Ποιος τολμά να μείνει μόνος με τον εαυτό του;

Ποιος τολμά να μείνει μόνος με τον εαυτό του; Facebook Twitter
Η τέχνη τού να βγαίνεις μόνος απαιτεί ευρηματικότητα και ευελιξία. Εικονογράφηση: bianka/LIFO
0


ΤΟΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΜΗΝΑ, ΕΒΓΑΛΑ
εισιτήριο για μια μουσική παράσταση στην οποία πήγα μόνη. Η διαδικασία των ηλεκτρονικών κρατήσεων σού επέτρεπε να κλείσεις και μεμονωμένες θέσεις σε τραπέζια μαζί με άλλους θεατές, κάτι πολύ βολικό, καθώς άλλοτε δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα σε μαγαζιά του είδους. Στο τραπέζι που είχα κάνει την κράτηση βρισκόντουσαν ακόμα δύο ζευγάρια, δύο νεαρές φίλες και μία συνομήλική μου γυναίκα. Καθώς δίναμε παραγγελίες στον σερβιτόρο, η άγνωστη γυναίκα κατάλαβε πως είχα έρθει κι εγώ μόνη στην παράσταση και τότε, εμφανώς ανακουφισμένη, με μια δόση αμηχανίας και χιούμορ μαζί, είπε: «Τελικά δεν είμαι η μόνη τρελή. Νόμιζα πως δεν θα ερχόταν κανείς άλλος εδώ μόνος», και πρόσθεσε απολογητικά, αλλά και αρκετά μεγαλόφωνα για να την ακούσουν όλοι, λες και ήθελε να δικαιολογηθεί σε αγνώστους για τη ζωή της, πως είχε χωρίσει πρόσφατα.

Αν και πολλά έχουν αλλάξει στην κοινωνία και αρκετά ταμπού έχουν καταρριφθεί, το στίγμα τού να βγαίνει κανείς μόνος σε θεάματα κατεξοχήν παρεΐστικα δεν έχει εκλείψει. Οι άνθρωποι μοιάζουν να χωρίζονται σε αυτούς που, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, θεωρούν φυσικό να βγαίνουν μόνοι τους σε καφέ, σινεμά, θέατρα, συναυλίες, για φαγητό ή για ποτό, ακόμα και να ταξιδεύουν μόνοι, είτε από επιλογή είτε από έλλειψη της κατάλληλης παρέας, και σε αυτούς που το θεωρούν εξαιρετικά άβολο και τους ξενίζει. Αν, δε, εξ ανάγκης το κάνουν, χρειάζεται να βρουν δικαιολογίες και προσχήματα, όπως η γυναίκα σ’ εκείνη την παράσταση, για κάτι που θα μπορούσε να είναι μέχρι και λυτρωτικό.

Μόλις είκοσι χρόνια πριν, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Αθήνα ήταν μια πολύ διαφορετική πόλη. Ακόμα και το να βρεθεί κάποιος μόνος για καφέ με ένα βιβλίο δεν ήταν τόσο συχνό φαινόμενο. Smartphones δεν υπήρχαν και το να δουλεύεις με το laptop σε εξωτερικό χώρο ήταν κάτι άγνωστο. Συναντούσες ελάχιστους μοναχικούς στην πόλη και ακόμα πιο λίγες γυναίκες, με εξαίρεση το σινεμά, όπου πάντα έβλεπες θεατές που απολάμβαναν την ταινία μόνοι τους. Κι όσοι σύχναζαν για ποτό μόνοι ήταν κατά συντριπτική πλειοψηφία άντρες.

Στη σημερινή εποχή και πολλές κοινωνικές αλλαγές μετά, βρίσκει κανείς μια τρομερά απελευθερωτική δύναμη στο να μην εξαρτιέται από τους άλλους για τις εξόδους του. Η πρώτη φορά που σπας αυτό το κοινωνικό ταμπού μπορεί να είναι εξόχως αναζωογονητική.

Μέσα σε είκοσι χρόνια, ο υπερτουρισμός, οι solo travellers που προτιμούν όλο και περισσότερο την Αθήνα, οι digital nomads που την επιλέγουν για τόπο εργασίας, το gentrification που μεταμόρφωσε ολόκληρες γειτονιές, και φυσικά η απομόνωση από το περιβάλλον και η διέξοδος που έφεραν τα smartphones και οι φορητοί υπολογιστές –ποτέ πια δεν χρειάζεται να μείνει κανείς εντελώς μόνος με τις σκέψεις του– άλλαξαν ριζικά την όψη μιας πόλης όπου πλέον το να βγαίνει κανείς μόνος δεν προκαλεί τόση εντύπωση όση άλλοτε και στα μαγαζιά το «περιμένετε παρέα;» δεν είναι η πρώτη ερώτηση που σου κάνουν. Ειδικά το κέντρο της Αθήνας την τελευταία δεκαετία άρχισε να θυμίζει περισσότερο ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, όπου το να βγαίνεις μόνος είναι ήδη από χρόνια απενοχοποιημένο.

Βέβαια, αν πάμε αρκετά πίσω στον χρόνο, σε περασμένες δεκαετίες, σε μια πιο κλειστή και επαρχιώτικη Αθήνα, όπου ο ελεύθερος χρόνος δεν είχε φυσικά τη σημερινή σημασία, οι άντρες που κατά κύριο λόγο σύχναζαν στα μπαρ δεν είχαν και τόση σχέση με τον cool και ατσαλάκωτο Don Draper του «Mad Men» ή τους τεχνοκράτες με τα κουστούμια στις διαφημίσεις για ποτά των ’80s. Ήταν αλκοολικοί, ρεμάλια, μεγάλοι πότες, μπακούρια, ρέμπελοι οικογενειάρχες που το έσκαγαν από τη φυλακή της οικογένειας ή, στην πιο ωραιοποιημένη τους εκδοχή, μποέμ διανοούμενοι.  Οι γυναίκες, πάλι, που σύχναζαν μόνες στα μπαρ, σύμφωνα πάντα με τα στερεότυπα της εποχής, θα έψαχναν οπωσδήποτε για αντρική συντροφιά, αν δεν εκδίδονταν κιόλας.

Στη σημερινή εποχή και πολλές κοινωνικές αλλαγές μετά, βρίσκει κανείς μια τρομερά απελευθερωτική δύναμη στο να μην εξαρτιέται από τους άλλους για τις εξόδους του. Η πρώτη φορά που σπας αυτό το κοινωνικό ταμπού μπορεί να είναι εξόχως αναζωογονητική. Ανακαλύπτεις μια ξαφνική ελευθερία που δεν ήξερες καν πως υπάρχει και νέες δυνατότητες σού ανοίγονται. Έστω κι αν η κάθε έξοδος, ασφαλώς, έχει άλλο βαθμό δυσκολίας. Ένα γεύμα σε επαγγελματικό ταξίδι είναι πολύ πιο εύκολο από μια μοναχική έξοδο για φαγητό –και όχι street food– στον τόπο διαμονής. Κάποιοι πηγαίνουν συχνά για καφέ ή φαγητό μόνοι, αλλά ούτε κατά διάνοια σε μια παράσταση ή συναυλία, στην οποία βρίσκουν νόημα μόνο αν τη μοιραστούν με άλλους. Επιπλέον, το θέμα της ασφάλειας εν μέρει επηρεάζει τις γυναίκες και είναι ένας περιοριστικός παράγοντας κάποιες φορές.

Ένα περσινό trend στο TikTok ήταν το «masterdating», δηλαδή, η συνήθεια τού να βγαίνει κανείς μόνος, σαν να βγάζει σε date τον εαυτό του, που προέτρεπε τις γυναίκες να βγαίνουν σκόπιμα μόνες, κάνοντας δραστηριότητες που τους αρέσουν. Αν και ο συσχετισμός με τα solo ραντεβού προκαλούσε αστείους συνειρμούς, η τάση αναδείκνυε τα πολλαπλά οφέλη για την ανεξαρτησία, την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας. 

