Pinsa στην καλύτερη εκδοχή της, σε ένα νέο μαγαζί στο Παγκράτι

Pinsa στην καλύτερη εκδοχή της, σε ένα νέο μαγαζί στο Παγκράτι Facebook Twitter
Το Oh My Pinsa έχει πάρει ήδη τον δρόμο του και το έχει κάνει με πολύ σωστό τρόπο. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO
0

Στο Παγκράτι δεν πηγαίνω συχνά. Έχω μια εφηβική αντίδραση απέναντι σε όλα εκείνα που συνηθίζουν οι πολλοί ή προτιμούν οι περισσότεροι, γι' αυτό και το επισκέπτομαι αραιά και πού. Πολλές φορές κακίζω τον εαυτό μου γι' αυτή την εμμονή που μου έχει στερήσει ή καθυστερήσει τη γνωριμία με πολλά ενδιαφέροντα μέρη. Αυτός είναι και ο λόγος που προσπαθώ, δειλά-δειλά, να το αλλάξω αυτό και να γίνω πιο ανοιχτή όσον αφορά τη διάσημη συνοικία της Αθήνας, που ομολογουμένως έχει συγκεντρώσει πολλά όμορφα μαγαζιά και ανθρώπους.


Το νέο, μικρό, αλλά πολυτάλαντο Oh My Pinsa στάθηκε η αφορμή για να κάνω την πρώτη σοβαρή επίσκεψη στη γειτονιά. Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τα μαγαζιά που έχουν επιλέξει συνειδητά να είναι μικροσκοπικά και έχουν take-away φιλοσοφία. Θεωρώ ότι είναι τα μαγαζιά που έχουν σώσει πολλούς βιαστικούς ή εργασιομανείς, δίνοντάς τους την ευκαιρία να απολαύσουν ένα γρήγορο γεύμα, χωρίς τύψεις. Αρκεί, φυσικά, να προσφέρουν νόστιμο φαγητό και από καλή πρώτη ύλη.

Το Oh My Pinsa φιλοδοξεί να κάνει ακριβώς αυτό, παρότι το ωράριό του είναι απογευματινό και η αρχική μου εντύπωση ήταν ότι απευθύνεται στους ξενύχτηδες της πόλης.

Με μια μείξη από αλεύρια και τη συμμετοχή ξηρής μαγιάς, το ζυμάρι ωριμάζει για 72 ώρες με την ησυχία του και μετά μπορούμε να το πλάσουμε. Έτσι, η ζύμη της pinsa έχει τα χαρακτηριστικά του προζυμιού και παρότι είναι μια λεπτή ζύμη, έχει σώμα και πλούσια γεύση. Επίσης, είναι πολύ ελαφριά και δεν βαραίνει το στομάχι. 


Στο μαγαζί βρέθηκα νωρίς το απόγευμα, μόλις μερικές μέρες αφότου είχε ανοίξει. Πιο πριν είχα μιλήσει με τη δημιουργική ομάδα που το «τρέχει» και είχα καταλάβει πως πίσω από το εγχείρημα κρύβεται πολλή δουλειά και μεγάλο μεράκι. Έτσι, κατανόησα πλήρως την αγωνία τους για το πώς φαίνεται από τον δρόμο και τι αίσθηση δημιουργεί στους περαστικούς. Καθαρό, φωτεινό, με φλούο χρώματα, μελετημένες γραμματοσειρές και κομψά τραπεζοκαθίσματα, μόνο καλές εντυπώσεις μπορεί να συγκεντρώσει. Προσωπικά, το βρήκα όμορφο και ελκυστικό. Από τα μαγαζιά που σταματάς για να τα κοιτάξεις και κάθεσαι, χωρίς να το πολυσκεφτείς.

