικό κύμα των αποφάσεων φτάνει μέχρι center stage. Ανατινάζει τη ζωή εκείνης που νομίζει πως είναι πρωταγωνίστρια στη ζωή της. Τα αγόρια θα είναι αγόρια. Θα είναι πάντα εκεί. Θα μπορείς σχεδόν να τους δεις. Να αντιληφθείς τα έργα τους. Μα πάντα κάτι θα σου στερεί την πλήρη θέαση. Όπως και με την εξουσία. Βιώνεις μόνο το μαγνητικό της πεδίο. Το βαρυτικό pull. Το ωστικό της κύμα.
What is woven on the loom of fate
What is woven in the councils of princes
Is woven also in our veins, our brains,
Is woven like a pattern of living worms
In the guts of the women of Canterbury
T.S. Eliot, «Murder in the Cathedral»

Κι εσύ; Φτωχή και φλεγόμενη Βερενίκη; Η Παλαιστίνη σου πλαστελίνη στα χέρια των αγοριών. Οι δύο κόσμοι δεν θα συνυπάρξουν ποτέ. Εκείνη θα είναι μόνη. Θα έρχεται πριν ή μετά. Με μια δυσλειτουργική οικοσκευή που δεν επαρκεί. Σαν προίκα από ένα γάμο που δεν…
Για το τέλος, το τέλος. Ο Castellucci παίζει επικίνδυνα. Το μόνο που συγκρατεί τον κόσμο από το να χειροκροτήσει εφόσον έχει στάξει και η τελευταία ρανίδα ενός ετοιμοθάνατου λόγου (ετοιμοθάνατου λόγου και όχι ετοιμοθάνατης Βερενίκης αφού, όπως μας λένε, δεν αυτοκτονεί αλλά φεύγει. Μήπως αυτό τελικά είναι πιο τελεσίδικο; Στον θάνατο διατηρείς πάντα την ελπίδα ενός φαντάσματος) είναι ένας επίμονος βόμβος. Μονάχα αυτός ο βόμβος μάς συγκρατεί από το να χτυπήσουμε τα χέρια μας κηρύσσοντας το τέλος του παιχνιδιού. Μα για κάποιον λόγο δεν το κάνει κανείς. Άρα είναι ένας βόμβος επαρκής. Κι αυτό είναι ένα θρησκευτικό μάθημα εν τέλει. Εκείνη σηκώνεται. Αποσύρεται. Σχεδόν μας βρίζει που μπήκαμε στον ναό. Και χάνεται.
Στην υπόκλιση, όλοι θέλουν να πάρουν ένα κομμάτι της. Ένα κομμάτι huppert-ικής hostia. Μιας Huppert που τόσα χρόνια υφαίνει το θρυλικό της μετάξι σαν σοφή αράχνη και σε παγιδεύει σαν μύγα χαζή στο πρώτο πέταγμα. Με το bonsoir. Βγάζουν τα τηλέφωνά τους. Θέλουν μια φλοίδα θαύματος για το σπίτι. Μα μονάχα ένα θραύσμα. Όχι ολόκληρο το Relic. Όπως θέλουν μια ακίδα από τον Σταυρό. Προς Θεού, όχι όλο τον Σταυρό. Μήτε και όλο τον Εσταυρωμένο. Τι να τον κάνουνε στο σπίτι; Πού να τον βολέψουν; Μονάχα μια εικόνα αρκεί. Και μόνο η πίστη σου σε γιάτρεψε, έλεγε ο Χριστός.
Στα σκαλιά έξω από τη Στέγη ο κόσμος φεύγοντας προσπαθούσε να λύσει το αίνιγμα. Βιαζόταν να αποκωδικοποιήσει αυτό που είδε. Έψαχνε τα λεκτικά κλειδιά. Τα υλικά για να διαρρήξει το αίνιγμα. Να φωτίσει τις σκοτεινές γωνιές του μυστηρίου. Βιώνοντας ίσως ένα κλείδωμα. Ένα Άβατο. Εκεί που όλα ήταν τρομακτικά ανοιχτά και απλόχερα. Όπως σε μια Basilica, όπου τίποτα δεν περιορίζει την κίνηση του σώματός σου πέρα από τη δική σου παγωμάρα μπροστά στο αχανές. Στην παρουσία του Θεού. Στην απουσία του.
Menschliches, Allzumenschliches
Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο