ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ, στον ψηφιακό μας κόσμο, και γύρω από την OpenAI, το μεγάλο αφεντικό της Τεχνητής Νοημοσύνης, έχει ξεσπάσει ακόμα μία διαμάχη. Φαινομενικά είναι πάλι μια υπόθεση «πνευματικών δικαιωμάτων», αυτό όμως, το να περιορίζει δηλαδή κανείς εκεί τη συζήτηση, την αφυδατώνει. Αναφέρομαι φυσικά στη μαζική παραγωγή memes με βάση εικόνες που παραπέμπουν σε δημιουργίες του Studio Ghibli στην Ιαπωνία.
Στις δεκαετίες του ’90 και του 2000 είδαν το φως animations που τα σχέδια και η αφήγησή τους όφειλαν πολλά σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, τον Χαγιάο Μιγιαζάκι. Ταινίες όπως η Πριγκίπισσα Μονοκόκε ή το Ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων (Spirited Away) κατάφεραν να υφάνουν έναν μαγικό μυθοπλαστικό και εικονογραφικό μικρόκοσμο που ξεπέρασε τον στενό κύκλο των οπαδών της γιαπωνέζικης ποπ κουλτούρας. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά να έχω δει αυτές τις ταινίες μεσημέρια με τη δεκάχρονη κόρη μου, χωρίς τότε να ενδιαφέρομαι για λεπτομέρειες σχετικά με τον Μιγιαζάκι και το Studio Ghibli.
Τώρα λοιπόν παίζεται το παιχνίδι με τα memes και τις ιδέες του κάθε χρήστη, παρασιτώντας στα σχέδια του Μιγιαζάκι για να γεννηθούν εικόνες του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, φάσεις από άλλα γεγονότα του παρελθόντος και, πάνω από όλα, να ντυθούν οι τοίχοι εκατομμυρίων απλών χρηστών. Η OpenAI έδωσε τα εργαλεία για μια επιχείρηση αντιγραφικής απαλλοτρίωσης, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν με τη φωνή της Σκάρλετ Γιόχανσον και με τόσα άλλα.
Ο χρήστης είναι ον που ελκύεται από μία και μόνο θεότητα: την ευκολία. Οτιδήποτε «με διευκολύνει» για κάτι το υποδέχομαι, το υπερασπίζομαι, το θεωρώ ανώδυνο και σε τελευταία ανάλυση φυσικό και θετικό.
Αμέσως άρχισαν οι προβλέψιμες αντιπαραθέσεις. Οι παραγγελίες δημιουργίας μιμιδίων γέννησαν ένα κραχ που ανάγκασε την OpenAI να δηλώσει ότι «μπλόκαρε» αιτήματα χρηστών για τη δημιουργία εικόνων Ghibli για καλλιτέχνες εν ζωή. Το μπλοκάρισμα, εννοείται, προσπεράστηκε από την επινοητικότητα των χρηστών. Το κύριο θέμα πάντως στη συζήτηση –με την εξαίρεση κάποιων μειοψηφικών πολιτικών σελίδων− εντοιχίστηκε σε απόψεις για τα πνευματικά δικαιώματα ή τις πιθανές αγωγές.
