Δημιουργώντας ένα σκοτεινό, υποβλητικό περιβάλλον, η Τζάνις Ράφα μεταμορφώνει δύο από τους εκθεσιακούς χώρους του τρίτου ορόφου του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης σε μια εμβυθιστική εγκατάσταση με τίτλο «We Betrayed the Horses / Εμείς που προδώσαμε τα άλογα», σε μια νέα έκθεση που εγκαινιάζεται στις 3 Απριλίου και θα διαρκέσει έως τις 5 Οκτωβρίου 2025. Αυτόματες ποτίστρες νερού, μεταχειρισμένες και καινούργιες σέλες και μπότες που χρονολογούνται από το 1880 έως σήμερα, κεφαλαριές, ηνία, μαστίγια, στομίδες και ουρές αλόγων μάς υποδέχονται αρχικά σε ένα δυστοπικό και φανταστικό κόσμο άδειων στάβλων που τους στοιχειώνει η απουσία των ζώων.
Η Τζάνις Ράφα εδώ και χρόνια ερευνά τη σχέση ανθρώπινου και ζωικού κόσμου. Η σειρά των νέων παραγωγών που έχει δημιουργήσει ειδικά για το μουσείο εστιάζει μέσω μιας πολυμεσικής αφήγησης στην ιδέα της επιθυμίας για το σώμα του αλόγου και της ανάγκης για κυριαρχία και υποταγή. Νέα γλυπτικά έργα, έργα με κείμενο, καθώς και ένα νέο δικάναλο φιλμ που έχει γυριστεί στις άδειες εγκαταστάσεις ενός ιπποδρόμου, στο οποίο εμπεριέχεται αρχειακό υλικό κινούμενης εικόνας των αρχών του εικοστού αιώνα, μας προκαλούν να στρέψουμε το βλέμμα μας στην εικόνα του απόντος αλόγου που απομακρύνεται από τα ένστικτα, την υλική υπόσταση και τις επιθυμίες του για να εξυπηρετήσει την ανθρώπινη ανάγκη και απόλαυση, ενώ συγχρόνως τα έργα εξετάζουν τον έμφυλο, ελιτίστικο και ιστορικό χαρακτήρα της ιππασίας. Μας προκαλεί να σκεφτούμε τις έννοιες της φροντίδας και της προδοσίας, της αισθησιακότητας και της κυριαρχίας, της αγάπης και του ελέγχου, ενώ συγχρόνως εξερευνά την ιδέα της κατάκτησης της μη ανθρώπινης ζωής, της σωματικής υποταγής και των μη συναινετικών σχέσεων.
«Τα μαστίγια, οι στομίδες, που μοιάζουν με κοσμήματα, μοιάζουν με αυτά που χρησιμοποιούνται και σε μια διαπροσωπική συναινετική ερωτική σχέση, ή ακόμα και με χειροπέδες σκλάβων. Όμως η απόλαυση που αντλεί, για παράδειγμα, ο αναβάτης που τιθασεύει το σώμα του αλόγου, είτε είναι στην άμαξα, είτε στον ιππόδρομο, είτε στην καλλιέργεια της γης, είναι μη συναινετική, είναι εντελώς καταχρηστική»
Σε μια εξαιρετική συγκυρία, την ημέρα των εγκαινίων στο ΕΜΣΤ κάνει πρεμιέρα στη Στέγη, στο ODD 2025, το «Horse Me», που συνδημιούργησε η Τζάνις Ράφα με τη χορογράφο Σοφία Μαυραγάνη. Ο σαρκαστικός, πολιτικός κόσμος της χορογράφου ενώνεται με το πολυδιάστατο και ζωώδες σύμπαν της εικαστικού σε μια παράσταση με επίκεντρο το άλογο, όπου σε μια ατμόσφαιρα παρεξηγημένου ερωτισμού ανατρέπονται οι σχέσεις εξουσίας μεταξύ σωμάτων που καβαλούν και καβαλικεύονται, επαναπροσδιορίζοντας τα όρια της απόλαυσης και της υποταγής.