Η τέχνη τού να βγαίνεις μόνος απαιτεί ευρηματικότητα και ευελιξία. Σταδιακά αρχίζεις να αναγνωρίζεις σε ποια μαγαζιά θα περάσεις απαρατήρητος και σε ποια θα είσαι σαν τη μύγα μες στο γάλα, γιατί θα σφύζουν από οικογένειες και πολυπληθείς παρέες· σε ποιο κατάμεστο εστιατόριο οι σερβιτόροι θα σε κοιτούν καχύποπτα, αν πιάσεις ολόκληρο τραπέζι, και σε ποιο θα σου κάνουν τεμενάδες ακόμα κι αν πας μόνος· σε ποια αίθουσα σινεμά θα συναντήσεις κι άλλους μοναχικούς θεατές και ποια πρέπει να αποφύγεις γιατί θα είναι γεμάτη από παρέες και ζευγάρια που ενοχλούν μιλώντας ακατάπαυστα· ποια μπαρ είναι φιλικά για τις γυναίκες και κανείς δεν θα παραξενευτεί, ούτε κανείς θα σε ενοχλήσει, γιατί προσωπικό και θαμώνες είναι εξοικειωμένοι· ποιες πόλεις και ποιες χώρες είναι ιδανικές για solo travellers και ποιες δεν ενδείκνυνται.

Υπάρχει ένας βαθιά υπαρξιακός τρόμος στο να μην μπορείς να μείνεις μόνος με τον εαυτό σου, έστω και από ανάγκη, ένας τρόμος που κατατρέχει πολλούς, ένα κενό που πρέπει οπωσδήποτε να γεμίσει με άλλους ανθρώπους, ακόμα κι αν η όποια παρέα δεν είναι η ιδανική· ο φόβος του κοινωνικού αποκλεισμού, ο φόβος της μοναξιάς, το να βρεθείς εκτεθειμένος στα αδιάκριτα βλέμματα αγνώστων, χωρίς την ασφάλεια του comfort zone σου. Ο χρόνος πρέπει να γεμίζει διαρκώς με άλλους. Το να μείνει κανείς μόνος με τις σκέψεις του μπορεί να είναι ενίοτε τρομακτικό αλλά, από την άλλη, πόσο ασφυκτικό το να είσαι απόλυτα εξαρτημένος από τους άλλους.

Το πιο ισχυρό ταμπού και το μεγαλύτερο εμπόδιο, όμως, δεν είναι τόσο το κοινωνικό στίγμα, η σκιά της κοινωνικής αποτυχίας που κρύβεται από πίσω και η γνώμη των άλλων για μας που μας παραλύει, όσο η ιδέα πως η συνήθεια τού να βγαίνεις μόνος αφορά αποκλειστικά introverts και αποκλείει τις χαρές της κοινωνικότητας. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το αντίθετο. Κανείς δεν θα μεταμορφωθεί ξαφνικά σε μοναχικό λύκο και σε ακοινώνητο μισάνθρωπο, επειδή απλώς προτιμά κάποιες μέρες της βδομάδας να πάει για φαγητό μόνος ή επειδή θα παρακολουθήσει μια παράσταση που θέλει πολύ να δει αλλά οι φίλοι του δεν μπορούν. Αντιθέτως, πιο πιθανό είναι να καταλήξει να αποκτήσει ένα ασφαλές μέτρο σύγκρισης και να μάθει να αναζητά και να απολαμβάνει εκείνη την κοινωνική συναναστροφή που δεν θα είναι συμβιβαστική λύση αλλά μακράν προτιμότερη από το να βγει μόνος.

Οπτική Γωνία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τα φανταστικά πτώματα του Λάνθιμου είναι το πρόβλημα ή η «θανατίλα» μας;

Οπτική Γωνία / Τα φανταστικά πτώματα του Λάνθιμου είναι το πρόβλημα ή η «θανατίλα» μας;

Η άρνηση του ΚΑΣ να παραχωρηθεί η Ακρόπολη στον Γιώργο Λάνθιμο για τα γυρίσματα της νέας του ταινίας εγείρει πολλά ερωτήματα για τον τρόπο που βλέπουμε τα μνημεία και το τι θεωρούμε πολιτιστικό κεφάλαιο σήμερα.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
ΕΠΕΞ Πεθαίνοντας στο πεζοδρόμιο…

