ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ στις οποίες κεντρικό θέμα στον δημόσιo διάλογο, όπως αυτός ορίζεται από την κυβέρνηση και καταγράφεται από τα μέσα ενημέρωσης, ήταν οι γενναίες αυξήσεις σε αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων που εξήγγειλε η κυβέρνηση, κλείνοντας παράλληλα το μάτι στους υπόλοιπους ένστολους (ανέκαθεν βασική εκλογική πελατεία της συντηρητικής παράταξης) ότι δεν θα μείνουν και αυτοί παραπονεμένοι, λιγότερο από ενενήντα χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα συνέβαινε ένα τραγικό γεγονός.
Ένας άνθρωπος εξήντα τριών ετών άφηνε την τελευταία του πνοή σε ένα πεζοδρόμιο της Θήβας, όπου είχε βρεθεί μετά από ένα λιποθυμικό επεισόδιο. Βρισκόταν εκεί για μισή ώρα, το ασθενοφόρο που είχε κληθεί για να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο μετά από σύσταση περαστικού ιδιώτη γιατρού βρισκόταν εκείνη την ώρα στη Λιβαδειά, ενώ το ρεπορτάζ αναφέρει πως στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής δεν υπήρχε, όπως είπαν, διαθέσιμος αστυνομικός για να βοηθήσει στη μεταφορά του στο νοσοκομείο. Όταν, μετά από μισή ώρα, το ασθενοφόρο έφτασε στη Θήβα, ο άνθρωπος είχε πεθάνει στο πεζοδρόμιο κάτω από τη βροχή που έριχνε εκείνη την ώρα. Τα οικεία του πρόσωπα δεν είχαν ανάγκη πια από ασθενοφόρο, απλώς ειδοποίησαν ένα γραφείο τελετών για να παραλάβει τη σκεπασμένη με μια κουβέρτα σορό του από το υγρό πεζοδρόμιο.
Άνθρωποι σε πολλές γωνιές της χώρας χάνουν τη ζωή τους επειδή δεν υπήρχε ένα ασθενοφόρο, δεν λειτουργούσε μια μονάδα ενός νοσοκομείου, δεν υπήρχε ένας γιατρός, επειδή δεν προσλαμβάνονται γιατροί. Τα συνηθίσαμε όλα αυτά. Δεν μας κάνουν εντύπωση.
Έχουν οι δυο προαναφερθείσες ιστορίες κάποια σύνδεση άραγε; Αν σκεφτούμε λίγο τις δυο παράλληλες εικόνες, αφενός της φασαρίας που γίνεται για τις αυξήσεις μισθών στους ένστολους και αφετέρου της σχετικής σιωπής για τον θάνατο ενός ανθρώπου που πεθαίνει στο πεζοδρόμιο μιας πόλης αβοήθητος επειδή δεν βρέθηκε ένα ασθενοφόρο την κατάλληλη ώρα, ίσως καταλήξουμε σε κάποιους συνειρμούς.
Ενδέχεται από κάποιους να θεωρηθούν αυθαίρετοι. Είναι πραγματικά όμως; Μήπως από αυτές τις δυο εικόνες αναδεικνύεται μια σημαντική πτυχή ενός από τα μεγάλα προβλήματα της χώρας, το οποίο συνδέεται με τις προτεραιότητες που δίνονται από την κεντρική πολιτική εξουσία; Τις προτεραιοποιήσεις, όπως αρέσει σε διάφορους από το πολιτικό προσωπικό να λένε στα τηλεοπτικά παράθυρα για να εντυπωσιάσουν το ακροατήριό τους;
Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε ερμηνεία για λαϊκισμό ή κάτι ανάλογο, να σημειώσουμε ότι δεν πρόκειται απαραίτητα για δυο συγκρίσιμα γεγονότα, με την έννοια ότι μπαίνουν το ένα δίπλα στο άλλο και από αυτό το μέτρημα εξάγουμε απαραίτητα κάποια συμπεράσματα. Όμως υπάρχουν αυτοί οι συνειρμοί που επιμένουν και λένε πως η σημειολογία τέτοιων γεγονότων που συμβαίνουν σχεδόν παράλληλα αξίζει να καταγραφεί. Οι ίδιοι συνειρμοί που θεωρούν πως είναι αδιανόητο να εξακολουθούν να πεθαίνουν άνθρωποι επειδή στο κέντρο μιας μεγάλης επαρχιακής πόλης δεν βρίσκεται ένα ασθενοφόρο όταν χρειάζεται.
Και παράλληλα, σαν να μην υπάρχει αυτό, να συζητάμε ως κύριο αξιολογικά θέμα τις όποιες αυξήσεις που θα δοθούν σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι εργαζομένων, από το οποίο η κυβέρνηση προσδοκά οφέλη και στο οποίο επενδύει κομματικά. Το ένα γεγονός δεν λειτουργεί απαραίτητα απέναντι στο άλλο, δεν ζυγίζονται για να βρεθεί το πιο λιποβαρές. Όμως για να συζητάμε οτιδήποτε άλλο εκτός από το κυρίαρχο, που αφορά στην παροχή στοιχειώδους βοήθειας για ένα επείγον θέμα υγείας, θα έπρεπε να το έχουμε λύσει. Διανύουμε τον 21ο αιώνα.
Το τραγικό περιστατικό στη Θήβα δεν είναι από αυτά που αποκαλούνται τυχαία γεγονότα. Πρόκειται για ένα από αυτά που συμβαίνουν συχνά, τα οποία απασχολούν την επικαιρότητα και τα ΜΜΕ, συνήθως επιδερμικά, μέχρι να ξεχαστούν, και που θα έρθουν −αν έρθουν− πάλι στην επικαιρότητα όταν συμβεί το επόμενο. Η επανάληψή τους, χωρίς το πρόβλημα ενδιάμεσα να παίρνει τον δρόμο της επίλυσης, περιορίζει την αξιολόγησή τους, δεν θεωρούνται πια μείζονα ή ακολουθείται μια λογική μιθριδατισμού που κορυφώνεται με τον συμβιβασμό και την παράδοση. Δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. Άνθρωποι σε πολλές γωνιές της χώρας χάνουν τη ζωή τους επειδή δεν υπήρχε ένα ασθενοφόρο, δεν λειτουργούσε μια μονάδα ενός νοσοκομείου, δεν υπήρχε ένας γιατρός, επειδή δεν προσλαμβάνονται γιατροί. Τα συνηθίσαμε όλα αυτά. Δεν μας κάνουν εντύπωση.
Αυτό το τελευταίο αποτελεί και τη μεγαλύτερη ήττα μιας κοινωνίας η οποία, σχεδόν παραδομένη, αποδέχεται ότι όλα αυτά απλώς συμβαίνουν, λες και αποτελούν κάτι νομοτελειακό. Συμβαίνει να χάνονται ζωές επειδή δεν υπάρχουν την ώρα που πρέπει ασθενοφόρα, συμβαίνει η κυβέρνηση να προτιμά να χαριεντίζεται κομματικά με εν δυνάμει αυριανούς ψηφοφόρους της, συμβαίνει να μην υπάρχει επαρκής αντιπολίτευση για να αναδείξει με αποτελεσματικό τρόπο τα σημαντικά, συμβαίνει να επικρατεί μια γενικευμένη απογοήτευση….
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.