«Όλα τα έργα βγαίνουν από το ίδιο “καζάνι”», εξηγεί. «Έχουν να κάνουν με την έρευνα και την προσπάθεια να σκαλίσω και τη δική μου ενοχή και τα συμπεράσματά μου μέσα στα χρόνια, και να αξιοποιήσω μια ευρύτερη έννοια υλικών και ιστορικής ταξινόμησης του αλόγου μέσα στην προσωπική αλλά και την ανθρώπινη ιστορία».
Καθόμαστε με την Τζάνις κάτω από το έργο με κείμενο «τα γεννητικά σου όργανα τρίβουν την πλάτη μου / τα χέρια σου μαστιγώνουν τα καπούλια μου/οι φτέρνες σου σπιρουνιάζουν τα πλευρά μου/ οι δόξες σου σκοτώνουν τις ανάγκες μου».
«Σε αυτή την έκθεση η ιδέα ήταν –επειδή είναι η πρώτη ατομική μου στην Ελλάδα στο πλαίσιο ενός μουσείου– μια αφορμή για να μπορέσω να δείξω φρέσκια δουλειά. Η πρότασή μου ήταν να κάνω μια μονοθεματική έκθεση που σε βάζει σε μια αφήγηση και σε κατευθύνει από κάτι που έχει τη φόρμα μιας εγκατάστασης και καταλήγει σε ένα βίντεο», λέει, αναφέροντας τη στενή συνεργασία της με την επιμελήτρια της έκθεσης Δάφνη Βιτάλη και την ουσιαστική συμβολή της στη δημιουργία και την οργάνωση της έκθεσης.
«Τα έργα έχουν να κάνουν με το σώμα του αλόγου, είναι μια προσπάθεια διερεύνησης του πώς μπορώ να αντιληφθώ την απουσία του αλόγου και τι μένει από αυτό, μια προσπάθεια να δω τον αρνητικό χώρο, τον χώρο που καταλαμβάνει το σώμα ενός ζώου και το πώς εμείς κυριαρχούμε πάνω σε αυτό το σώμα και εξυπηρετούμαστε από αυτό. Στην έκθεση υπάρχει μια ταξινόμηση που ξεκινάει από αντικείμενα τα οποία αρχικά χρησιμοποιούνται για το στόμα του αλόγου. Από το στόμα περνάμε στο σώμα σιγά-σιγά με ready made υλικά. Το στόμα, για παράδειγμα, έχει να κάνει με την έννοια της φροντίδας και της ανταλλακτικής αξίας που είναι υπονομευτική· εξαπατούμε το ζώο προσφέροντας νερό και τροφή και ζητάμε την υποταγή του. Η οργάνωση και η ταξινόμηση αντικειμένων που συναντάμε στην έκθεση έχει να κάνει με την οργάνωση και την ταξινόμηση του ζώου σε ένα πλαίσιο αλλά και με τη δική μας αντίληψη για το πώς οργανώνουμε και ταξινομούμε τα πράγματα».
Ιστορικά, το άλογο έχει εξυπηρετήσει τη δική μας ανάγκη για δόξα και εξουσία, έχει μια στενή σχέση με την ελίτ, είναι ένα ταξικό ζώο και παραπέμπει σε έναν λανθάνοντα ερωτισμό. Υπάρχει η προσωπική σχέση με ένα συγκεκριμένο ζώο που μας ανήκει, που το λατρεύουμε και το φροντίζουμε, ένας ερωτισμός ο οποίος έχει ενδιαφέρον να εξεταστεί, γιατί ζητάμε να αγαπηθούμε από ένα σώμα πολύ διαφορετικό από το δικό μας, με άλλο μέγεθος και άλλες ανάγκες, άλλη καταπίεση.