Pinsa στην καλύτερη εκδοχή της, σε ένα νέο μαγαζί στο Παγκράτι Facebook Twitter
Καθαρό, φωτεινό, με φλούο χρώματα, μελετημένες γραμματοσειρές και κομψά τραπεζοκαθίσματα, μόνο καλές εντυπώσεις μπορεί να συγκεντρώσει. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO


«Δεν βιάστηκα να ανοίξω. Ήθελα πρώτα να ετοιμαστούν όλα στην εντέλεια και μετά να ξεκινήσουμε. Το πιο σημαντικό για μένα ήταν να τεστάρω ξανά και ξανά τις γεύσεις. Ήθελα να είμαι σίγουρος ότι μου αρέσουν τα πάντα, και μου αρέσουν πολύ» μου λέει ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού Λάκης Αλχανάτης, ανυπομονώντας να δοκιμάσουμε τις pinsa του.


Κι εγώ ανυπομονούσα. Αρχικά, όμως, ήθελα να μου λύσει ο Λάκης την απορία γιατί προτίμησε την pinsa από την pizza. «Αν και σύμφωνα με θεωρίες η pinsa είναι ο πρόγονος της pizza και οι αρχαίοι Ρωμαίοι είχαν εντρυφήσει στο συγκεκριμένο ζυμάρι, η αλήθεια είναι ότι η pinsa μετράει μόλις είκοσι χρόνια ζωής. Αυτό που με έκανε να την προτιμήσω είναι ο τρόπος που φτιάχνεται το ζυμάρι της. Με μια μείξη από αλεύρια και τη συμμετοχή ξηρής μαγιάς, το ζυμάρι ωριμάζει για 72 ώρες με την ησυχία του και μετά μπορούμε να το πλάσουμε. Έτσι, η ζύμη της pinsa έχει τα χαρακτηριστικά του προζυμιού και παρότι είναι μια λεπτή ζύμη, έχει σώμα και πλούσια γεύση. Επίσης, είναι πολύ ελαφριά και δεν βαραίνει το στομάχι» μου εξηγεί και με προετοιμάζει ιδανικά για τη στιγμή της δοκιμής.

Pinsa στην καλύτερη εκδοχή της, σε ένα νέο μαγαζί στο Παγκράτι Facebook Twitter
Βραστά ρεβίθια, jalapenos, φρέσκα μυρωδικά και απαλή, homemade μαγιονέζα. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Pinsa στην καλύτερη εκδοχή της, σε ένα νέο μαγαζί στο Παγκράτι Facebook Twitter
Η pinsa με σάλτσα ντομάτας, σπανάκι, μυρωδικά και ποσέ αυγό, πιστεύω ότι θα μπορούσε να υπάρχει σε κάθε μενού brunch. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO


Εξάλλου, η βιτρίνα με τις pinsa είχε γεμίσει και η εικόνα τους ήταν εξαιρετικά λαχταριστή. Προσπάθησα να σκεφτώ μια ποια σειρά θα έπρεπε να δοκιμάσω τους διαφορετικούς συνδυασμούς, αλλά δεν έβγαλα συμπέρασμα. Αποφάσισα να αφήσω το ένστικτό μου να με οδηγήσει κι έτσι ξεκίνησα με ένα κομμάτι από τη λευκή pinsa με φρέσκα μανιτάρια, guanciale, μοτσαρέλα, γκοργκοντζόλα και μυρώνια. Αγαπώ πολύ τις λευκές σάλτσες σε όλες τις ανάλογες ζύμες και η συγκεκριμένη pinsa ήταν μαγευτική. Με σωστή ένταση σε όλα της τα υλικά και με το ζυμάρι να συμμετέχει εξίσου στο γευστικό αποτέλεσμα, είναι σίγουρα μία από τις pinsa που πρέπει να δοκιμάσει όποιος επισκεφτεί το μαγαζί.


Η συνέχεια έγινε με τον συνδυασμό μοτσαρέλας, ρόκας, κάππαρης και σάλτσας αντζούγιας που είναι, επίσης, σωστά δομημένος και κατάλληλος για εκείνους που δεν έχουν ταυτίσει στη συνείδησή τους την pinsa ή την pizza με τη σάλτσα ντομάτας.


Εξαιρετική και η εκδοχή με σάλτσα ντομάτας, σπανάκι, μυρωδικά και ποσέ αυγό, που πιστεύω ότι θα μπορούσε να υπάρχει σε κάθε μενού brunch και είναι εντυπωσιακό πόσο όμορφα δένουν τα συστατικά της πάνω στη ζύμη και πόσο ευχάριστα την απολαμβάνεις.


