Η ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΑΝΘΙΜΟΥ, με τον τίτλο «Bugonia», τα γυρίσματα της οποίας βρίσκονται πλέον σε τελικό στάδιο, είναι ριμέικ της νοτιοκορεατικής κωμωδίας επιστημονικής φαντασίας «Save the Green Planet!» του Τζανγκ Τζουν-Γουάν (Jang Joon-hwan) από το 2003. Για το φινάλε της ταινίας, η εταιρεία παραγωγής είχε αιτηθεί στο αρμόδιο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) να χορηγηθεί άδεια, μόνο για μισή μέρα, στις 10 Απριλίου, για την πραγματοποίηση γυρισμάτων στον βράχο της Ακρόπολης, αίτηση η οποία, όπως έγινε γνωστό χθες, απορρίφθηκε.
Ο πραγματικός λόγος της άρνησης του ΚΑΣ, όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ, δεν ήταν άλλος από το περιεχόμενο των σκηνών που θα γυρίζονταν. Το σενάριο του βραβευμένου με Εmmy Γουίλ Τρέισι, ενός από τους σεναριογράφους της σειράς «Succession», επικεντρώνεται σε δύο νεαρούς άνδρες που έχουν εμμονή με τις θεωρίες συνωμοσίας και απάγουν την ισχυρή διευθύνουσα σύμβουλο μιας μεγάλης εταιρείας −που δεν είναι άλλη από την Έμα Στόουν −, πεπεισμένοι ότι είναι εξωγήινη και έχει σκοπό να καταστρέψει τη Γη. Στην τελική σκηνή της ταινίας πτώματα θα βρίσκονταν διασκορπισμένα γύρω από τον Παρθενώνα. Αυτό, όπως όλα δείχνουν, σόκαρε τόσο το γνωμοδοτικό συμβούλιο που, παρόλο που είχε ήδη προχωρήσει σε διευκολύνσεις και είχε εγκρίνει τις ώρες κινηματογράφησης, τελικά αποφάσισε πως μια εικόνα με πτώματα διάσπαρτα στον Ιερό Βράχο, ανεξάρτητα από το ύφος της ταινίας, παραήταν ιερόσυλη και αιρετική για το μνημείο. Έκριναν πως η συγκεκριμένη σκηνή που είχαν την τύχη ή την ατυχία να πληροφορηθούν με «σπόιλερ» και την οποία για προφανείς λόγους η εταιρεία παραγωγής δεν θα δημοσιοποιούσε, ήταν ασύμβατη με την πολιτιστική φυσιογνωμία και τον χαρακτήρα του μνημείου, καθώς ο Παρθενώνας συμβολίζει τη δημιουργία και τη ζωή και όχι τον θάνατο.
Η απόφαση του ΚΑΣ είναι αρκετά επιλεκτική. Ο Παρθενώνας αρκετές φορές έχει δοθεί για επιδείξεις μόδας και για φωτογραφίσεις, στην Τζένιφερ Λόπεζ παραδείγματος χάρη, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν γυριστεί ταινίες όπως ο «Έρωτας αλά ελληνικά» της Νία Βαρντάλος το 2009 και «Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου» του Χοσεΐν Αμίνι το 2014, μια διασκευή μυθιστορήματος της Πατρίτσια Χάισμιθ.
Αυτή η άποψη είναι αρκετά μονοδιάστατη, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη αρκετούς από τους παράγοντες που αφορούν μια ταινία μυθοπλασίας και συντελούν στο τελικό αποτέλεσμα. Προφανώς το ίδιο σενάριο μπορεί να γυριστεί από πολλές διαφορετικές οπτικές. Μερικά πτώματα στην Ακρόπολη μπορεί να αφορούν από ρεαλιστική εθνικοπατριωτική ταινία εποχής μέχρι ποιητική αλληγορία που να υμνεί τη χαρά της ζωής ή σάτιρα για το τέλος του πολιτισμού και του πλανήτη. Πιθανολογούμε πως τα μέλη του ΚΑΣ τρομοκρατήθηκαν από την τελευταία πιθανότητα.
