Ο ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΠΟΥ κατέδωσε τον Λουίτζι Μαντζιόνε πρέπει να αισθάνεται αρκετά ηλίθιος τώρα που πρόδωσε κάθε έννοια αλληλεγγύης για μια χούφτα δολάρια που μάλλον δεν θα λάβει. Ο καταδότης ενδέχεται να χάσει τις 60.000 γιατί κάλεσε το νούμερο της αστυνομίας αντί για την ειδική γραμμή που είχε φτιαχτεί για πληροφορίες σχετικά με τη δολοφονία του CEO. Την ίδια στιγμή, ακόμα κι αν παρακαμφθεί αυτό το γραφειοκρατικό εμπόδιο, ο υπάλληλος θα λάβει κάποια αμοιβή μόνο όταν –και εάν– ο Λουίτζι καταδικαστεί. Κάπως έτσι λειτουργεί ο αμερικανικός καπιταλισμός που έχτισαν οι δουλέμποροι και οι κυνηγοί των σκλάβων: ληστεύει ακόμα και αυτούς που του φιλούν τα χέρια.
Αλλά και ο ίδιος ο Λουίτζι πρέπει να αισθάνεται κάπως παράξενα μέσα στο Μητροπολιτικό Κέντρο Κράτησης του Μπρούκλιν, όπου έχει γίνει σταρ, κερδίζοντας τον θαυμασμό των άλλων φυλακισμένων, λαμβάνοντας εκατοντάδες γράμματα και 600.000 δολάρια(!) σε δωρεές, μαθαίνοντας πως πλέον είναι «ήρωας» και thirst trap του διαδικτύου. Η δίκη του δεν έχει αρχίσει ακόμα. Αν καταδικαστεί, μπορεί να αντιμετωπίσει τη θανατική ποινή. Δηλώνει αθώος.
Όλοι ήξεραν ότι το υγειονομικό σύστημα των ΗΠΑ είναι απάνθρωπο, ότι τα κέρδη των λίγων βασίζονται στους θανάτους των πολλών, ότι οι ασφαλιστικές ληστεύουν τους ανθρώπους. Το ήξεραν, αλλά δεν μπορούσαν να το πουν, αδυνατούσαν ν’ αναδείξουν την πλήρη έκτασή του, ν’ ανοίξουν μια μαζική συζήτηση γι’ αυτό πριν από τη δολοφονία του CEO.
Είναι σαφές ότι η αριστερά δεν κατάλαβε πολλά απ’ την υπόθεση Μαντζιόνε. Τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς οι αντιδράσεις της υπήρξαν απογοητευτικά προβλέψιμες. Αφού πρώτα επισήμαναν, ορθώς, ότι ο Λουίτζι δεν θα έχαιρε της ίδιας αντιμετώπισης απ’ τις αρχές και από τους θαυμαστές του αν δεν ήταν λευκός άντρας (μια απαραίτητη υπενθύμιση των αξιολογικών μας κρίσεων), πολλοί αριστεροί εστίασαν στο γεγονός ότι δεν ήταν, υπό καμία έννοια, αριστερός. Ακριβέστερα, έδωσαν έμφαση στην έλλειψη κάποιας συνεκτικής αντικαπιταλιστικής ιδεολογίας, στις φιλελεύθερες πτυχές της σκέψης του, στο γεγονός ότι δεν ήταν οργανωμένος πολιτικά – λες και τα πάντα θα ήταν διαφορετικά αν ο δολοφόνος του Brian Thompson ήταν ένας συνδικαλιστής μ’ ένα μανιφέστο βασισμένο στον Μαρξ.
Αυτές οι αναλύσεις απέχουν αρκετά απ’ την καρδιά του ζητήματος. Η ιδεολογική ταυτότητα του Λουίτζι απασχολεί μόνο όσους αξιολογούν τις πράξεις με βάση τη συνάφειά τους μ’ ένα πρόγραμμα δράσης. Απεναντίας, αυτό που εκφράζει ο Μαντζιόνε είναι η ανάδυση μιας αντίληψης, ένα φαινόμενο που ο Ντελέζ ονόμαζε «διόραση»: η στιγμή που οι άνθρωποι αναγνωρίζουν το «ανυπόφορο» που βρίσκεται μπροστά τους.
Αυτή η αντίληψη δεν αφορά κάτι κρυμμένο. Όλοι ήξεραν ότι το υγειονομικό σύστημα των ΗΠΑ είναι απάνθρωπο, ότι τα κέρδη των λίγων βασίζονται στους θανάτους των πολλών, ότι οι ασφαλιστικές ληστεύουν τους ανθρώπους. Το ήξεραν, αλλά δεν μπορούσαν να το πουν, αδυνατούσαν ν’ αναδείξουν την πλήρη έκτασή του, ν’ ανοίξουν μια μαζική συζήτηση γι’ αυτό πριν από τη δολοφονία του CEO.
