Το πέρασμα από την Τουρκία στην Ελλάδα και η αναζήτηση μιας καινούργιας ζωής. Η φυγή, τα όνειρα, οι ελπίδες και οι κίνδυνοι.
Ο Εμπουμπεκίρ και η Γκόνζα είναι ένα ζευγάρι Τούρκων πολιτών το οποίο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γειτονική χώρα μετά από κατηγορίες ότι συνδέονταν με το πραξικόπημα εναντίον του Τούρκου Προέδρου Ερντογάν, το 2016. Έτσι, άφησαν πίσω τους τα πάντα και ξεκίνησαν ένα αβέβαιο ταξίδι προκειμένου να κερδίσουν την ελευθερία τους. Άλλωστε, η μοίρα τους είναι κοινή με χιλιάδες άλλους Τούρκους πολίτες οι οποίοι έχουν κατηγορηθεί για τρομοκρατία και σύνδεση με το πραξικόπημα.
Τη διαδρομή της οικογένειας αλλά κι άλλων ομοεθνών τους εξιστορεί η δημοσιογράφος Μαριάννα Κακαουνάκη στο πρώτο της κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ με τίτλο «Οι Αόρατοι». Η ίδια πέρασε πολλούς μήνες με τους Τούρκους πρόσφυγες και στην ταινία, η οποία έγινε με τη υποστήριξη του iMEdD, παρακολουθούμε τις πρώτες ημέρες που καταφθάνουν στην Αθήνα, τα τραύματα, τις δυσκολίες αλλά και τα εμπόδια που συναντούν προκειμένου να ξεκινήσουν μια νέα ζωή.
Η Μαριάννα Κακαουνάκη γεννήθηκε το 1981. Σπούδασε Ψυχολογία στο Royal Holloway και Οργανωτική και Κοινωνική Ψυχολογία στο London School of Economics. Τον Ιανουάριο του 2005 ξεκίνησε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εκπομπή «Οι Φάκελοι» και αργότερα στις «Ιστορίες». Από το 2013 αρθρογραφεί στην Καθημερινή, ενώ έχει συνεργαστεί με τη Wall Street Journal, το αμερικανικό δίκτυο CBS και την Οlympic Broadcast Service, έχοντας εργαστεί ως ρεπόρτερ σε επτά Ολυμπιάδες.
Μέχρι και το τέλος του 2020, 80.000 Τούρκοι είχαν αιτηθεί άσυλο σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα. Δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα στοιχεία για το πόσοι από αυτούς πέρασαν από την Ελλάδα, αλλά σίγουρα η πλειοψηφία έχουν μείνει έστω και για λίγο στη χώρα μας.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί η Μαριάννα Κακαουνάκη μιλά για τους «Αόρατους», την ερευνητική δημοσιογραφία, τις αποκαλύψεις της όσον αφορά την πυρκαγιά στο Μάτι, τον πατέρα της, Νίκο, αλλά και για το ρεπορτάζ δεν θα ξεχάσει ποτέ.
— Τι ήταν αυτό που σε παρακίνησε να ασχοληθείς με την κοινότητα των Τούρκων πολιτικών προσφύγων που ζουν στη χώρα μας;
Το ότι είναι μια συγκλονιστική ιστορία. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι διώκονται με τόσο βίαιο και αυθαίρετο τρόπο σε μια δημοκρατία και κανείς δεν κάνει κάτι για να το σταματήσει. Για ένα μεγάλο διάστημα σχεδόν δεν μιλούσε κανείς για αυτές τις διώξεις, ούτε καν οι ίδιοι οι διωκόμενοι. Ειδικά αυτό, το ότι ήθελαν να μείνουν αόρατοι, μού είχε κάνει πραγματικά εντύπωση και προσπαθούσα για καιρό να τους πείσω να πουν την ιστορία τους.
