Στις 21 Φεβρουαρίου, συμπληρώθηκαν 30 χρόνια που ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος δεν είναι μαζί μας. Ο οινοποιός που αφιέρωσε σχεδόν όλη του τη ζωή στην οινοποίηση και τους περίφημους Αμπελώνες του, για τον οποίο γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας Χρήστος Α. Μούλιας «Λίγοι καλότυχοι έζησαν με αυτό που αγάπησαν και ένας από αυτούς ήταν ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος».
Γεννημένος στην Πάτρα, στις 23 Απριλίου του 1948 από τον Αλέκο και την Ελένη Αντωνοπούλου, ο Κωνσταντίνος μυήθηκε από νεαρή ηλικία στον αμπελοοινικό κόσμο δίπλα στον πατέρα του, ο οποίος διετέλεσε για πολλά χρόνια Διευθυντής του Χημείου της Achaia Clauss, αποτελώντας έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του οινοποιείου. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο ότι ο Αντωνόπουλος αγάπησε τον κόσμο αυτό με όλη την ψυχή του και αφιέρωσε όλο του το είναι.
Το όνειρό του άρχισε να υλοποιείται το 1983. Εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων γεννήθηκε η ιδέα για τους Αμπελώνες Αντωνόπουλου και το όραμα να δημιουργήσει διεθνείς ποικιλίες αλλά και να αναδείξει ελληνικές όπως το Μοσχοφίλερο, το Λαγόρθι και η Βολίτσα. Τα Γαλανοπουλέϊκα Βασιλικού Αχαΐας, στις Αρχαίες Κυδωνιές ήταν το κατάλληλο σημείο. Μάλιστα, ο ίδιος έμενε πάντα πιστός στη γη, το αμπέλι και τους καρπούς του.
Όπως έλεγε χαρακτηριστικά: «Τόσο έδωσε η φετινή χρονιά, τόσο θα δώσω στην κατανάλωση», ενώ στο ημερολόγιό του ξεκάθαρα ανέφερε ότι αν το κρασί δεν ήταν έτοιμο και δεν του άρεσε, δεν το εμφιάλωνε. Καθώς ο ίδιος ήταν ο αυστηρότερος κριτής του εαυτού του και της δουλειάς του, συνεχώς αναζητούσε με θάρρος να δημιουργήσει κάτι νέο, κάτι μεγαλειώδες.
Με το ίδιο αυτό θάρρος εμπνεύστηκε δύο μεγαλειώδη κρασιά: τα Ορεινά Κτήματα και τη Νέα Δρυς. Τον Απρίλιο του 1989 αγόρασε δυο καινούργια βαρέλια από γαλλική δρυ με στόχο να τα γεμίσει με Cabernet Sauvignon της σοδειάς του 1988. Ήταν σίγουρος πως η αρμονία ανάμεσα στην ποικιλία αυτή και τα χαρακτηριστικά της γαλλικής δρυός θα οδηγούσε σε ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα –και για άλλη μια φορά δεν είχε άδικο. Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, παρέα πάντα με τον στενό του φίλο Λεωνίδα Σωτηρόπουλο αποφάσισε να τολμήσει και πάλι, αυτή τη φορά με ένα Μοσχοφίλερο από τη Μαντινεία. Κάπως έτσι γεννήθηκαν τα Ορεινά Κτήματα, ένα κρασί με υψηλές οξύτητες, που ο ίδιος πίστευε ότι θα έχει μέλλον.
Από το 1989 έως και σήμερα τα δύο αυτά κρασιά συνεχίζουν να εξελίσσονται και να μαγεύουν με το προφίλ τους, δικαιώνοντας τον εμπνευστή τους. Η ομάδα των Αμπελώνων Κ. Αντωνόπουλου ακολουθώντας πιστά το όραμα του Κωνσταντίνου συνεχίζει την κυκλοφορία αυτών των ετικετών αξιοποιώντας το Μοσχοφίλερο και το Cabernet από τους ορεινούς ιδιόκτητους αμπελώνες στο Λεόντιο Αχαΐας που βρίσκεται σε υψόμετρο που κυμαίνεται μεταξύ 800 και 930 μέτρων. Με αυτόν τρόπο δημιουργούν κρασιά που κρατούν ζωντανό το πνεύμα του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου, ενώ ταυτόχρονα υλοποιούν όλες τις σύγχρονες ιδέες χάρη στην υψηλή τεχνογνωσία τους.
Άλλωστε, όπως η τέχνη έτσι και το κρασί στο τέλος αφήνεται στην κρίση του κόσμου κι ο Αντωνόπουλος πίστευε ότι «στην οινική φιλοσοφία, την ποιότητα δεν την επιβάλεις, την υποβάλεις με σεμνότητα». Αυτή είναι η πραγματική του αξία.
Οι Αμπελώνες Κ. Αντωνόπουλου εκφράζουν αδιάκοπα όλο το πάθος του δημιουργού τους. Ενός ανθρώπου για τον οποίο το κρασί δεν ήταν μόνο παραγωγή. Ο ίδιος συνέκρινε τους σταθμούς της οινοποίησης με τις εμπειρίες που κατακτά ένας ποιητής. Μόνο που ο οινοποιός αντί για χαρτί χρησιμοποιεί τα αμπέλια του, αντί για στίχους έχει στο μυαλό του αρώματα και γεύσεις. Παρομοιάζοντας το κρασί με ένα έργο τέχνης έλεγε: «και τα δύο σού μιλούν με αφοπλιστική αμεσότητα χωρίς να ψεύδονται.» Άλλωστε, όπως η τέχνη έτσι και το κρασί στο τέλος αφήνεται στην κρίση του κόσμου κι ο Αντωνόπουλος πίστευε ότι «στην οινική φιλοσοφία, την ποιότητα δεν την επιβάλεις, την υποβάλεις με σεμνότητα». Αυτή είναι η πραγματική του αξία.
Γιατί το κρασί είναι αναμνήσεις, χαρούμενες και θλιμμένες, οικογενειακές και φιλικές, ενός μεγάλου έρωτα και ενός χωρισμού, μιας επανένωσης και ενός αποχωρισμού. Δεν κάνει διακρίσεις. Θα συνοδεύσει ένα απλό κυριακάτικο τραπέζι αλλά και το πιο σημαντικό επίσημο δείπνο. Θα χαρίσει στιγμές μαγικές που χαράσσονται για πάντα στην μνήμη και την καρδιά των ανθρώπων. Γιατί το κρασί φέρει μέσα του ιστορία. Την ιστορία της γης από την οποία προήλθαν τα σταφύλια, την ιστορία του οινοποιείου στο οποίο παράχθηκε αλλά και τις ιστορίες όλων εκείνων των ανθρώπων που πριν καλά - καλά χαράξει ο ήλιος, βρίσκονται ήδη στα αμπέλια.
Ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος κατάφερε να κλείσει σε μια φιάλη κρασί τα αρώματα, τις γεύσεις και τις αναμνήσεις της γης και των αμπελιών που με τόσο πάθος αγάπησε. Αν και δεν είναι πια εδώ, το όνειρό του θα συνεχίσει να υπάρχει μέσα από τα κρασιά και τις ετικέτες που δημιούργησε και μέσα από όλους εκείνους τους ανθρώπους που κατάφερε να αγγίξει στην πορεία της ζωής του.