Ακροβατώντας / Πεθαίνοντας στο πεζοδρόμιο

Το τραγικό περιστατικό στη Θήβα δεν είναι από αυτά που αποκαλούνται τυχαία γεγονότα. Πρόκειται για ένα από αυτά που συμβαίνουν συχνά, τα οποία απασχολούν την επικαιρότητα και τα ΜΜΕ, συνήθως επιδερμικά, μέχρι να ξεχαστούν.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ
Πρακτικά Νομικά: Θα πάω φυλακή αν σκοτώσω τον θύτη μου; 

Οπτική Γωνία / Θα πάει φυλακή μια γυναίκα που θα σκοτώσει τον κακοποιητή της;

Μια συζήτηση με τη δικηγόρο Μαριάννα Βασιλείου για το «Σύνδρομο Κακοποιημένης Γυναίκας», τη δευτερογενή θυματοποίηση, και τη σημασία της άμυνας στο ελληνικό ποινικό δίκαιο.
ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΛΙΑΚΑΚΟΥ
Ο γιατρός της Σερίφου που έδωσε τα πάντα, μέχρι που δεν άντεξε άλλο

Οπτική Γωνία / Ο γιατρός της Σερίφου που έδωσε τα πάντα, μέχρι που δεν άντεξε άλλο

Ο Θανάσης Κοντάρης ήρθε από τη Σουηδία για να συμβάλει στη βελτίωση των υπηρεσιών υγείας στις Κυκλάδες, μετέτρεψε την κλινική της Σερίφου σε μια πρότυπη μονάδα, αλλά αναγκάστηκε να φύγει ξανά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Οι λύκοι της Γκράβας, το Χάρβαρντ και το λαγούμι

Οπτική Γωνία / Οι λύκοι της Γκράβας, το Χάρβαρντ και το λαγούμι

Η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και βλέπει την πλάτη της Ζωής Κωνσταντοπούλου, επαναφέρει τα σενάρια συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ και την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα. Πόσο ρεαλιστικά όμως είναι όλα αυτά; 
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ
ΕΠΕΞ Πορνό

Οπτική Γωνία / «Δεν μου αρέσει να νιώθω ότι παίζω τον ρόλο που είδαν σε μια ταινία πορνό»

Τρεις γυναίκες μιλούν για το πώς αντιμετώπισαν το θέμα της συστηματικής παρακολούθησης πορνογραφίας από τον ή την σύντροφό τους και για τις επιπτώσεις που είχε στη σχέση τους.
ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΛΙΑΚΑΚΟΥ
Αντιμόνιο στη Χίο: Τοξική πληγή ή πηγή πλούτου;

Ρεπορτάζ / Αντιμόνιο στη Χίο: Τοξική πληγή ή πηγή πλούτου;

Η προκήρυξη διαγωνισμού για την εξόρυξη αντιμονίου στη Βόρεια Χίο έχει φέρει σε αντιπαράθεση την τοπική κοινωνία με την κυβέρνηση. Τι υποστηρίζει κάθε πλευρά και πόσο πιθανός είναι ο περιβαλλοντικός κίνδυνος;
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
«Τις επόμενες μέρες Θα δούμε περισσότερη βία, συλλήψεις και οργή»

Ανταπόκριση από την Κωνσταντινούπολη / «Τις επόμενες μέρες θα δούμε περισσότερη βία, συλλήψεις και οργή»

Ερντογάν εναντίον Ιμάμογλου: Η αρχή ή το τέλος μιας σκληρής σύγκρουσης; O διευθυντής της Milliyet, ο ανταποκριτής της «Süddeutsche Zeitung» και πολίτες περιγράφουν την κατάσταση που επικρατεί στην πόλη και το χάος που απειλεί τη χώρα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Eνηλικίωση, αυτή η αναπόφευκτη

Οπτική Γωνία / «Όταν, μεγάλος πια, χάνεις έναν γονιό, είσαι πολύ μεγάλος για να μεγαλώσεις»

Βγάζεις ταυτότητα στα 12, παίρνεις δίπλωμα οδήγησης μετά το λύκειο, έχεις δικαίωμα ψήφου στα 17. Όμως η αληθινή ενηλικίωση έρχεται όταν δεν είσαι πια το παιδί κάποιου.
ΛΙΝΑ ΙΝΤΖΕΓΙΑΝΝΗ