— Πες μας λίγα λόγια για την τουρκική κοινότητα αυτοεξόριστων στην Ελλάδα. Τι είναι αυτό που δεν γνωρίζουμε και πώς είναι οι συνθήκες όσον αφορά την ενσωμάτωσή τους στην εγχώρια πραγματικότητα;
Είναι περίπου 1.000 οικογένειες που ζουν αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα. Είναι άνθρωποι μορφωμένοι –γιατροί, εκπαιδευτικοί, δικαστικοί– που είχαν μια άνετη ζωή στην Τουρκία και μέσα σε ένα βράδυ κατηγορήθηκαν ως τρομοκράτες και έχασαν τα πάντα. Ήρθαν στην Ελλάδα και ξεκίνησαν από το μηδέν, με φοβερές δυσκολίες. Αλλά ήταν συγκινητικό το πώς όλο αυτό το διάστημα που τους ακολουθούσα τους έβλεπα σιγά σιγά να επιχειρούν αυτά τα μικρά, αλλά πολύ ουσιαστικά βήματα προς μια καινούργια ζωή. Να ξεκινούν εντατικά μαθήματα ελληνικών, να κάνουν στη χώρα μας φιλίες, συνεργασίες, να ανοίγουν μαγαζιά και εστιατόρια. Τα παιδιά τους, επίσης, πηγαίνουν σε ελληνικά σχολεία και έχουν πλέον προσαρμοστεί πλήρως.
— Γνωρίζουμε πόσες οικογένειες έχουν περάσει τα ελληνικά σύνορα αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο στην Ευρώπη;
Μέχρι και το τέλος του 2020, 80.000 Τούρκοι είχαν αιτηθεί άσυλο σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα. Δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα στοιχεία για το πόσοι από αυτούς πέρασαν από την Ελλάδα, αλλά σίγουρα η πλειοψηφία έχουν μείνει έστω και για λίγο στη χώρα μας.
— Συναναστράφηκες για μεγάλο χρονικό διάστημα τις οικογένειες των πολιτικών προσφύγων που παρακολουθούμε στην ταινία. Υπήρχε κάτι που έμαθες και δεν γνώριζες;
Αυτό που μου έκανε εντύπωση και με επηρέασε βαθιά είναι η απίστευτη δύναμη που μπορεί να κρύβει κάποιος. Και δεν μιλάω μόνο για την οικογένεια που ακολούθησα, που βιώνει ένα βαθύ τραύμα, το οποίο σιγά σιγά αποκαλύπτεται στην ταινία. Όλοι οι Τούρκοι που συνάντησα ουσιαστικά πενθούν τη ζωή που έχασαν. Το σπίτι τους, την καριέρα τους, τους φίλους τους. Κι όμως παρέμεναν ψύχραιμοι και αισιόδοξοι για το μέλλον. Δεν τους είδα ποτέ να παραπονιούνται ή να είναι καταγγελτικοί. Είναι πολλές οι στιγμές που αναρωτιόμουν εάν μου είχε συμβεί το ίδιο, πώς θα αντιδρούσα. Εάν θα έδειχνα άραγε την ίδια δύναμη και ψυχραιμία.
— Τι δυσκολίες συνάντησες;
Η βασική δυσκολία ήταν κατ' αρχάς το ότι για πολύ μεγάλο διάστημα φοβόντουσαν να πουν την ιστορία τους. Πόσο μάλλον να τους ακολουθούμε παντού με μια κάμερα. Ακόμα όμως και όταν ξεκινήσαμε γυρίσματα υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να συμμετέχουν ή άλλαζαν γνώμη στην πορεία και αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να σεβαστώ αλλά με δυσκόλεψε πολύ. Μεγάλη πρόκληση ήταν επίσης η γλώσσα, το ότι οι πρωταγωνιστές της ταινίας δεν μιλούν αγγλικά, οπότε στα γυρίσματα ουσιαστικά τραβούσαμε χωρίς να ξέρουμε το τι λέγεται.