Πάει πια καιρός που έχουμε κατακλυστεί από εικόνες «δημιουργημένες από την AI» και εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι –στον Βορρά και στον Νότο, στη «Δύση» και στην Ασία– κατεβάζουν αχόρταγα το σχετικό υλικό. Οι υποδομές της προσωπικής εργασίας πλείστων από εμάς, μέρος της κοινωνικής παραγωγής και της διεκπεραίωσης μεγάλου αριθμού πράξεων στηρίζεται στον καπιταλισμό της πλατφόρμας. Ακόμα και όσοι φροντίζουμε να μην μπαίνουμε στο παιχνίδι των memes, να μην αδειάζουμε τις αποθήκες AΙ generated εικόνων και να μην έχουμε συνομιλητή, συνεργάτη ή ψυχοθεραπευτή ένα bot, ακόμα και οι πιο ενσυνείδητα σκεπτικιστές και λουδίτες, μετέχουμε σε αυτή την πολύπλοκη μεγαμηχανή. Διότι είναι ένας κόσμος τετελεσμένων που μας προσαγορεύει και μας εγκαλεί, έστω κι αν του ασκούμε κριτική ή αν του υποβάλλουμε τα πολιτικά, υπαρξιακά και φιλοσοφικά μας ερωτήματα. Άλλωστε, όπως διαβάζω και ακούω από συναδέλφους που έχουν συμφιλιωθεί εξαρχής με αυτήν τη νέα οντολογία, το μόνο στο οποίο πλέον μπορούμε να προσβλέπουμε είναι η ηθική ενίσχυση των αλγορίθμων − ενώ τα αρμόδια δικαστήρια θα επιληφθούν, όπως συμβαίνει άλλωστε, για τις «αντιδικίες ατόμων και εταιρειών» περί δικαιωμάτων.
Ειλικρινά όλο αυτό εμένα μου φαίνεται απελπιστικά ανεπαρκές και βαθιά ηττοπαθές, όμως έτσι έχουν τα πράγματα. Επιστρέφω λοιπόν στην αφορμή του κειμένου, στη μαζική χρήση εικόνων του Studio Ghibli και στο θέμα με δημιουργούς μεγάλου αναστήματος όπως ο Μιγιαζάκι. Από τότε που ενδιαφέρθηκα περισσότερο για αυτά τα θέματα, έρχομαι καθημερινά σε επαφή με ένα επιχείρημα που το διακινούν παραδόξως τόσο η πιο ριζοσπαστική αριστερά όσο και κύκλοι των CEOs των εταιρειών και χρήστες που απλώς κάνουν το κέφι τους: το επιχείρημα μοιάζει επιδερμικά «κομμουνιστικό», με την έννοια ότι αμφισβητεί το γεγονός ότι η ευφυΐα, η δημιουργικότητα και η καλλιτεχνική πράξη είναι ιδιότητες ορισμένων ατομικών προσώπων (των καλλιτεχνών, συγγραφέων, γραφιστών κ.λπ.).
Όχι, λένε, αυτό είναι ελιτισμός και παλιάς κοπής αστικός ανθρωπισμός. Η δημιουργικότητα είναι μια διαδικασία συλλογικής ευφυΐας, μιας παραγωγικής νοημοσύνης που ανακατασκευάζεται από εκατομμύρια εκατομμυρίων ανταλλαγές, εθελούσιες και αυτόματες συμπράξεις. Και προφανώς έτσι είναι, το ξέρουμε καλά από τον Μαρξ, τον Ντιρκέμ, τον Τζον Ντιούι, πολύ πριν το αναπτύξει ο Τόνι Νέγκρι και κάποιοι νεότεροι. Εικόνες και ιδέες –και ο λόγος− είναι συλλογική δημιουργία ακόμα και όταν αναζητούμε κάποιους-ες για να τους αποδώσουμε δικαιώματα και να αναγνωρίσουμε τη διακριτή συμβολή τους. Φυσικά, οι πιο ριζοσπάστες θα ήθελαν να μην υπάρχουν οι κεφαλαιοκρατικές εταιρείες ως μεγάλοι φεουδάρχες των ψηφιακών μας κτημάτων.
Οι δε αναρχοφιλελεύθεροι δεξιοί θα ήθελαν να καταργηθεί πλήρως ο «αναχρονισμός» των πνευματικών δικαιωμάτων και να αντλούν –μοιράζοντας εν συνεχεία είτε με διαφημιστικές προσφορές είτε με χρεώσεις− τα άπειρα δεδομένα που παράγουμε όλοι μας. Έτσι βλέπουμε και μερίδες του κεφαλαίου να υιοθετούν μια οντολογία του συλλογικού, παρότι στην αφετηρία του αναρχοφιλελεύθερου μύθου είναι το άτομο ως αφεντικό του εαυτού του, ως επιχειρηματίας των χαρισμάτων και των ταλέντων του, που μπορεί να τα διαθέτει, με έξυπνα συμβόλαια, αναζητώντας τα μεγαλύτερα μερίδια της αγοράς.
