[ΛΑΪΚΟΣ ΘΡΥΛΟΣ] Ο Γιώργος Κοινούσης αυτοπαρουσιάζεται

[ΛΑΪΚΟΣ ΘΡΥΛΟΣ] Ο Γιώργος Κοινούσης αυτοπαρουσιάζεται Facebook Twitter
2

Γεννήθηκα στα Λειβάδια της Χίου. Ήρθα στην Αθήνα πέντε ετών με ένα καΐκι με τους γονείς μου, μέσα σε μεγάλη θαλασσοταραχή, κοντέψαμε να πνιγούμε, από θαύμα σωθήκαμε. Στον Πειραιά, μείναμε σε μια μάντρα με τέσσερα δωμάτια, στο Χατζηκυριάκειο. Ο πατέρας μου έγραφε τα γεγονότα της εποχής σε στίχους (όπως τα ναυάγια της Αννούλας, της Χιμάρας κ.ά.). Επειδή ήταν ναυτικός κατείχε τη γλώσσα - μιλάμε για το 1947, βγάζαμε βιβλιαράκια και τα πουλούσαμε στις γειτονιές. Από εκεί κόλλησα το «μικρόβιο» του στίχου.

Είχα τα πρώτα ακούσματα από το γραμμόφωνο που πήρε ο πατέρας μου. Βγάζαμε δίσκο και μαζεύαμε χρήματα. Το καλύτερο μέρος ήταν μια ταβέρνα στον Πειραιά όπου σύχναζαν Μυκονιάτες γλεντζέδες. Πιο μετά, με την εμφάνιση του πικάπ, δεν ξαναβγήκαμε κι έκανα πολλές δουλειές. Πούλαγα τσιγάρα, ήμουν λουστράκος και άλλα. Ο πατέρας μου έπαιζε ερασιτεχνικά ούτι, είχε απωθημένο με τη μουσική και με πήγε σε έναν τυφλό Μυκονιάτη δάσκαλο, που λεγόταν Τάσος Πολυκανδριώτης, Άρχισα να μαθαίνω κιθάρα πολύ γρήγορα κι αυτός φώναζε: «Ελάτε να δείτε το παιδί θαύμα!».

Το πρώτο μεροκάματο το έβγαλα παίζοντας ακομπανιαμέντα στην κιθάρα με ένα συγκρότημα πίσω από τον κινηματογράφο Σπλέντιτ στο Πασαλιμάνι - ήμουν δέκα χρόνων. Ύστερα έμαθα ακορντεόν. Στου Παπαδημητρόπουλου, στο Πέραμα, ήταν το πρώτο πάλκο που ανέβηκα. Μετά, μέσω ενός μπουζουξή, του Μπατάγια, πήγα με τον Μπιθικώτση στη Φωλιά της Κοκκινιάς. Οι δύο τους τσακωθήκανε, αλλά εγώ έμεινα με τον Γρηγόρη. Ήταν 1955 και είδα το μέλλον στο πρόσωπό του.

  

[ΛΑΪΚΟΣ ΘΡΥΛΟΣ] Ο Γιώργος Κοινούσης αυτοπαρουσιάζεται Facebook Twitter
Φωτό: Σπύρος Στάβερης.

Συνεργάστηκα με όλα τα κορυφαία ονόματα σε πάλκο, όπως με τον Στέλιο Καζαντζίδη στου Ξυπολυτάκου και μετά στου Κουλουριώτη στο Μοσχάτο, και ως εκτελεστής στη δισκογραφία. Στα δεκάξι μου έδωσα και τα πρώτα μου τραγούδια στην Καίτη Γκρέυ, «Το κορμί σου σαν λυγίζεις» και «Είμαι μια δυστυχισμένη». Τότε στην Κολούμπια είχα αφήσει καλή εντύπωση στις εκτελέσεις και με ήθελαν να παίζω σε όλα τα τραγούδια τους. Έπαιξα σε επιτυχίες των Καζαντζίδη, Γκρέυ, Μπιθικώτση, Πόλυς Πάνου, Αγγελόπουλου, Γαβαλά, Αναγνωστάκη. Θυμάμαι το μπράβο του Μανώλη Χιώτη στο «Πάρε το δάκρυ μου». Αυτός ήταν ο τέλειος άνθρωπος, ασύγκριτος μουσικός, ο καλύτερος που έχω γνωρίσει.