Και μολονότι μου άρεσε κάθε γεύση που δοκίμαζα και είχα καταντήσει γραφική με τα επιφωνήματα ενθουσιασμού, οφείλω να κάνω ιδιαίτερη μνεία σε δύο pinsa. Η πρώτη είναι αυτή με τη σάλτσα βασιλικού, τη μοτσαρέλα και το peperone Napoli Piccante, που με εντυπωσίασε τόσο με τη γεύση όσο και με την εμφάνισή της, καθώς το peperone, άψογα κομμένο σε λεπτές φέτες και τοποθετημένο με προσοχή σε όλη την επιφάνεια της pinsa, έδινε ένα άψογο οπτικά αποτέλεσμα, που ήταν αδύνατον να μη με συγκινήσει. Η δεύτερη pinsa ήταν και η έκπληξη του καταλόγου. Με κόκκινο κρεμμύδι, ανθότυρο, ντοματίνια κονφί, πίκλα αγγούρι και λεπτές φέτες φιλέτου τσιπούρας, είναι σίγουρα μια γευστική πρόκληση και ένα μικρό δώρο που μπορεί ο καθένας να κάνει στον εαυτό του. Υπέροχη, εμπνευσμένη γεύση, τα credits της οποίας οφείλουμε να δώσουμε στον σεφ Τάσο Δέμπη που έχει επιμεληθεί όλο το μενού και φαίνεται πως δεν είχε καμία διάθεση να περιοριστεί σε mainstream γεύσεις.

Pinsa στην καλύτερη εκδοχή της, σε ένα νέο μαγαζί στο Παγκράτι Facebook Twitter
Pinsa με σάλτσα βασιλικού, μοτσαρέλα και peperone Napoli Piccante. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Pinsa στην καλύτερη εκδοχή της, σε ένα νέο μαγαζί στο Παγκράτι Facebook Twitter
Η επίσκεψή μου στο Oh My Pinsa ολοκληρώθηκε με το γλυκό με κρέμα λεμόνι, φιστικοβούτυρο, τσιπς από pinsa, ελαιόλαδο και πιπέρι, που είναι βέβαιο ότι θα αγαπήσετε. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO


Εκτός από τις pinsa, με κέρδισαν και οι σαλάτες. Στο ίδιο πνεύμα της ιδιαίτερης γεύσης και σύλληψης, βρήκα το ίδιο νόστιμη τη σαλάτα με τα πράσινα λαχανικά, τα μυρωδικά, τα cranberries, το παστέλι και το πορτοκάλι με εκείνη που είχε βραστά ρεβίθια, jalapenos, φρέσκα μυρωδικά και μια απαλή, homemade μαγιονέζα.


Η επίσκεψή μου στο Oh My Pinsa ολοκληρώθηκε με το γλυκό με κρέμα λεμόνι, φιστικοβούτυρο, τσιπς από pinsa, ελαιόλαδο και πιπέρι, που είναι βέβαιο ότι θα αγαπήσετε. Μπροστά από τους φούρνους δύο εξαιρετικοί μάγειροι, ο Αλέξανδρος Παπαδούλης και ο Μιχάλης Μπαλάντια, έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό. Το τηλέφωνο δεν σταματούσε να χτυπάει για παραγγελίες. Οι καθήμενοι επισκέπτες φαίνονταν να απολαμβάνουν το φαγητό τους. Το Oh My Pinsa έχει πάρει ήδη τον δρόμο του και το έχει κάνει με πολύ σωστό τρόπο.