— Τι είναι αυτό που θεωρείς ότι άλλαξε μετά την απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν στη γειτονική χώρα;
Η Τουρκία είναι σίγουρα μια άλλη χώρα μετά από εκείνο το καλοκαίρι. Πάνω από 1 εκ. Τούρκοι έχουν ανακριθεί από τις αρχές για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Υπάρχει πλέον μια ατμόσφαιρα φόβου – η αίσθηση πως μπορείς να βρεθείς ξαφνικά και χωρίς κάποιο πραγματικό λόγο κατηγορούμενος ακόμα και στη φυλακή. Σκέψου πως η επαγγελματίας μεταφράστρια που δούλεψε στην ταινία –η οποία δεν έχει καμία σχέση με το κίνημα του Γκιουλέν ή με κάτι που θα μπορούσε να τη στοχοποιήσει– με παρακάλεσε να μην μπει το όνομα της στους τίτλους τέλους γιατί θεωρούσε βέβαιο πως εκείνη ή οι δικοί της θα αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα.
— Τι κρατάς περισσότερο απ’ όλο αυτό το διάστημα της δημιουργίας της ταινίας;
Ήταν μια απίστευτα δημιουργική διαδικασία, πρωτόγνωρη για εμένα. Αλλά εάν πρέπει να ξεχωρίσω κάτι θα ήταν η στιγμή που ένιωσα πως είχαμε γίνει και εμείς αόρατοι στο γύρισμα. Είναι κάτι που ήθελε πολύ χρόνο αλλά όταν πέτυχε ήταν μαγικό. Επίσης ήταν συγκινητικό να βλέπω τη δουλειά της ομάδας –τη φωτογραφία, τη μουσική, το μοντάζ, τον ήχο και το χρώμα– να διαμορφώνει αυτό που είχα ονειρευτεί.
— Κάτι άλλο που θέλω να σε ρωτήσω είναι τι δεν θα ξεχάσεις από τα ντοκουμέντα που είχες αποκαλύψει στο θέμα της διαχείρισης της πυρκαγιάς στο Μάτι.
Δεν θα ξεχάσω το πώς ένιωθα όταν άκουγα τις ηχητικές συνομιλίες της πυροσβεστικής. Ήταν τόσο μεγάλη η ένταση που ήταν σαν να βιώνω εκείνη την ημέρα. Με είχε πιάσει απελπισία με το απόλυτο μπάχαλο που επικρατούσε. Ήταν πραγματικά σαν να ακούς το κράτος να καταρρέει.
Ενάμιση χρόνο αργότερα όμως, όταν άκουσα την ηχογραφημένη συνομιλία του τότε αρχηγού της πυροσβεστικής, που εκβίαζε τον πραγματογνώμονα, τότε αρρώστησα. Γιατί εκεί ακούγαμε κάτι άλλο, ακόμα πιο σοβαρό. Ακούγαμε την απόπειρα συγκάλυψης και τον απίστευτο κυνισμό.
Είναι πραγματικά τραγικό να κλονίζεται τόσο βαθιά η εμπιστοσύνη στο κράτος και στους θεσμούς, αλλά εάν κάτι άλλο μου έμεινε από εκείνο το ρεπορτάζ είναι πως κάποιος άντεξε τις πιέσεις και έκανε σωστά τη δουλειά του. Και μιλάω για τον πραγματογνώμονά Δημήτρη Λιότσιο.
— Μίλησες για μια ξεκάθαρη και κυνική επιχείρηση συγκάλυψης. Τι απαντάς σε όσους σας κατηγόρησαν για τον χρόνο δημοσίευσης των συγκλονιστικών αποκαλύψεων;
Όποια χρονική στιγμή και να έχουμε δημοσιεύσει κάτι για το Μάτι πάντα υπάρχει κάποιος που θα μας κατηγορήσει για τον χρόνο δημοσίευσης, με ερμηνείες ή θεωρίες για το ποιος κρύβεται πίσω από το ρεπορτάζ ή τον σκοπό που εξυπηρετεί. Με αυτή τη λογική δεν θα έπρεπε ποτέ να δημοσιεύσουμε τίποτα. Μιλάμε, όμως, για γεγονότα και όσο και εάν κάποιοι θα ήθελαν να ξεχάσουμε το Μάτι ή να το προσπεράσουμε, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί.
