ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ ΜΟΥ, να μιλάς/-τε για το τραπ και τους τράπερς όταν έχεις αγκαλιάσει στη ζωή σου οχληρούς ήχους και κάμποσο θόρυβο από τα ροκ ημερολόγια;
Δεν ήταν πρότυπα ηθικής, ούτε πάντα στιχουργικά και μουσικά άξια λόγου τα σχήματα. Και φυσικά δεν άρεσαν στους παλαιότερους, στους δικούς μας «γέρους» που αφόριζαν τη βαβούρα και όλα όσα ήρθαν μαζί της, σε εκείνες τις δεκαετίες που το ροκ γνώρισε τη μεγάλη του άνθιση και μέχρι τις πρώτες γενιές των ηλεκτρονικών και χιπ-χοπ μουσικών που λογοδοτούσαν ακόμα σε μια παράδοση μουσική. Πώς δικαιούμαστε να κρίνουμε αρνητικά;
Είναι θέμα ηλικίας; Μπορεί. Ενδεχομένως με τα χρόνια γινόμαστε οπαδοί μιας ορθοδοξίας, της ορθοδοξίας της νιότης μας, και από τον άμβωνα των τότε γούστων μας να κρίνουμε αυστηρά τις «αιρέσεις» των νεότερων.
Δεν αποκλείεται να δρα κι αυτός ο μηχανισμός ενός φθόνου ανάμικτου με το παράπονο του χρόνου, με την αίσθηση της μη κατανόησης κόσμων που διαθέτουν άλλους κώδικες από τους οικείους μας.
Εδώ όμως αναφερόμαστε σε κατηγορίες της μουσικής που λογοδοτούν, με διαφορετικό τρόπο η καθεμία, στην ιδέα ότι η τέχνη αυτή δεν μπορεί να ενσωματώνει όλη τη σαβούρα του καπιταλιστικού υπερ-ρεαλισμού δίχως τίποτα άλλο και να αξιώνει σεβασμό.
Νομίζω όμως ότι με το τραπ και τον «τραπισμό» το θέμα δεν εξαντλείται στην αποξένωση των γενεών και στη στεγανοποίηση των γούστων τους. Με όποιο κριτήριο και αν προσεγγίσεις τον χώρο αυτό (και όχι μεμονωμένα πρόσωπα και ψευδώνυμα που τον απαρτίζουν) δεν σώζεται.
Το τραπ μοιάζει να είναι ένας καπιταλιστικός υπερ-ρεαλισμός με λούμπεν επιχρωματισμό. Επομένως δεν παραπέμπει σε κάτι αιρετικό ή εναντιωματικό, δεν είναι κάποιου είδους αντικουλτούρα που τρομάζει «τους γέρους αστούς», παρά το αντίθετο: ο υπερ-ρεαλισμός του είναι ένας hyper-realism, όχι σουρεαλιστική υπέρβαση των όρων της πραγματικότητας, μα περισσότερο κορεσμός σημείων από μια αλητο-γκλάμορους ζωή.
Μια υπερβολή που δεν καταφέρνει να γίνει παρωδία ή κριτικό σχόλιο. Μια υπερβολή που παράγει απλώς χρήμα και συσσώρευση ινσταγκραμικής πόζας. Αν ήταν αληθινή παρωδία, θα μπορούσε να σωθεί ως ακάθαρτο και ειρωνικό σχόλιο για διάφορες αποδεκτές αξίες, ακόμα και τις αξίες της μουσικής παιδείας ή ενός πολιτικά ορθού ανθρωπισμού.
Δεν είναι όμως παρωδία ούτε πλάγιο «κριτικό σχόλιο» το τραπ. Πιο πεζό από την πεζότητα, πιο ωμό από την ωμότητα, πιο σεξουαλικό από το σεξ.
