«ΑΡΑΓΕ ΤΟ ΕΙΧΕΣ ΣΚΕΦΤΕΙ ότι μπορεί να πας φυλακή; Το είχες λογαριάσει όπως ο υπάλληλος την απόλυση ή ο γιατρός μια μόλυνση; Επαγγελματικός κίνδυνος; Ή φανταζόσουν ότι θα συνέχιζες για πάντα και θα έβγαινες στη σύνταξη ως τρομοκράτης και θα σε φρόντιζαν στο γηροκομείο οι νεαροί ζηλωτές;» Οι ερωτήσεις πέφτουν σαν το χαλάζι και ο Γιοργκ, μέλος της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, με είκοσι χρόνια σκληρής κάθειρξης πίσω του και άρτι ευεργετηθείς με προεδρική χάρη, αρκείται στο να ρίχνει αμήχανες ματιές στους πάλαι ποτέ φίλους του, συνδαιτημόνες του τώρα στο πρώτο ελεύθερο γεύμα του. Κι όσο το σφυροκόπημα συνεχίζεται –«Πώς ήταν ο πρώτος σου φόνος, Γιοργκ; Πού ήσουν όταν τον έκανες; Πήρες απ’ αυτόν κάποιο μάθημα για τη ζωή σου;»– τόσο πιο εύθραυστος και μπερδεμένος εμφανίζεται ο ίδιος…
Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ μεταμορφώνει με την πένα του τους ήρωες του βιβλίου σ’ ένα ιδιότυπο σώμα ενόρκων και, πατώντας πάνω σε μάλλον σχηματικές δραματουργικές εντάσεις, αναδεικνύει τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις γύρω από το φαινόμενο της βίας – και της επαναστατικής αλλά και της κρατικής.
Ο Γιοργκ δεν είναι άλλος από τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος «Το Σαββατοκύριακο» του Μπέρνχαρντ Σλινκ (μτφρ. Αλέξανδρος Κάιμπελ, εκδόσεις Κριτική, 2009). Ο Γερμανός συγγραφέας του «Διαβάζοντας στη Χάνα», πανεπιστημιακός καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Φιλοσοφίας του Δικαίου και δικαστής, επιχειρώντας γι’ άλλη μια φορά να σκαλίσει πληγές της πρόσφατης ιστορίας της πατρίδας του, καταπιάνεται εδώ με το ζήτημα της ένοπλης πάλης που κατέληξε σε τρομοκρατική υστερία, αποφασισμένος να ντύσει τον σχετικό κοινωνικό διάλογο με μυθιστορηματική πλοκή.

Η δράση στο «Σαββατοκύριακο» διαρκεί όσο κι ο τίτλος του βιβλίου και εκτυλίσσεται μέσα σ’ ένα παραδεισένιο, εξοχικό τοπίο, στη φθαρμένη από τον χρόνο έπαυλη όπου έχουν συγκεντρωθεί οι παλιοί φίλοι του πρωταγωνιστή. Η πρωτοβουλία της μάζωξης ανήκει στην αδελφή του Γιοργκ και οι αποδέκτες της πρόσκλησης –συμπαθούντες του αγώνα κάποτε, αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας– συγκροτούν πια μια ανομοιογενή ομάδα βολεμένων αστών: ένας καταξιωμένος δημοσιογράφος, ένας δικηγόρος, μια μελίρρυτη επίσκοπος, μια δασκάλα που ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας, ένας επιχειρηματίας-οδοντεχνικός.
Ανάμεσά τους, εντελώς απροσδόκητα, θα έρθει να προστεθεί κι ένας νεαρός, η ταυτότητα του οποίου θ’ αποκαλυφθεί με καθυστέρηση, ενώ «παρών» δηλώνει κι ένας σύγχρονος αντιεξουσιαστής, ο Μάρκο, που προσκολλάται σαν βδέλλα πάνω στον Γιοργκ για να του αποσπάσει μια δήλωση προς όσους «εξακολουθούν να τον πιστεύουν και να τον περιμένουν», ενώ αντιμάχονται τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό.
Άλλοι από τους προσκεκλημένους περιβάλλουν τον Γιοργκ με την αγάπη τους, άλλοι προσπαθούν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους, άλλοι αρπάζουν την ευκαιρία για ένα νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν. Με εξαίρεση, όμως, τον Μάρκο, όλοι κρατούν τις αποστάσεις τους από τον παλιό τους σύντροφο, καθώς έχουν συμφιλιωθεί με την κοινωνία που ήθελαν στα νιάτα τους να καταστρέψουν κι έχουν αποδεχτεί το αδιέξοδο του φανατισμού και των δολοφονιών. Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ μεταμορφώνει με την πένα του τους παραπάνω σ’ ένα ιδιότυπο σώμα ενόρκων και, πατώντας πάνω σε μάλλον σχηματικές δραματουργικές εντάσεις, αναδεικνύει τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις γύρω από το φαινόμενο της βίας – και της επαναστατικής αλλά και της κρατικής. Εκείνο που προτάσσει, όμως, είναι οι αξίες της μετάνοιας, της ατομικής ευθύνης και της συγγνώμης, σαν να λέει ότι δίχως αυτές δεν νοείται καμιά καινούργια αρχή.