Η απόφαση όμως του ΚΑΣ είναι και αρκετά επιλεκτική. Ο Παρθενώνας αρκετές φορές έχει δοθεί για επιδείξεις μόδας και για φωτογραφίσεις, στην Τζένιφερ Λόπεζ παραδείγματος χάρη, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν γυριστεί ταινίες όπως ο «Έρωτας αλά ελληνικά» της Νία Βαρντάλος το 2009 και «Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου» του Χοσεΐν Αμίνι το 2014, μια διασκευή μυθιστορήματος της Πατρίτσια Χάισμιθ.
Μια ανάλαφρη και αφελής ή και αδιάφορη οικογενειακή κωμωδία ή μια μεταφορά βιβλίου γεμάτη κλισέ και κοινοτοπίες και μια φωτογράφιση μόδας είναι πιο κοντά στο πνεύμα του βράχου της Ακρόπολης από μια ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, του μοναδικού ίσως Έλληνα καλλιτέχνη που αυτήν τη στιγμή κάνει πραγματικά διεθνή καριέρα; Κι όλα αυτά για μερικά φανταστικά πτώματα γύρω από την Ακρόπολη; Τηρώντας τις αναλογίες, μοιάζει να ομολογούμε πως η Μαρία Κάλλας προσέφερε λιγότερα στο πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας από τη Μαρίνα Σάττι. Διότι θυμόμαστε όλοι πως για τις ανάγκες του βιντεοκλίπ του τραγουδιού «Ζάρι», που θα εκπροσωπούσε τη χώρα στον διαγωνισμό της Γιουροβίζιον, δόθηκε άδεια για γυρίσματα στην Ακρόπολη.
Αν αναλογιζόμασταν βέβαια τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Λάνθιμος στο ξεκίνημά του, την απαξίωση και τη χλεύη που αντιμετώπισε πριν έρθουν τα βραβεία και τα Όσκαρ και πριν πάρει των ομματιών του, θα το καταλαβαίναμε αν δεν ήθελε να ξαναδεί την Ελλάδα ούτε ζωγραφιστή, όχι να προτίθεται κιόλας να κάνει γυρίσματα στην Ακρόπολη. Η μέγιστη ειρωνεία εδώ είναι πως σε μια από τις κομμένες σκηνές του «Poor Things», η Έμα Στόουν, ως Μπέλα Μπάξτερ, έστελνε καρτ-ποστάλ από τον Παρθενώνα γράφοντας «God, the Parthenon is still broken»...
Το θέμα δεν αφορά το κατά πόσο θα γινόταν προβολή της χώρας και το αν το ελληνικό brand χρειάζεται τελικά μια ταινία του Γιώργου Λάνθιμου γυρισμένη στην Ελλάδα, αλλά το κατά πόσο αναγνωρίζουμε ποιο είναι σήμερα το πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας. Η πικρή αλήθεια είναι πως μόνο προσωπικότητες του διαμετρήματος του Γιώργου Λάνθιμου ή του Δημήτρη Παπαϊωάννου θα είχαν να προσφέρουν σήμερα στον ελληνικό πολιτισμό σε διεθνές επίπεδο και είναι οι καλύτεροι πρεσβευτές μας, έστω και αν δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνικότητα όπως τη φαντασιωνόμαστε ή αν υπακούν αποκλειστικά και μόνο στο απόλυτα προσωπικό καλλιτεχνικό τους όραμα.

