Για μια ολόκληρη εποχή, κυρίως τα χρόνια που κυριαρχούσε η δημόσια τηλεόραση, και μόνο το άκουσμα του γνωστού αποσπάσματος από το «L’ Apocalypse des animaux» («Αποκάλυψη των ζώων») του Βαγγέλη Παπαθανασίου, το αναγνωρίσιμο ηχητικό σήμα του «Παρασκηνίου», ήταν αρκετό για να στρωθείς μπροστά στη μικρή οθόνη.
Το «Παρασκήνιο», η σειρά σύντομων πολιτιστικών ντοκιμαντέρ, δημιούργημα των Λάκη Παπαστάθη και Τάκη Χατζόπουλου, και της εταιρείας τους Cinetic, μετά από πρόταση του ευφυούς Ροβήρου Μανθούλη, που έδωσε μεταπολιτευτικά ευρωπαϊκό αέρα στην ΕΡΤ, αποτέλεσε μια όαση ποιοτικού τηλεοπτικού χρόνου. Τα επεισόδια μοιαζαν με μικρά οπτικά δοκίμια που αποκάλυπταν σημαντικές ή ιδιότυπες προσωπικότητες και το έργο τους. Μέσα στα 37 χρόνια που διήρκεσε, το «Παρασκήνιο» αποδείχτηκε μακροπρόθεσμα μια «κιβωτός» του λόγου και της εικόνας των περισσότερων (αν όχι όλων) από τους σημαντικότερους Έλληνες και Ελληνίδες καλλιτέχνες-ιδες και πνευματικές προσωπικότητες, από τον Άρη Κωνσταντινίδη και τον Κορνήλιο Καστοριάδη μέχρι τον Βασίλη Τσιτσάνη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη (και την αποδόμησή της). Μια εκπομπή η οποία, παρόλο που υπήρξε δημιούργημα δύο συνεργατών, ταυτίστηκε απόλυτα με τον σκηνοθέτη Λάκη Παπαστάθη.
Υπήρξε σε όλη του τη ζωή ένας άνθρωπος ανήσυχος, που τον απασχολούσαν όλες οι μορφές τέχνης, είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική, έγραφε και εξέδιδε διηγήματα, μελετούσε την Ιστορία, ήταν συλλέκτης λογοτεχνικών περιοδικών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
Έχουν περάσει δύο χρόνια από τον θάνατό του και το Μουσείο Μπενάκη τιμά τη μνήμη του με την έκθεση «Αναζητώντας τη χαμένη εικόνα». Ο τίτλος είναι δανεισμένος από το όνομα μιας ακόμα σημαντικής εκπομπής του, που μαζί με την πρώτη του απόπειρα στην τηλεόραση, το «Ιστορικό Αρχείο», και φυσικά το «Παρασκήνιο» και το σύντομο αποχαιρετιστήριο «Υστερόγραφο» αποτελούν μέρος του σύμπαντος του Παπαστάθη· ενός σύμπαντος ελληνοκεντρικού, με έμφαση στην ιστορία, την τέχνη, τον λαϊκό πολιτισμό, την ποίηση των εικόνων, είτε αυτές συνδέονται με τη ζωγραφική είτε με τη φωτογραφία είτε με τον κινηματογράφο. Είναι μια σημαντικότατη παρακαταθήκη που όσο θα περνούν τα χρόνια θα αποδεικνύεται πολύτιμη μαρτυρία για την Ελλάδα του πρόσφατου παρελθόντος.

Ο Λάκης Παπαστάθης υπήρξε ένας από τους σκηνοθέτες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Συνδέθηκε με την εμβληματική «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού, του οποίου υπήρξε βοηθός, σκηνοθέτησε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία «Γράμματα από την Αμερική» του 1972 και τέσσερις ακόμα πολύ προσωπικές ταινίες που όμως δεν ομφαλοσκοπούν, αντιθέτως αγγίζουν το ελληνικό γίγνεσθαι: «Τον καιρό των Ελλήνων» (1981), «Θεόφιλος» (1987), «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» (2001), «Ταξίδι στη Μυτιλήνη» (2010).
Ωστόσο, υπήρξε σε όλη του τη ζωή ένας άνθρωπος ανήσυχος, που τον απασχολούσαν όλες οι μορφές τέχνης, είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική, έγραφε και εξέδιδε διηγήματα, μελετούσε την Ιστορία, ήταν συλλέκτης λογοτεχνικών περιοδικών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Όλα αυτά μαζί και σε ατέρμονη συνδιαλλαγή μεταξύ τους έχτισαν αυτή την ιδιαίτερη προσωπικότητα ενός αναγεννησιακού καλλιτέχνη.