Προφανώς, η αυτοδικία δεν είναι μια πρακτική που θα μας σώσει απ’ το παρόν αδιέξοδο (το γεγονός ότι μια τέτοια δράση λειτούργησε ως εφαλτήριο για ν’ ανοίξει μια συζήτηση που έμοιαζε ν’ ανήκει στο παρελθόν λέει περισσότερα για το σήμερα απ’ ό,τι για τις πολιτικές προοπτικές παρόμοιων πρακτικών).
Παρ’ όλα αυτά, ο Λουίτζι –ένας άνθρωπος χωρίς ιδεολογία, αλλά με μια απτή αίσθηση ηθικής– κατάφερε να δει το ανυπόφορο και, μέσω της πράξης του, να «κοινωνικοποιήσει» αυτή την οπτική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, και αν, όπως υποστήριζε ο Φουκό, «ο ρόλος της φιλοσοφίας δεν είναι να αποκαλύψει αυτό που είναι κρυμμένο αλλά να καταστήσει ορατό αυτό ακριβώς που είναι ορατό», η πράξη του «μη φιλοσοφημένου» Λουίτζι ήταν μια στιγμή πρακτικής φιλοσοφίας.
Ενώ μεγάλες μερίδες της αριστεράς δεν μπόρεσαν ν’ αντιληφθούν τη λειτουργία της περίπτωσης Μαντζιόνε, η ανάλυση του μαρξιστή θεωρητικού Franco «Bifo» Berardi παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον.¹ Για τον Bifo ο Λουίτζι ενσαρκώνει τη βούληση για εκδίκηση και τη μνησικακία που χαρακτηρίζει την εποχή μας (και ειδικά τις ΗΠΑ). Η ζωή στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες είναι γεμάτη επίπονες και ταπεινωτικές εμπειρίες, κάνοντάς μας να θέλουμε να τιμωρήσουμε αυτούς που θεωρούμε υπαίτιους για τη δυστυχία μας – μια επιθυμία που αυξάνεται (και παραμένει ατομική) «λόγω της μοναχικής μας σχέσης με την οθόνη και με τη συνεχή ηλεκτρονική ροή».
Μάλιστα, ο Bifo ισχυρίζεται ότι η επιθυμία για εκδίκηση που εκπροσωπεί ο Λουίτζι είναι η ίδια που εκφράζεται στην εκλογή του Τραμπ, όπου εκατομμύρια Αμερικανοί ψήφισαν έναν «Avenger-in-Chief» που υπόσχεται ότι «θα θεραπεύσει τον πόνο τους εξαλείφοντας ορισμένα άτομα ή συγκεκριμένες κοινωνικές ή φυλετικές ομάδες» (εκδίκηση ενάντια στους Δημοκρατικούς, «αλλά επίσης –και κυρίως– εκδίκηση ενάντια σε εκείνους που απειλούν την αγνότητα του ρατσιστικού αμερικανικού ονείρου»).
Παρά τη διεισδυτικότητα αυτής της ανάλυσης, μου φαίνεται πως πρέπει να αναγνωρίσουμε τη διαφορά μεταξύ της πικρόχολης επιθυμίας για εκδίκηση των οπαδών του Τραμπ και της πράξη εκδίκησης του Λουίτζι. Σε αντίθεση με τη νιτσεϊκή μνησικακία των τραμπικών –η οποία, σύμφωνα με τη Wendy Brown, εκφράζει την προσπάθεια ανάκτησης ενός ματαιωμένου στάτους μέσω της ανάθεσης ευθυνών σε έναν σωτήρα–, η καταστροφική χειρονομία του Μαντζιόνε εκκινεί από μια πρότερη κατάφαση: μια αίσθηση ηθικής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πράξη του συνιστά δράση και όχι αντίδραση, μια «ενεργή δύναμη» που λειτουργεί αφυπνιστικά.
Ποια είναι τα αποτελέσματα της δράσης του Λουίτζι; Η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από το σύστημα υγείας και τις ασφαλιστικές, οι διαδηλώσεις με το σύνθημα «Health Over Wealth», εκατοντάδες γράμματα. Σ’ ένα από αυτά, στο οποίο ο Λουίτζι απάντησε στις αρχές Μαρτίου, μια 66χρονη Αμερικανίδα εξηγεί ότι η κόρη της πάσχει από μια σπάνια, θανατηφόρα ασθένεια. Παρά την κατατονική κατάσταση της νεαρής και την ανάγκη της για νοσοκομειακή φροντίδα, η ασφαλιστική UnitedHealthcare αρνήθηκε να καλύψει τα έξοδα. Απευθυνόμενη στον Λουίτζι, η μητέρα γράφει πως οι ασφαλιστές της UHC είναι «εγκληματίες» και υπόσχεται πως, όσο ζει, θα πολεμάει για ένα καλύτερο σύστημα υγείας.
[1] Franco «Bifo» Berardi. (13 Φεβρουαρίου, 2025). «Νέοι Ήρωες», (μτφρ. Τάσος Σαγρής). Κενό Δίκτυο.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.