Από την άλλη, αναρίθμητοι καθημερινοί χρήστες, επαγγελματίες στα γραφεία τους, αργόσχολοι που κάνουν την πλάκα τους, συνταξιούχοι που περνούν την ώρα τους παίζοντας με μισητά πρόσωπα πολιτικών σε memes ή και ένας κόσμος που απλώς αναρτά το οτιδήποτε, δεν σκέφτονται με τέτοιες βαριές έννοιες. Εκμεταλλεύονται μια ευκαιρία ή παίζουν. Δεν ενδιαφέρονται για τις απώτερες συνέπειες της μικρο-δράσης τους, ούτε για την πηγή μιας εικόνας, για κάποιον δημιουργό, την ιστορία του, τις ώρες που έφαγε σε ένα εργαστήριο. Ο χρήστης είναι ον που ελκύεται από μία και μόνο θεότητα: την ευκολία. Οτιδήποτε «με διευκολύνει» για κάτι το υποδέχομαι, το υπερασπίζομαι, το θεωρώ ανώδυνο και σε τελευταία ανάλυση φυσικό και θετικό. Με αυτό τον τρόπο, μπερδεύονται γλυκά μέσα μας η τρέχουσα ψηφιακή εξυπηρέτηση (η ψηφιοποίηση υπηρεσιών, το e-banking κ.λπ.), η πρόσβαση σε αποθήκες εγκυκλοπαιδικών δεδομένων, οι καθημερινές δόσεις ντοπαμίνης που προσφέρει το σκρολάρισμα.
Το καθεστώς της διασκεδαστικής ή βαρετής χρήσης –γιατί και η βαρεμάρα καταναλώνει gigabytes− νομιμοποιεί εν τέλει τα εγχειρήματα της κάθε OpenAI. Η δημοκρατία του χρήστη, ανεξάρτητα από τις σποραδικές ή και τις τακτικές κριτικές διαφωνίες, ανεξάρτητα κι από συγκινημένες δηλώσεις αλληλεγγύης σε απειλούμενους γραφίστες ή φωτογράφους που πλήττονται, στρέφεται τελικά προς αυτό που είναι διασκεδαστικό και βολικό. Οτιδήποτε άλλο φαντάζει σαν ηθικός βραχνάς, αναχρονιστικός περιορισμός ή και «αντιδραστική» επιστροφή στην ιδέα του δημιουργού και της ιδιοκτησίας του. Αφού το υποκείμενο και ο θεός έχουν πεθάνει, ας υποδεχτούμε τον κομμουνισμό που μας προσφέρουν, δωρεάν ή με μικρές σχετικά χρεώσεις, οι νέοι ηγεμόνες. Ο νεοφιλελευθερισμός πραγματώνεται έτσι πολύ εκτεταμένα μέσα από τις ευέλικτες μικροεπιλογές ακόμα και όσων τον καταγγέλλουν και τον αποποιούνται.
Το θέμα έτσι δεν είναι ένα γιαπωνέζικο κόμικ και η ιστορία του ή ο γενάρχης του. Στην ουσία (θα) αφορά την επιβίωση των λιγότερο γνωστών δημιουργών μαζί με την αναγνώριση εκείνων που προχώρησαν μακρύτερα μια τέχνη, ένα καλλιτεχνικό βλέμμα, μια γραφή. Δεν είναι η οικονομία ούτε η μεταφυσική κάποιου «ελιτισμού» όσο η άρνησή μας (που πρέπει όμως να γίνει ορατή) να ταυτίσουμε την πολιτισμική χειραφέτηση των μαζών με τις διαφημιστικές στρατηγικές και τα apps του Σαμ Άλτμαν και των άλλων τραμπικών του ψηφιακού καπιταλισμού.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.