Pinsa στην καλύτερη εκδοχή της, σε ένα νέο μαγαζί στο Παγκράτι Facebook Twitter
Η pinsa με κόκκινο κρεμμύδι, ανθότυρο, ντοματίνια κονφί, πίκλα αγγούρι και λεπτές φέτες φιλέτου τσιπούρας, είναι σίγουρα μια γευστική πρόκληση. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Pinsa στην καλύτερη εκδοχή της, σε ένα νέο μαγαζί στο Παγκράτι Facebook Twitter
Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού Λάκης Αλχανάτης με τους δύο εξαιρετικούς μάγειρους, Αλέξανδρο Παπαδούλη και Μιχάλη Μπαλάντια. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

Oh My Pinsa, Ευφράνορος 21, Παγκράτι, 211 4118184, Facebook, Instagram

Γεύση
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πώς αποφασίζει κανείς να ανοίξει τώρα εστιατόριο στην Αθήνα;

Γεύση / Πώς αποφασίζει κανείς να ανοίξει τώρα εστιατόριο στην Αθήνα;

Οι άνθρωποι πίσω από τρία καταστήματα φαγητού που εμφανίστηκαν εν μέσω πανδημίας ‒ένα ιταλικό εστιατόριο, ένα ιδιαίτερο ψητοπωλείο και μια αποκλειστικά vegan τζελατερία‒ μιλούν για την απόφασή τους να ξεκινήσουν τώρα κάτι καινούργιο.
ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΣΤΑΜΟΥ
Όταν ο Πάνος Ιωαννίδης πρωτοείδε ριζότο στα '90s, νόμιζε ότι ήταν λαπάς

Γεύση / Όταν ο Πάνος Ιωαννίδης πρωτοείδε ριζότο στα '90s, νόμιζε ότι ήταν λαπάς

Ο διάσημος σεφ και κριτής του «MasterChef» περιγράφει τις δημιουργικές αναζητήσεις που του προέκυψαν μέσα στην καραντίνα, σχολιάζει το μέλλον της εστίασης και αποκαλύπτει τι θα δούμε προσεχώς στο επιτυχημένο τηλεοπτικό ριάλιτι μαγειρικής.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Από arrancini μέχρι καλαμάκι συκώτι στο χέρι: Αυτό είναι το νέο αθηναϊκό street food

Γεύση / Από arrancini μέχρι καλαμάκι συκώτι στο χέρι: Αυτό είναι το νέο αθηναϊκό street food

H Αθήνα έχει πολλά στριτφουντάδικα. Όμως κάποια νέα, εκτός από το ότι ανεβάζουν το επίπεδο, έχουν καταφέρει να γίνουν instant συνήθεια για το προσεγμένο φαγητό τους, αλλά όχι μόνο γι' αυτό.
ΖΩΗ ΠΑΡΑΣΙΔΗ
Σουπιοπίλαφο

Γεύση / Σουπιοπίλαφο: Η μυστηριώδης γεύση του Αιγαίου

Από τον μινωικό πολιτισμό και τα κύπελλα του μέχρι τα σύγχρονα τσουκάλια, το μελάνι της σουπιάς συνεχίζει να αφήνει το αποτύπωμά του, ενώ το σουπιοπίλαφο αναδεικνύει τη μοναδικότητά του, τόσο στην εμφάνιση όσο και στο γευστικό του αποτέλεσμα.
ΝΙΚΟΣ Γ. ΜΑΣΤΡΟΠΑΥΛΟΣ
Νάπολη: Γιορτάζοντας τη χαρά της ζωής στη σκιά του Βεζούβιου

Nothing Days / Νάπολη: Γιορτάζοντας τη χαρά της ζωής στη σκιά του Βεζούβιου

Ένα «ανοιξιάτικο» τριήμερο σε μία πόλη που ξέρει από φυσικές καταστροφές αλλά ξέρει και να υμνεί τη ζωή, και μία μεγάλη βόλτα στην Πομπηία και στο Ερκολάνο. Από το αρχαίο «fast food» στις σύγχρονες γεύσεις της ναπολιτάνικης κουζίνας.
M. HULOT
Από Άγιο Όρος στην Κρήτη: Πώς μαγειρεύει η Ελλάδα τον μπακαλιάρο