— Ποια είναι η γνώμη σου για την ερευνητική δημοσιογραφία σήμερα στην Ελλάδα;
Η ερευνητική δημοσιογραφία είναι μια δύσκολη υπόθεση. Κυρίως γιατί ο χρόνος που απαιτεί και είναι απόλυτα αναγκαίος θεωρείται στην Ελλάδα μια πολυτέλεια. Είμαι τυχερή γιατί εργάζομαι σε μια εφημερίδα που προσπαθεί να το υποστηρίξει. Υπάρχουν θέματα που τα ψάχνουμε για εβδομάδες. Αλλά αυτό φοβάμαι ότι είναι η εξαίρεση.
— Συγχρόνως, θεωρείς ότι τα ντοκιμαντέρ είναι μια χαμένη υπόθεση για την ελληνική τηλεόραση;
Το ότι τα περισσότερα ντοκιμαντέρ προβάλλονται μετά τα μεσάνυχτα νομίζω λέει πολλά για το πώς αντιμετωπίζονται στην ελληνική τηλεόραση. Πάντως, πλέον, δεν υπάρχει ελληνική και ξένη τηλεόραση – υπάρχει όλο αυτό το περιεχόμενο που παράγεται παγκοσμίως και είναι διαθέσιμο σε όλους μέσω των πλατφορμών στο διαδίκτυο. Και εκεί το ντοκιμαντέρ σκίζει και η ανταπόκριση του κοινού είναι μεγάλη.
— Τι σε γοητεύει και τι δεν σου αρέσει σήμερα στη δημοσιογραφία;
Με γοητεύει τρομερά το πώς μπορεί να μου κινήσει την περιέργεια μια είδηση, να την ψάξω και να ανακαλύψω μια συναρπαστική ιστορία με πλοκή και σύνθετους χαρακτήρες. Με γοητεύει η διαδικασία να κερδίσω την εμπιστοσύνη κάποιου και να μου πει κάτι που δεν έχει ξαναπεί ή να βρω ένα έγγραφο που επίσης λέει μια ιστορία και αποκαλύπτει ένα σκάνδαλο. Δεν μου αρέσει που υπάρχει τόση καχυποψία απέναντι στους δημοσιογράφους, αλλά εν μέρει το καταλαβαίνω και νιώθω πως σε ένα βαθμό είναι στο χέρι μας να το αλλάξουμε.
— Μπορούν οι εφημερίδες να έχουν μέλλον; Και πόσο μας έχουν επηρεάσει τα social media;
Ίσως όχι στην έντυπη μορφή τους. Αλλά θέλω να ελπίζω πως οι εφημερίδες, σε άλλη μορφή, έχουν μέλλον. Αρκεί να έχουμε τα αυτιά μας ανοικτά, να ψάχνουμε ιστορίες που αφορούν τις αγωνίες του κόσμου και όχι έναν δικό μας μικρόκοσμο ή τα συμφέροντα κάποιων που χρησιμοποιούν το μέσο ως μοχλό πίεσης. Γιατί αυτά είναι που είχαν κάνει τον κόσμο να είναι καχύποπτος και να στρέφεται στο διαδίκτυο και στα social media, όπου θεωρούν πως μπορούν να βρουν «ανεξάρτητη» πληροφόρηση. Η οποία προφανώς πολύ συχνά είναι ανεξακρίβωτη.
— Γιατί πιστεύεις ότι οι νέοι δεν διαβάζουν εφημερίδες;
Μπορεί να μην αγοράζουν πλέον εφημερίδα αλλά ενημερώνονται. Διαβάζουν τις ειδήσεις στο διαδίκτυο. Οπότε το στοίχημα είναι να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη και την προσοχή τους.