Ως οργανοπαίκτης συνέχισα μέχρι το 1966. Ήθελα να γίνω συνθέτης, είχα το χάρισμα του στίχου - επαινώ πάντα τον στιχουργό, ο στίχος είναι σαν το αριστερό πόδι του ποδοσφαιριστή. Τότε φεύγαμε και πολλές φορές χωρίς νυχτοκάματο. Δεν γέμιζαν πάντα τα μαγαζιά, αυτό άλλαξε μετά το 1965. Τότε γέμιζαν τα κέντρα με πολλά λεφτά. Ήθελαν εφέ, έσπαγαν πιάτα για να ψήσουν τις γκόμενες - αυτά μας φάγανε. Στο πρώτο μου τραγούδι καυτηρίαζα: «να σου δίνουν τα γραμμάτια χαστούκια και να θες και το ουίσκι στα μπουζούκια». Εγώ έπαιζα και προτιμούσα να πάρω ένα τούβλο για να φτιάξω σπίτι παρά να πάρω παπούτσια.

[ΛΑΪΚΟΣ ΘΡΥΛΟΣ] Ο Γιώργος Κοινούσης αυτοπαρουσιάζεται Facebook Twitter
Φωτό: Σπύρος Στάβερης.

Εκείνη την εποχή οι εταιρείες είχαν γερά συμβόλαια με τους συνθέτες. Εμείς ήμασταν οι δόκιμοι, είχαμε όμως το όνειρο να ακουστούν τα τραγούδια μας. Πρώτη επιτυχία που έγραψα ήταν το «Αχ, ας μπορούσα», που είπε η Γιώτα Λύδια το 1964. Πήγα για πρόβα στο σπίτι του συζύγου της Στράτου Ατταλίδη και, όταν μου έβαλε κάποια δικά του τραγούδια, επαναστάτησα και άρχισα να του τραγουδάω τον σκοπό. Τηγάνιζε η Γιώτα ψάρια στην κουζίνα, τρελάθηκε και είπε: «Θα το πω εγώ»! Όταν το ηχογραφούσαμε στην Κολούμπια, ειδοποίησαν τον Τάκη Β. Λαμπρόπουλο ότι γράφουμε ένα σίγουρο σουξέ. Και έτσι έγινε. Θα το συνυπογράφαμε με τον Ατταλίδη, αλλά αυτός παλικαρίσια πήγε μετά από έναν μήνα και είπε στον Λαμπρόπουλο ότι το είχα γράψει εγώ. Υπέγραψα, βέβαια, ως Φ. Κοινούσης, αφού οι άλλοι συνθέτες δεν θα με παίρνανε στις εκτελέσεις, γιατί, σου λέει, αυτός θα μας κλέψει καμιά μελωδία τώρα που είναι συνθέτης.

Το «Άνθρωποι Είμαστε» που ερμήνευσε η Δούκισσα στην εταιρεία Φίλιπς του Σπύρου Ράλλη δεν είναι για συγκεκριμένο άτομο, είναι μια γενική ομολογία. Είχα τσακωθεί με τον καλύτερό μου φίλο και τι μου γράφει σε ένα γράμμα του; «Εσύ που μου ‘λεγες πώς μ’ αγαπάς, τώρα πού πας;». Την άλλη μέρα μιλάγαμε πάλι. Το πήρα όχι μόνο ερωτικά αλλά και ως θέμα φιλίας, γιατί εγώ είμαι πρωταθλητής στα σφάλματα. Αρχές του ’71 έγραψα και ερμήνευσα για τη Λύρα του Πατσιφά το «Δεν καταλαβαίνω τίποτα». Έμοιαζα πια με αεροπλάνο που σηκώθηκε στον αέρα.

 Άρχισα τότε στα κέντρα να κάνω την επανάστασή μου, να λέω στίχο που δεν ταίριαζε με το ουίσκι. Έκανα το «μπαμ» με τον τρόπο μου, με τα μηνύματά μου. Αυτό κλιμακώθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με το «Όλοι αγαπάμε τη ζωή» - έγινε πόλεμος τότε. Έπαιρναν πολιτικά πρόσωπα για να με αποκλείσουν, αφού περνούσε το μήνυμα πως όλοι στη ζωή είμαστε το ίδιο, πλούσιοι και φτωχοί.