Πώς γίνεται να ενοχλεί τόσο το σενάριο μιας ταινίας μυθοπλασίας που μπορεί κάλλιστα να γίνει και με CGI; Ακόμα και αν παραβλέψουμε εντελώς το καλλιτεχνικό μέγεθος του Λάνθιμου, την αξία του ως σκηνοθέτη και το διεθνές του εκτόπισμα, ακόμα και αν ένας εντελώς άγνωστος σκηνοθέτης ζητούσε την Ακρόπολη για γυρίσματα, σε τι ακριβώς δεν συνάδει ο θάνατος με τον Παρθενώνα; Οι αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων για τον θάνατο απέχουν αρκετά από τις δικές μας και από ό,τι μας κληροδότησε ο χριστιανισμός. Ο θάνατος ήταν μια τελετουργία στην αρχαία Ελλάδα και ο σεβασμός και η απόδοση τιμών στους νεκρούς ήταν συνδεδεμένα με την καθημερινότητα, ενώ η χαρά της ζωής και ο θάνατος πήγαιναν συχνά αντάμα, όπως στη γιορτή των Ανθεστηρίων ή στη μυθολογία τη σχετική με τον Κάτω Κόσμο. Οι νεκροί περιβάλλονταν με ιερότητα και η σχέση με τον θάνατο δεν έχει καμία σχέση με τη σχηματική, μονοδιάστατη και μάλλον κοντόφθαλμη άποψη πως μερικά πτώματα είναι οπωσδήποτε κάτι δυσοίωνο και προσβλητικό για τον συμβολισμό του μνημείου. Σε κάθε περίπτωση, το αν συνάδει με τον χώρο ή όχι είναι κάτι που σηκώνει πολλή συζήτηση.
Τέλος, τα φανταστικά πτώματα του Λάνθιμου μας πείραξαν και όχι η διαχρονική «θανατίλα» που ζέχνει η σχέση μας με την παράδοση; Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, τα κλασικά μνημεία, την αρχαία ελληνική τέχνη και γενικά την κληρονομιά του παρελθόντος είναι πολύ πιο πεισιθάνατος από ό,τι νομίζουμε. Βλέπουμε το μακρινό, ένδοξο παρελθόν με μια αμετακίνητη, στερεοτυπική και σε μεγάλο βαθμό «δανεική» αντίληψη, κληροδοτημένη από τη δυτική ευρωπαϊκή σκέψη και τη στάση της απέναντι στην κλασική αρχαιότητα. Σε αυτό έπαιξαν ρόλο και οι ορδές των φιλελλήνων και των περιηγητών που, καταφτάνοντας στη ρημαγμένη Αθήνα του 19ου αιώνα, έψαχναν να βρουν, εκτός από την Ακρόπολη, Έλληνες σαν αρχαίους θεούς και ημίθεους, κι αντί γι’ αυτό συναντούσαν τους κατατρεγμένους και κακομούτσουνους επαρχιώτες της οθωμανικής επαρχίας. Οι Αθηναίοι του τότε, μάλιστα, αντιμετώπιζαν την Ακρόπολη σαν ένα οποιαδήποτε κάστρο παρά σαν μνημείο. Ο Παρθενώνας, δε, μερικούς αιώνες πριν υπήρξε πυριτιδαποθήκη των Τούρκων και λαβωμένος από τα κανόνια του Μοροζίνι είχε καταλήξει περιτριγυρισμένος από αληθινά πτώματα.
Κάτι ήξερε ο συγγραφέας Γιώργος Μακρής όταν το 1944 συνέτασσε την περίφημη προκήρυξη του ΣΑΣΑ «Να ανατινάξουμε την Ακρόπολη!». Στόχος του ΣΑΣΑ («Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων»), σύμφωνα με την προκήρυξη, ήταν η ανατίναξη αρχαίων μνημείων και η προπαγάνδα εναντίον τους. Ως πρώτος στόχος ορίστηκε η ανατίναξη του Παρθενώνα, ο οποίος, σύμφωνα πάντα με την προκήρυξη, «μας έχει κυριολεκτικά πνίξει». Βεβαίως, ο Μακρής και ο κύκλος των διανοούμενων γύρω του δεν αποσκοπούσαν σε κυριολεκτική ανατίναξη αλλά ήθελαν να καυτηριάσουν τη συντηρητική και οπισθοδρομική στάση μας απέναντι στο παρελθόν και τα θαύματα που κληρονομήσαμε αλλά σταθήκαμε ανάξιοί τους. Η εμμονή με τα ερείπια που δεν γονιμοποιεί τίποτα είναι σε κάθε περίπτωση τροχοπέδη για το μέλλον. Μακάρι ο Γιώργος Λάνθιμος, ο οποίος με την πρωτοποριακή και αιρετική του ματιά τάραξε τα εγχώρια κινηματογραφικά νερά, να «ανατίναζε» και τα σύγχρονα λιμνάζοντα ήθη και μυαλά.