Ένας από τους πιο ταλαντούχους συνεργάτες του, τον οποίο επέλεξε όταν είδε την πρώτη του δουλειά στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους στη Δράμα, ο Γιώργος Σκεύας, έχει αναλάβει την επιμέλεια της έκθεσης. Σταθερός συνεργάτης στο «Παρασκήνιο» και στενός φίλος του μέχρι το τέλος, ο Γιώργος Σκεύας έπρεπε να ξεδιαλύνει, μέσα από ένα πλήθος υλικού και πληροφοριών, τα ουσιαστικότερα κομμάτια ώστε να συμπληρωθεί το παζλ μιας τόσο δημιουργικής και πλούσιας σε ερεθίσματα και γεγονότα ζωής.
Λέει χαρακτηριστικά: «Όσοι είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε τον Λάκη ως συνεργάτη και ως φίλο, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα πόσο σημαντικός ήταν ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος. Επιλέξαμε για την έκθεση τον τίτλο “Αναζητώντας τη χαμένη εικόνα”, τίτλο μιας εκπομπής που έκανε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν για μια περίοδο 3-4 χρόνων σταμάτησε το “Παρασκήνιο”. Η εκπομπή ήταν βασισμένη σε αρχεία του, τα οποία και σχολίαζε. Έθιγε πολλά θέματα που αφορούσαν συγκεκριμένους τόπους, οδούς, πρόσωπα. Ο Λάκης στη ζωή του ήθελε να μοιράζεται αυτό που γνώριζε, αυτό που τον απασχολούσε. Αυτό ήταν και για μένα πολύτιμο. Έλεγα μισοαστεία-μισοσοβαρά “νομίζω ότι το ‘Παρασκήνιο’ υπάρχει για να υπάρξει ένα πεδίο διαλόγου μαζί σου” και μου έλεγε “ξέρω τι εννοείς, το έχω κι εγώ ανάγκη”. Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος, νομίζω, να έρχεσαι σε επαφή με τον κόσμο ενός καλλιτέχνη που ήταν τόσο πολυσχιδής.



Με αφορμή την έκθεση, μελετώντας το έργο του ξανά, ανακαλύπτω πράγματα εκ νέου. Βλέπω με άλλο μάτι τις ταινίες του, κι αυτό που συνεχίζει να με εκπλήσσει είναι η διαχείριση του χρόνου. Εννοώ την αντίληψη του χρόνου μέσα από το έργο τέχνης. Το πώς η εικόνα, με την ευρύτερη έννοια, τοποθετείται μέσα στον χρόνο. Είναι μια διαρκής αναζήτηση – εξού και ο τίτλος· μια αναζήτηση για κάτι που μπορεί να βρίσκεται και να μη χάθηκε οριστικά· που μπορεί να χάθηκε αλλά το αναζητούμε. Βέβαια είναι και η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας του ίδιου του προσώπου, καθώς πρόκειται για μια ηχηρή απουσία. Όλος αυτός ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει μέσα μου ζωντανός. Αντλώ από αυτόν.
Η έκθεση βασίζεται σε ένα είδος τεκμηρίωσης, αλλά περισσότερο προσπάθησα να αναπαραγάγω την αίσθηση μερικών πραγμάτων, το κλίμα. Αυτό είναι που με απασχολεί, μια αίσθηση του πώς ήταν ο κόσμος αυτού του προσώπου, οι εικόνες του, οι καταβολές του, τα διαβάσματά του, αυτά που τον απασχολούσαν, το πώς ο χρόνος κυλούσε μέσα σε αυτόν. Υπάρχουν κάποια στοιχεία βιογραφικά, αλλά δεν υπάρχει μια γραμμική συνέχεια. Ούτε οι ταινίες μυθοπλασίας ούτε τα ντοκιμαντέρ του βρίσκονται σε γραμμική παράταξη. Υπάρχει, ωστόσο, η δυνατότητα να δει κανείς ολόκληρα “Παρασκήνια” τόσο του Λάκη Παπαστάθη όσο και του Τάκη Χατζόπουλου που είναι ψηφιοποιημένα από την ΕΡΤ.
Συμπεριέλαβα, επίσης, κάποια πορτρέτα, γιατί ο Λάκης πόζαρε για πολλούς ζωγράφους: Γιώργος Ρόρρης, Εδουάρδος Σακαγιάν, Θανάσης Μακρής· στοιχεία από το πιο πρόσφατο γραφείο της Cinetic, από το σπίτι του Λάκη, μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να πορευτεί· προσωπικά πράγματά του όπως το γραφείο του, η πολυθρόνα αλλά και οι καμπαρντίνες του και τα καπέλα του. Είχε τη συνήθεια να ζωγραφίζει επάνω σε φωτογραφίες, υπάρχουν αυτά τα πρωτότυπα μαζί με σενάρια, κάποια εκ των οποίων δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, αλλά και η πρώτη εκδοχή του “Θεόφιλου”, κείμενα δοκιμιακού και μυθοπλαστικού χαρακτήρα από το βιβλίο του “Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά”».