Κάποια στιγμή, όταν κουράστηκα με τη βρομιά του επαγγέλματος, αποφάσισα να μην ξαναεμφανιστώ νύχτα. Δεν μπορούσα να γυρνάω έξι ή ώρα το πρωί, επειδή μπορεί να ερχόταν μια παρέα την ώρα που σχολούσαμε και να ζητούσε τραγούδι. Έπρεπε να το παίξουμε για να μη χάσουμε το μεροκάματο ή να μην τους χάσουμε από πελάτες. Τι δουλειά είχα εγώ να είμαι σκλάβος πολυτελείας, αφού δεν κυνηγούσα τα χρήματα. Τότε πρωτοδιάβασα την Αγία Γραφή χάρη σε έναν φίλο και λάτρεψα τον Χριστό ως επαναστάτη.

Αρχές του ’90 είχα κάνει ένα πιάνο-μπαρ στο Λαγονήσι για πάρτη μας κι έπαιζα σε πιάνο τις μελωδίες μου. Μια μέρα ήλθαν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και ο Σάκης Μπουλάς και με κάλεσαν να δουλέψω στο Κεντρί. Είχα γράψει ένα τραγούδι, «Τον κόσμο βλέπω ανάποδα», έψαχνα πώς να βγω, και το βρήκα: Έσβηνα, λοιπόν, τα φώτα, είχα κολλημένο το κεφάλι μου στο σανίδι, τα πόδια μου πάνω, και για τρία λεπτά ήμουν σε στάση γιόγκα. Σαράντα ημέρες έμεινα εκεί και γινόταν χαμός. Εγώ, όμως, είχα τελειώσει με τη νύχτα.

Στο Λαγονήσι μένω από το 1976. Ταίριαζε με τον χαρακτήρα μου, με τον τρόπο ζωής μου. Δεν ήθελα να έχω σχέση με τον θόρυβο και τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Ο εσωτερικός μου κόσμος ήταν φτιαγμένος για άλλα πράγματα. Στον κήπο έχω ό,τι χρειάζεται να φάει ένας άνθρωπος. Ευχαριστώ τον Θεό που μου χαράζει καινούργια ημέρα για να ζήσω. Όταν θυμόμαστε ότι ζούμε, τότε ζούμε.

 

Κράτησα τη δάδα αναμμένη στα δύσκολα. Σε ένα άνεργο παιδί λέω να μη χάνει το θάρρος του. Η Ελλάδα ζούσε στον υπερκαταναλωτισμό, έμοιαζε με μεθυσμένη πολιτεία και τώρα κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Η άσκηση, η υπομονή, το θάρρος, η αισιοδοξία, είναι το πακέτο με το οποίο μπορεί να προχωρήσει ο άνθρωπος.

 

Οι Αθηναίοι
2

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Εβελίνα Παπούλια

Oι Αθηναίοι / Εβελίνα Παπούλια: «Δεν μου χαρίστηκε τίποτα»

«Μην παίξεις ποτέ κωμωδία», της είχαν πει, αλλά τελικά το ευρύ κοινό τη λάτρεψε ως Μαρίνα Κουντουράτου. Όταν αποφάσισε να ερμηνεύσει τον ρόλο μιας τρανς γυναίκας, της είπαν «θα καταστραφείς». Ήταν πάντα τολμηρή και άφοβη. Και είναι η Αθηναία της εβδομάδας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Η Ελλάδα που πρωτοείδα ήταν βουτηγμένη στη φτώχεια» ή «Γνώρισα/πρόλαβα μια Ελλάδα ανέγγιχτη και αναλλοίωτη». ή «Οι άνθρωποι στα νησιά δεν γνώριζαν καν τι σημαίνει τουρίστας»

Οι Αθηναίοι / «Τώρα η γλώσσα του Οδυσσέα είναι η γλώσσα μου. Και το Αιγαίο είναι η θάλασσά μου»

Γεννημένος στο Σικάγο, η αληθινή αλλαγή στη ζωή του ήρθε όταν ταξίδεψε για πρώτη φορά στα ελληνικά νησιά και την Αθήνα το 1954. Αποτύπωσε φωτογραφικά «τα χρόνια της ελπίδας σε μια Ελλάδα ανέγγιχτη και αναλλοίωτη». Σήμερα, εκφράζει την ανησυχία του για τα όμορφα τοπία της και τις γειτονιές, όπως η Πλάκα, που «είναι γεμάτες από καταστήματα με σουβενίρ». Ο φιλέλληνας φωτογράφος Ρόμπερτ Μακέιμπ είναι ο Αθηναίος της εβδομάδας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Βασιλική Δρίβα: «Με προσβάλλει να με χρησιμοποιούν σαν καθρέφτη για την ανωτερότητά τους»