— Μια ανεξίτηλη εμπειρία που δεν θα ξεχάσεις ποτέ από τα αμέτρητα ρεπορτάζ που έχεις κάνει;
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πρώτο ρεπορτάζ που έκανα το 2005 για την ελληνική ναυτιλία και αυτό γιατί θεωρούσα πως θα είναι και το τελευταίο. Είχα σπουδάσει ψυχολογία και όσο περίμενα να ξεκινήσω την πρώτη μου δουλειά σχετική με τις σπουδές μου, είχα κάνει κάτι σαν πρακτική στους «Φακέλους». Ο Αλέξης Παπαχελάς λοιπόν με είχε στείλει μόνη μου με έναν οπερατέρ σε ένα φορτηγό πλοίο για μια εβδομάδα. Είχα πραγματικά ενθουσιαστεί από τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει και τις ιστορίες που είχα ακούσει. Επιστρέφοντας έγραψα το σενάριο κι έκατσα στο μοντάζ. Πριν ακόμα προβληθεί η εκπομπή και νιώσω αυτή την απίστευτη χαρά και περηφάνια, είχα πάρει την απόφαση να συνεχίσω στη δημοσιογραφία.
— Σε τι περιβάλλον μεγάλωσες και τι θυμάσαι πιο έντονα από τα παιδικά σου χρόνια;
Οι γονείς μου δεν ήταν οι «κλασικοί» γονείς που ένιωθαν την ανάγκη πάντα να με απασχολήσουν ή να οργανώσουν ένα «παιδικό» πρόγραμμα. Ακολουθούσα πάντα το δικό τους πρόγραμμα. Είναι αμέτρητες φορές που με είχε πάρει ο ύπνος σε μια ταβέρνα ή που περνούσα τις Κυριακές στα γραφεία της εφημερίδας. Περνούσα βέβαια πολύ χρόνο και με τους παππούδες μου, οι οποίοι ήταν το ακριβώς αντίθετο. Οι πρώτοι στο να με κακό-καλομάθουν, οπότε κάπως είχε διαμορφωθεί μια ιδιαίτερη ισορροπία.
— Τι διατηρείς στη μνήμη σου πιο έντονα από τον πατέρα σου, Νίκο Κακαουνάκη;
Το πόσο αγαπούσε τη ζωή, τη δουλειά του, εμένα και την αδερφή μου. Πολλοί τον θυμούνται έντονο ή φωνακλά. Όμως ήταν ένας απίστευτα τρυφερός και ευαίσθητος άνθρωπος. Τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια, όταν τον σκέφτομαι, δεν θυμάμαι πια το τελευταίο διάστημα στο νοσοκομείο, που ήταν για όλους μας τραυματικό. Τον θυμάμαι στην Κρήτη, όπου ήταν πάντα πιο ευτυχισμένος. Σε ένα σπίτι ανοικτό στους πάντες, με τσικουδιές και μουσική. Ήταν η ψυχή της παρέας, αλλά ταυτόχρονα ήξερε να ακούει.
— Τι κέρδισες αλλά και τι έχασες κουβαλώντας αυτό το επίθετο;
Είναι πολλές οι φορές, ακόμα και σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατο του, που κάποιος θα αναγνωρίσει το επίθετο και θα μου πει ένα καλό λόγο για τον μπαμπά μου. Είναι συγκινητικό και σίγουρα με έχει βοηθήσει. Μια πόρτα μπορεί να άνοιξε πιο εύκολα ή κάποιος να με εμπιστεύτηκε πιο γρήγορα. Δεν θα έλεγα πως έχω χάσει κάτι – ίσως τα πρώτα χρόνια ένιωθα μια συστολή από ανασφάλεια μην τυχόν κάποιος θεωρήσει πως κάτι μου έχει χαριστεί στη δουλειά.
— Ποιος είναι ο μεγαλύτερος σου φόβος;
Το να χάσω έναν άνθρωπο που αγαπώ.
— Και τι θεωρείς σημαντικό στη ζωή;
Να κάνουμε αυτό που μας γεμίζει και μας δίνει χαρά.
Η ταινία «Οι Αόρατοι» θα προβληθεί στον Δαναό (Λεωφ. Κηφισίας 109, Αμπελόκηποι) στις 9 και 10 Aπριλίου, στις 17:00