Κάποτε, ακόμα και το πιο τραχύ πανκ ξεχείλιζε από μια αρνητικότητα που στρεφόταν κατά των εξουσιών, αναζητώντας μια θολή αλλά πάντως τρυφερή και εγκάρδια αναρχία. Υπήρχε ένα riot στοιχείο, μια εξεγερσιακή διάθεση που μπορούσε τελικά να συμβιώνει με πιο λόγιες, μεσοαστικές και μουσικά απαιτητικές φόρμες.
Φυσικά υπήρξαν και υπάρχουν πάντα οι «σατανιστές» σε κάτι περιοχές του μέταλ, οι υπερμεταδότες της κουλτούρας των ναρκωτικών στην ψυχεδέλεια, κάμποσοι φουσκωμένοι αλαζόνες των ροκ μεγαθηρίων.
Όμως η μεγάλη διαφορά παίζεται στα ίχνη, στα τραγούδια. Είδαν το φως μορφές συγκίνησης που, όπως φαίνεται, άντεξαν στον χρόνο, χτίζοντας μια πολύ πιο πλούσια αισθητική από τα μέλη των γκρουπ, τους οπαδούς, τα εξωτερικά σήματα της νεανικής κουλτούρας. Και προφανώς οι ροκ κουλτούρες αποτέλεσαν μέρος επίσημων πολιτισμικών μηχανισμών (παρά τους στίχους που ενίοτε σάρκαζαν τα «συστήματα»), ύφαναν όμως ευαισθησίες που γρήγορα φάνηκε ότι ξεπερνούν τις πρωτόλειες, εφηβικές ρίζες τους.
Γι’ αυτό και με το πέρασμα του χρόνου δημιουργήθηκε ένας ιστός ακροατών σύγχρονης μουσικής που δεν τους αφορούν πια τα στεγανά. Ακούνε Ξαρχάκο, Floyd ή Metallica, μπορούν να περάσουν από τον Brian Eno στην απλή indie τραγουδοποιία ή στη σύγχρονη τζαζ και τους νέους πειραματιστές της.
Εδώ όμως αναφερόμαστε σε κατηγορίες της μουσικής που λογοδοτούν, με διαφορετικό τρόπο η καθεμία, στην ιδέα ότι η τέχνη αυτή δεν μπορεί να ενσωματώνει όλη τη σαβούρα του καπιταλιστικού υπερ-ρεαλισμού δίχως τίποτα άλλο και να αξιώνει σεβασμό.
Με όλα τα πιθανά κριτήρια που μπορούμε να φανταστούμε, κοινωνικά-πολιτισμικά ή απλώς μουσικά και ύφους, οι τραπιστές της πισίνας και των τατουάζ δεν μας αφορούν. Επειδή όμως εδώ και χρόνια πάνε να εγκατασταθούν στο κέντρο μιας «νεανικής σκηνής» και διεκδικούν μαζικά ακροατήρια, πρέπει να τους πάρουμε στα σοβαρά.
Στο κάτω-κάτω η φετιχοποίηση μιας νεότητας που δεν επιτρέπεται να μιλάμε γι’ αυτήν (διότι είμαστε άλλης εποχής) μοιάζει με δείγμα έμμεσου γεροντικού πατερναλισμού. Αντιθέτως, αν μας νοιάζει αυτό που βλέπουμε γύρω και αν δεν έχουμε παραιτηθεί από το παρόν για να φυλάμε τα κειμήλια των αναμνηστικών μας, αν εντέλει πραγματικά αγαπάμε τα παιδιά μας –ή τα εγγόνια μας– δεν είναι καθόλου κακό να τους υπενθυμίζουμε ότι η μουσική υπάρχει και η ποίηση υπάρχει. Να τους λέμε ότι ακόμα και η βρόμικη, σκληρή, ανελέητη μουσική και ποίηση υπάρχουν. Μόνο που δεν θα τη βρουν στους SNIK και Light και στους άλλους αλλά κάπου έξω από αυτή τη σκηνή των πλουτοκρατικών ονείρων και των σεξιστικών φαντασιώσεων μιας ναυαγισμένης λαϊκότητας.