Οι Αθηναίοι / Βασιλική Δρίβα: «Με προσβάλλει να με χρησιμοποιούν σαν καθρέφτη για την ανωτερότητά τους»

Ανατρέποντας πολλά από τα στερεότυπα που συνοδεύουν τους ανθρώπους με αναπηρία, η Βασιλική Δρίβα περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε αλλά και τις χαρές, και μπορεί πλέον να δηλώνει, έστω δειλά, πως είναι ηθοποιός. Είναι η Αθηναία της εβδομάδας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ειρήνη Φρεζάδου: «Είμαστε οι αρχιτέκτονες της ζωής μας»

Ειρήνη Φρεζάδου / Ειρήνη Φρεζάδου: «Ό,τι κλείνει στο κέντρο, ανοίγει στη θέση του ένα μπαρ ή ένα εστιατόριο»

Αγωνίζεται ενάντια «στην απληστία που ξοδεύει τον αρχιτεκτονικό, φυσικό και πολιτιστικό μας πλούτο». Βγήκε μπροστά για το κτίριο «που ντροπιάζει την Ακρόπολη». Και τώρα, το νέο της σχέδιο είναι η αναβίωση του ιστορικού σιδηροδρομικού δικτύου της Πελοποννήσου. 
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Αγορίτσα Οικονόμου

Αγορίτσα Οικονόμου / «Πέφτω να κοιμηθώ και σκέφτομαι ότι κάτι έχω κάνει καλά»

Βρέθηκε να κυνηγάει το όνειρο της υποκριτικής, χωρίς να γνωρίζει τον τρόπο, αλλά με τη βεβαιότητα ότι δεν ήθελε ποτέ να μείνει με την απορία «γιατί δεν το έκανα;». Μέσα από σκληρή δουλειά και πολλούς μικρούς ρόλους, κατάφερε να βρει τον δρόμο της στην τέχνη, στον οποίο προχωρά και αισθάνεται τυχερή. Η Αγορίτσα Οικονόμου είναι η Αθηναία της εβδομάδας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Τάσος Μαντής: Από τα υδραυλικά στα αστέρια Michelin

Οι Αθηναίοι / Τάσος Μαντής: Από τα υδραυλικά στα αστέρια Michelin

Ένα απρόσμενο Σαββατοκύριακο σε ένα κότερο στάθηκε αρκετό για να αλλάξει τη ζωή του. Από την πρώτη του εμπειρία ως μάγειρας στον στρατό μέχρι τις κουζίνες των κορυφαίων εστιατορίων του κόσμου, κάθε σταθμός διαμόρφωσε τη φιλοσοφία του βραβευμένου σεφ. Σήμερα, μέσα από το αστεράτο Soil, αποδεικνύει πως η μαγειρική δεν είναι απλώς τέχνη, αλλά τρόπος ζωής.
M. HULOT
«Ελάχιστοι άνθρωποι που ασχολήθηκαν με την τέχνη άφησαν παρακαταθήκη»

Οι Αθηναίοι / «Αυτό που λέμε ευτυχισμένη ζωή δεν υπάρχει»

Ο Θέμης Ανδρεάδης γνώρισε τεράστια επιτυχία με το σατιρικό τραγούδι αλλά το ρίσκο να ασχοληθεί με το αγαπημένο του είδος, την μπαλάντα, τον άφησε εκτός μουσικής για σχεδόν είκοσι χρόνια. Η επιστροφή του με ένα δίσκο βινυλίου με συμμετοχές μουσικών από τις νεότερες γενιές ανοίγει ένα νέο, πιο φωτεινό κεφάλαιο στη ζωή του.
M. HULOT
Γιάννης Μπακογιαννόπουλος

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Μπακογιαννόπουλος: «Η δημοσιότητα που έχω είναι μεγαλύτερη από την αξία μου»

Τη δεκαετία του '50 έβγαλε το πιο φτηνό εισιτήριο, βρέθηκε στο Παρίσι και κοιμόταν στο πάτωμα, προκειμένου να γνωρίσει το «μαγικό σύμπαν» του κινηματογράφου. Ο Βούλγαρης τον φωνάζει ακόμα «δάσκαλο», ενώ κάποτε του έλεγαν ότι οι κριτικές του έμοιαζαν να απευθύνονται μόνο στους φίλους του. Όμως εκείνος παρέμεινε πιστός στον δικό του δρόμο. Και είναι ο Αθηναίος της εβδομάδας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Χρήστος Μποκόρος, εικαστικός