«Ο κεντρικός χώρος της πρώτης αίθουσας έχει να κάνει με τον ερωτισμό και την καταπιεσμένη ανάγκη να επιβληθούμε σε ένα σώμα που το φροντίζουμε για να ικανοποιούμε δικές μας ανάγκες εκπλήρωσης ρόλων, που έχουν να κάνουν με την ιππασία», λέει η Τζάνις. «Τα μαστίγια, οι στομίδες, που μοιάζουν με κοσμήματα, μοιάζουν με αυτά που χρησιμοποιούνται και σε μια διαπροσωπική συναινετική ερωτική σχέση, ή ακόμα και με χειροπέδες σκλάβων. Όμως η απόλαυση που αντλεί, για παράδειγμα, ο αναβάτης που τιθασεύει το σώμα του αλόγου, είτε είναι στην άμαξα, είτε στον ιππόδρομο, είτε στην καλλιέργεια της γης, είναι μη συναινετική, είναι εντελώς καταχρηστική», λέει, ενώ περιηγούμαστε στην αίθουσα με τον εντυπωσιακό αυτό εξοπλισμό για να σταθούμε κάτω από μια σειρά με δεκαοκτώ σέλες και λιγότερα ζεύγη μπότες, ενώ μου εξηγεί ότι ένας αναβάτης ιππεύει πάντα περισσότερα από ένα άλογα.
Η Τζάνις Ράφα νιώθει το σώμα του αλόγου σαν ανοιχτή πληγή, που έρχεται και «καπακώνεται» από την ανθρώπινη ευρηματικότητα, από την κατασκευή μιας σέλας που η εργονομία της διευκολύνει μόνο τον άνθρωπο. Δεν αφήνει ασχολίαστο ότι η πολυπλοκότητα κάθε κατασκευής είναι ένα φετίχ, κάτι φτιαγμένο από δέρματα άλλων ζώων, αλλά και το πώς η έννoια του design εισχωρεί σε αυτά τα ready made αντικείμενα, τα ανθρώπινα ευρήματα κατάχρησης και στρατηγικής χειρισμού των ζώων. «Με συγκλονίζει ότι αυτές οι σέλες έχουν χρησιμοποιηθεί και φθαρεί σε σώματα αλόγων που έχουν φύγει από τη ζωή. Τα άλογα έχουν τριάντα χρόνια ζωής, υπάρχει η μνήμη των σωμάτων όχι τόσο αυτών που ίππευαν, όσο αυτών που βρίσκονταν από κάτω. Και γι’ αυτό η έκθεση αυτή έχει να κάνει όχι μόνο με το άλογο αλλά και με την απουσία του», λέει.

«Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι πως όταν ξεκλειδώνεις την οπτική γωνία, το εύρος σκέψης και αντίληψης για το πώς βλέπουμε και αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας σε σχέση με τα γύρω πλάσματα, από το μυρμήγκι μέχρι το άλογο, αρχίζεις να βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά. Δεν μπορώ να μιλώ για το άλογο και να τρώω μπριζόλα, κάπως πρέπει να τοποθετηθούμε σε αυτήν τη σχέση. Και όταν προσπαθώ να δουλέψω με τα ζώα, το κάνω με μεγάλη προσοχή και έχοντας αντίληψη ότι ακόμα και παρατηρώντας τα πίσω από την κάμερα με έναν τρόπο κινηματογραφικό που χαρακτηρίζει τη δουλειά μου, έχω επίγνωση ότι τα φέρνω σε έναν χώρο άλλο από αυτόν που τους είναι γνώριμος. Γενικά είναι πολύ εύκολο να αποτυγχάνουμε στο να είμαστε ηθικοί, τα λάθη μας είναι αλλεπάλληλα και θα ήθελα να φέρω στο προσκήνιο και να τολμήσω να συζητήσω ακόμα και αυτήν τη σχέση μέσα στο περιβάλλον της τέχνης που λειτουργεί και με τρόπο θεραπευτικό: να εκπληρώσεις κάτι το ανεκπλήρωτο, να δαμάσεις μια ενοχή, να ξεπλύνεις μια ανάγκη, στοιχεία που η συγκεκριμένη αφήγηση μάς επιτρέπει να δούμε».