Γεύση / Από το Άγιο Όρος στην Κρήτη: Πώς μαγειρεύει η Ελλάδα τον μπακαλιάρο

Σε μακαρονάδα ή παστός με ρεβίθια, ή λεμονάτος με ολόκληρα κρεμμύδια: Από το ένα πέλαγος στο άλλο, το τελετουργικό μας πιάτο παίρνει διαφορετικές μορφές, αποτελώντας ένα εκλεκτό έδεσμα της ελληνικής cucina povera.
ΝΙΚΟΣ Γ. ΜΑΣΤΡΟΠΑΥΛΟΣ
Τραβόλτα: Σ’ αυτή την ψαροταβέρνα η παράδοση και η καινοτομία που αναδεικνύουν τη φρεσκάδα της θάλασσας πάνε χέρι-χέρι

Γεύση / Πώς να φτιάξετε στο σπίτι τα κορυφαία πιάτα του Τραβόλτα

Πριν από 13 χρόνια, σε μια ψαροταβέρνα πολύ μακριά από τη θάλασσα, οι αδελφοί Λιάκοι μαζί με τον Ανέστη Λαζάι συνδυάσαν την παράδοση με την καινοτομία και δημιούργησαν γεύσεις-σταθμούς, όπως το καλαμάρι κοντοσούβλι και η τσιπούρα χουνκιάρ, κερδίζοντας φανατικούς θαυμαστές.
ΝΙΚΗ ΜΗΤΑΡΕΑ
Λήμνος: Ταξίδι στους αμπελώνες και τις γεύσεις του νησιού

Το κρασί με απλά λόγια / Λήμνος: Ένα από τα αρχαιότερα μέρη στον κόσμο που έφτιαχνε κρασί

Η Υρώ Κολιακουδάκη Dip WSET ταξιδεύει στη Λήμνο για να οινοτουρισμό και μοιράζεται με τον Παναγιώτη Ορφανίδη τις εμπειρίες της από τις γεύσεις που δοκίμασε και φυσικά ό,τι έμαθε για τα κρασιά, τις ποικιλίες, την αμπελουργία και τα οινοποιεία του νησιού.
THE LIFO TEAM
Χταπόδι με ασκολύμπρους, αβρονιές, κρίθαμα: Τα πολλά πρόσωπα ενός αρχέγονου φαγητού

Γεύση / Χταπόδι με ασκολύμπρους, αβρονιές και κρίθαμα: Τα πολλά πρόσωπα ενός αρχέγονου γεύματος

Δεν είναι απλώς ένα έδεσμα. Είναι μια τελετουργία που χάνεται στα βάθη του χρόνου, μια ιεροτελεστία που ξεκινά από την άγρια καταδίωξη στα βράχια και καταλήγει στο μεθυστικό άρωμα της θάλασσας, που αναδύεται στο πιάτο.
ΝΙΚΟΣ Γ. ΜΑΣΤΡΟΠΑΥΛΟΣ
Τάσος Μαντής: Από τα υδραυλικά στα αστέρια Michelin

Οι Αθηναίοι / Τάσος Μαντής: Από τα υδραυλικά στα αστέρια Michelin

Ένα απρόσμενο Σαββατοκύριακο σε ένα κότερο στάθηκε αρκετό για να αλλάξει τη ζωή του. Από την πρώτη του εμπειρία ως μάγειρας στον στρατό μέχρι τις κουζίνες των κορυφαίων εστιατορίων του κόσμου, κάθε σταθμός διαμόρφωσε τη φιλοσοφία του βραβευμένου σεφ. Σήμερα, μέσα από το αστεράτο Soil, αποδεικνύει πως η μαγειρική δεν είναι απλώς τέχνη, αλλά τρόπος ζωής.
M. HULOT
Αξώτης: Για καλοψημένο παϊδάκι και θεϊκές πατάτες στο Πολύγωνο

Γεύση / Αξώτης: Για καλοψημένο παϊδάκι και θεϊκές πατάτες στο Πολύγωνο

Μια ταβέρνα που έχτισαν το '56 οι οικοδόμοι της περιοχής και κράτησαν ζωντανή ακόμα και στις δύσκολες στιγμές, συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί ένα comfort zone, με λίγα, κλασικά και καλά πράγματα, για τις μέρες που δεν θέλουμε να είμαστε μέρος της «φάσης».
ΖΩΗ ΠΑΡΑΣΙΔΗ