Οι Αθηναίοι / Χρήστος Μποκόρος: «Η τέχνη δεν είναι θέαμα, πρέπει να σε αφορά και να σε πονάει»

Όταν βρέθηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών, ένιωσε ότι ναυάγησαν όλα του τα όνειρα και οι επιθυμίες. Αν και έχει ζωγραφίσει χιλιάδες κεράκια, ακόμα αισθάνεται αρχάριος, γιατί το καθένα είναι διαφορετικό, όπως και οι άνθρωποι. Για εκείνον, η τέχνη είναι ένα μνημείο, και κάθε φορά με τα έργα του ακουμπά εκεί που πονάει, για να παίρνει δύναμη.
M. HULOT
Μαίρη Κουκουλέ

Οι Αθηναίοι / Μαίρη Κουκουλέ (1939-2025): Η αιρετική λαογράφος που κατέγραψε τη νεοελληνική αθυροστομία

Μοίρασε τη ζωή της ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι, υπήρξε σύντροφος ζωής του επίσης αιρετικού Ηλία Πετρόπουλου. Ο Μάης του ’68 ήταν ό,τι συγκλονιστικότερο έζησε. Πέθανε σε ηλικία 86 ετών.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θανάσης Σκρουμπέλος, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / «Δεν μπορεί να κερδίζει συνέχεια το δίκιο του ισχυρού»

Στο Λονδίνο, ο Θανάσης Σκρουμπέλος έλεγε ότι είναι «απ’ τον Κολωνό, γείτονας του Σοφοκλή». Έχοντας βγει από τα σπλάχνα της, ο συγγραφέας που έγραψε για την Αθήνα του περιθωρίου, για τη γειτονιά του και τον Ολυμπιακό, πιστεύει ότι η αριστερά που γνώρισε έχει πεθάνει, ενώ το «γελοίο που εκφράζει η ισχυρή άρχουσα τάξη» είναι ο μεγαλύτερός του φόβος.
M. HULOT
«Κάποια στιγμή έμαθα να βάζω στον λόγο μου ένα "ίσως", ένα "ενδεχομένως"»

Οι Αθηναίοι / «Κάποια στιγμή έμαθα να βάζω στον λόγο μου ένα "ίσως", ένα "ενδεχομένως"»

Στην Α’ Δημοτικού τη μάγεψε η φράση «Η Ντόρα έφερε μπαμπακιές». Διαμορφώθηκε με Προυστ, Βιρτζίνια Γουλφ, Γιώργο Ιωάννου και Κοσμά Πολίτη. Ως συγγραφέα την κινεί η περιέργεια για τις ανθρώπινες σχέσεις. Η Αγγέλα Καστρινάκη είναι η Αθηναία της εβδομάδας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Τζούλια Τσιακίρη

Οι Αθηναίοι / Τζούλια Τσιακίρη: «Οι ταβερνιάρηδες είναι ευεργέτες του γένους»

Με διαλείμματα στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, έχει περάσει όλη της τη ζωή στο κέντρο της Αθήνας - το ξέρει σαν την παλάμη της. Έχει συνομιλήσει και συνεργαστεί με την αθηναϊκη ιντελεγκέντσια, είναι άλλωστε κομμάτι της. Εδώ και 60 χρόνια, με τη χειροποίητη, λεπτολόγα δουλειά της στον χώρο του βιβλίου και με τις εκδόσεις «Το Ροδακιό» ήξερε ότι δεν πάει για τα πολλά. Αλλά δεν μετανιώνει για τίποτα απ’ όσα της επιφύλαξε η μοίρα «εις τον ρουν της τρικυμιώδους ζωής της».
ΖΩΗ ΠΑΡΑΣΙΔΗ

σχόλια

2 σχόλια
Μπράβο Γιώργο! Ήταν το κάτι διαφορετικό εκείνη την εποχή, μού άρεσε απο τότε, αλλά τον εκτίμησα πολύ μέσα από μιά ραδιοφωνική συνέντευξη στον Γεραμάνη..
"Όλοι θα ζήσουμε,όλοι θα ζήσουμε!και εσείς με τα πολλάκαι εμείς με τα λίγα..." Τραγικά επίκαιρος ο παλιός τροβαδούρος,ο οποίος παραμένει ωραίος σε κάθε του συνέντευξη,άσχετα εάν διαφωνείς ή συμφωνείς μαζί του.