Η Τζάνις Ράφα μεγάλωσε στην Αθήνα σε ένα σπίτι γεμάτο ζώα, κυρίως σκυλιά και γάτες από τους δρόμους, και σε μια οικογένεια που είχε έντονη ευαισθησία και προβληματισμό για τα παραμελημένα ζώα, σε μια πόλη γεμάτη αδέσποτα. Το μεγάλο σώμα έργων της μητέρας της, που είναι ζωγράφος, αποτελείται από πορτρέτα ζώων. Η δική της ευαισθησία εντάθηκε από την παιδική της ηλικία. Έμαθε να παρατηρεί τα σώματα, τη «βουβή» επικοινωνία και άρχισε να νιώθει μεγαλύτερη πίστη σε αυτά παρά στον άνθρωπο.


Ήταν δώδεκα ετών όταν έκανε το πρώτο της μάθημα ιππασίας. «Με συγκλόνισε αυτή η επαφή, ότι ήμουν τόσο κοντά με το άλογο, με ένα άλλο ζώο, μεγαλύτερο, πιο δυνατό», λέει. «Η οικογένειά μου δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει άλογο, όμως εκείνη τη χρονιά όποιος κέρδιζε το φλουρί της βασιλόπιτας στον Ιππικό Όμιλο κέρδιζε ένα άλογο». Έτσι η Τζάνις κέρδισε τον Μέντος, ένα άλογο πέντε ετών με το οποίο εκτελούσε οτιδήποτε σήμαινε αθλητική ιππασία. Μεγαλώνοντας ήρθε μια άλλου είδους συνειδητοποίηση, ένιωσε να καταπιέζεται πολύ και ότι δεν την ενδιέφερε το άλογό της να κερδίζει. Τα 15 τελευταία χρόνια της ζωής του ο Μέντος έζησε ελεύθερος, χωρίς σέλα, απολαμβάνοντας μόνο φροντίδα, με την Τζάνις να έχει αναθεωρήσει τι σημαίνει συναινετική συμβίωση και αγάπη και το πώς υπάρχει καμουφλαρισμένη μέσα στο ζωοφιλικό πλαίσιο, έχοντας περάσει μαζί του 23 χρόνια.
Για κάποιον που έρχεται σε πρώτη επαφή με τη δουλειά της, υπάρχει σε πρώτο πλάνο το άλογο, η ιππασία, η σχέση αλόγου - ανθρώπου. Σε μια βαθύτερη και εκτενέστερη ανάγνωση, η δουλειά της έχει να κάνει με τον άνθρωπο. «Παίρνω ως αφορμή το άλογο για να μπορέσουμε να δούμε τι αποτύπωμα αφήνουμε πάνω σε άλλα σώματα. Είναι ένα δείγμα για να μιλήσουμε για το ζώο σε υποταγή και χρήση αλλά και για τα σώματα που έχουν υποταχθεί γενικότερα κάτω από την ανθρώπινη ανάγκη για εξουσία και την ανθρώπινη ικανότητα να δαμάζει και να εξαπατά», λέει.
«Το να μη συμπεριλαμβάνουμε το ζώο στην εξίσωση του πώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τους γύρω μας και το περιβάλλον μας είναι μια πολιτική θέση. Όπως και το να μη θέλουμε να ενημερωθούμε, να μην παίρνουμε θέση ή να αναπαράγουμε ήθη και έθιμα και τακτικές και τρόπους ζωής που δεν είναι καθόλου δουλεμένοι στο πέρασμα των χρόνων. Το πλαίσιο που έχουμε οργανώσει είναι ένα κατασκεύασμα δικών μας προσδοκιών και απολαύσεων, μια τελείως διαστρεβλωμένη αντίληψη γύρω από την έννοια της συμβίωσης με τα ζώα και της πολιτικής και ηθικής μας θέσης απέναντι σε αυτά».
Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση εδώ
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.