Ο Γιώργος Σκεύας μού περιγράφει και το υλικό ενός βιβλίου που δεν πρόλαβε να εκδοθεί όσο ζούσε ο Παπαστάθης και που αφορά στην οδό Πανεπιστημίου και έχει τίτλο «Σκηνές από έναν δρόμο». Μου εξηγεί ότι πρόκειται για παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που είχε μαζέψει ο σκηνοθέτης –υλικό με το οποίο είχε ασχοληθεί πολλές φορές στο «Παρασκήνιο» και στο «Υστερόγραφο»–, στιγμιότυπα από το κέντρο της Αθήνας όπου εμφανίζονται ανώνυμα πρόσωπα για τα οποία φαντάζεται ιστορίες. Ο επισκέπτης της έκθεσης θα μπορεί να δει αυτό το υλικό σε μεγάλη οθόνη. «Νομίζω ότι αυτό είναι η επιτομή της τέχνης του Λάκη», συμπληρώνει ο Γ. Σκεύας.
Θα υπάρχει και μια παλιά τρικέζα στην έκθεση, σαν αυτή που χρησιμοποίησε στην πρώτη του ταινία μικρού μήκους «Γράμματα από την Αμερική» για να φωτογραφίσει τις καρτ ποστάλ της ιστορίας. Ο Γ. Σκεύας λέει: «Στην αφήγηση που συνοδεύει την ταινία πρόσθεσε στο τέλος, επηρεασμένος από τη “Μαντάμ Μποβαρί” που διάβαζε εκείνο το διάστημα, μια φράση από το φινάλε του μυθιστορήματος. Αυτή ήταν η καλλιτεχνική φύση του Λάκη, να μπλέκει παρελθόν και μέλλον, μυθοπλασία με ντοκουμέντα».
Δεν θα μπορούσε να λείπει από την έκθεση και η σημαντική συλλογή περιοδικών του, που επιμελείται ο φίλος του Γιώργος Ζεβελάκης, με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο πάθος για αυτά. Πρόκειται για ένα σημαντικό στοιχείο, καθώς μέσα από αυτά άντλησε μεγάλο μέρος των αναφορών του, λογοτεχνικών και ιστορικών.
Μια άλλη πτυχή είναι τα φιλμάκια που προβάλλονταν στις συναυλίες του Διονύση Σαββόπουλου και είχαν την υπογραφή του Παπαστάθη. Η σχέση τους οδήγησε το 1975 στη σκηνοθεσία μιας τηλεοπτικής ταινίας διάρκειας μίας ώρας με τίτλο «Χαίρω πολύ, Σαββόπουλος», από όπου και η θρυλική ηχογράφηση του «Ζεϊμπέκικου» με τη Σωτηρία Μπέλλου. Η ταινία αυτή έχει επίσης ενταχθεί στην έκθεση.



Εκτός όμως από τα προσωπικά φιλμ, η έκθεση εμπλουτίζεται και με έξι βίντεο διάρκειας 25΄-30΄ το καθένα, τα οποία δημιούργησε ένας ακόμα βασικός συνεργάτης του «Παρασκηνίου», ο Ηλίας Γιαννακάκης.
Η ενότητα ολοκληρώνεται με ένα ντοκιμαντέρ 50 λεπτών με τίτλο «Ο Λάκης Παπαστάθης στο Μουσείο Μπενάκη», όπου εμφανίζονται και μιλούν οι Γιώργος Σκεύας, Κατερίνα Ευαγγελάκου, καθώς και ένας σημαντικός αριθμός στενών συνεργατών και συνοδοιπόρων του Λάκη Παπαστάθη.
Να σημειώσουμε ότι τον σχεδιασμό της έκθεσης έχει κάνει η σκηνογράφος Λίλη Πεζανού, ενώ συνοδεύεται από έναν εξαιρετικό κατάλογο που επιμελήθηκε η σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάκου με τίτλο «Λάκης Παπαστάθης: Γενικό Πλάνο».
Ο Γιώργος Σκεύας μου λέει σχετικά με το τεράστιο υλικό που είχε να διαχειριστεί: «Η αφαίρεση έχει μεγάλη σημασία, γιατί ο όγκος του υλικού είναι πολύ μεγάλος. Επικεντρώνεται κανείς σε κάτι ακολουθώντας έναν δρόμο. Ωστόσο, θα επιθυμούσα η έκθεση αυτή να αφορά όλους. Σαφώς τη γενιά του Λάκη, η οποία έχει κάτι να αναγνωρίσει και να μοιραστεί για ευνόητους λόγους, αλλά και τα νέα παιδιά, τους εφήβους ή όσους είναι στα 20. Θα ήταν υπέροχο να έρθουν σε επαφή με αυτόν τον κόσμο».

"ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ" ΤΙΤΛΟΙ ΑΡΧΗΣ - ΕΡΤ (1986)
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.