Η Δέσποινα Τζιουβάρα, παιδαγωγός με εξειδίκευση στη βιωματική εκπαίδευση, γεννήθηκε και μεγάλωσε στα νότια της Αττικής. Όσο ζούσε στην Αθήνα εργαζόταν σε διάφορους τομείς της εκπαίδευσης, επικεντρωμένη στη δημιουργία και την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και βιωματικών εργαστηρίων για παιδιά. Τα τελευταία χρόνια συνεργαζόταν με την «Οργάνωση Γη», όπου είχε υπό την ευθύνη της τον σχεδιασμό και την εφαρμογή εκπαιδευτικών προγραμμάτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης για όλες τις ηλικίες.
Το 2012 γνωρίστηκε με τον Γιώργο Ράδο, ο οποίος εργαζόταν ως εμπορικός διευθυντής σε εταιρεία τροφίμων και ήταν κι εκείνος γεννημένος και μεγαλωμένος στα νότια της Αττικής. Ο Γιώργος είχε τρέλα με το χωριό του, τον Βουτσαρά Ιωαννίνων, μου λέει η Δέσποινα. «Δεν έχανε ευκαιρία να πηγαίνει έστω και για λίγες μέρες. Απ' όταν αρχίσαμε να βγαίνουμε, πηγαίναμε 2-3 φορές τον χρόνο, παρότι το ταξίδι ήταν τουλάχιστον 5-6 ώρες. Μας άρεσαν πολύ οι βόλτες στα Γιάννενα και η απομόνωση στο χωριό όλες τις εποχές».
Το 2017 συνέβη κάτι που άλλαξε τα σχέδια του ζευγαριού. Υποστηρίζοντας έναν φίλο από το χωριό στη διοργάνωση ενός αγώνα ορεινού τρεξίματος, των Παρακαλάμιων Διαδρομών, πέρασαν αρκετές μέρες στο χωριό.
«Εδώ αναγκάζεσαι να ακολουθήσεις τον ρυθμό της φύσης και αυτό σταδιακά σε οδηγεί σε μια εσωτερική ηρεμία. Από την άλλη, όταν έχεις λίγο ελεύθερο χρόνο και θέλεις να δεις έναν φίλο, ίσως να μην είναι τόσο απλό – θέλει προγραμματισμό και διάθεση»
«Μεταξύ πολλών νέων γνωριμιών που κάναμε ήταν και ο ιδιοκτήτης της χορηγού εταιρείας αλλά και ο δήμαρχος Ζίτσας. Λίγες μέρες αργότερα ήρθε πρόταση συνεργασίας από τον πρώτο για άνοιγμα καταστήματος franchise στα Γιάννενα και από τον δεύτερο μια τιμητική πρόταση ένταξης του Γιώργου στο ψηφοδέλτιό του στις επερχόμενες τότε δημοτικές εκλογές».

Γυρίζοντας πίσω στον τόπο διαμονής τους, που τότε ήταν η Θεσσαλονίκη, η απόφαση ήταν ήδη ειλημμένη. Σε τέσσερις μήνες είχαν μετακομίσει στο χωριό για να δουν πώς είναι η ζωή εκεί και θα αποφάσιζαν στη συνέχεια αν θα ήθελαν να μείνουν κάπου πιο κεντρικά. Φέτος κλείνουν οκτώ χρόνια στο χωριό. Ακολουθεί η συζήτηση με τη Δέσποινα.
«Ο Βουτσαράς είναι ένα πεδινό χωριό σε υψόμετρο περίπου 300 μέτρων, 30 χιλιόμετρα δυτικά των Ιωαννίνων. Το χωριό διαπερνάει η παλιά εθνική οδός Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας, η οποία ήταν η κύρια οδική αρτηρία προς την Ευρώπη και την ελληνική ενδοχώρα μέχρι το 2012, οπότε την αντικατέστησε ολοκληρωτικά η Εγνατία Οδός.
Μέχρι τότε όλη η δραστηριότητα της περιοχής ήταν προσανατολισμένη στους εποχούμενους. Λεωφορεία, νταλίκες, τουρίστες, απόδημοι, όλοι περνούσαν υποχρεωτικά από τον Βουτσαρά για να πάνε προς το λιμάνι της Ηγουμενίτσας ή για να κατευθυνθούν σε εσωτερικούς προορισμούς, φεύγοντας από αυτό. Την τελευταία δεκαετία είναι σαν να έπεσε βόμβα στην περιοχή. Το σχολείο από 60 μαθητές έπεσε στους 10, πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν ή έχουν περιορίσει τη λειτουργία τους, η κίνηση είναι ελάχιστη πλέον.
Πέραν της Εγνατίας Οδού, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η συγχώνευση του δήμου Μολοσσών με άλλους τέσσερις δήμους για να δημιουργηθεί ο νέος δήμος Ζίτσας με έδρα και δημαρχείο στην Ελεούσα, που είναι ουσιαστικά προάστιο της πόλης των Ιωαννίνων. Στον Βουτσαρά λειτουργούσε το δημαρχείο Μολοσσών για περίπου δέκα χρόνια. Η παύση λειτουργίας του επιβάρυνε πολύ τη δραστηριότητα στην περιοχή, απομακρύνοντας πάρα πολύ κόσμο απ’ τα χωριά μας.
Αυτήν τη στιγμή, στο χωριό λειτουργεί κέντρο υγείας, φαρμακείο, μίνι μάρκετ, φούρνος, κατάστημα με ζωοτροφές και εργαλεία, δύο ταβέρνες, δύο καφενεία και πρατήριο καυσίμων. Επίσης, λειτουργεί Πυροσβεστικό Κλιμάκιο, ΚΕΠ που έχει και ΑΤΜ όπως επίσης νηπιαγωγείο και δημοτικό σχολείο. Όλα τα βασικά τα βρίσκει κάποιος εύκολα και η τοπική δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στην ύπαρξη του κέντρου υγείας πλέον. Αυτήν τη στιγμή στον Βουτσαρά μένουν περίπου 60 μόνιμοι κάτοικοι τον χειμώνα και αν συνυπολογίσουμε τα 4-5 διπλανά χωριά, φτάνουν περίπου τους διακόσιους.

Βιώνουμε, λοιπόν, ένα πέρασμα σε μια νέα σελίδα για την περιοχή μετά την απότομη ερήμωση και αισιοδοξούμε ότι θα δούμε νέες ιστορίες να γράφονται στο παρόν και στο μέλλον από νέους επισκέπτες, πεζοπόρους, φυσιολάτρες, ποδηλάτες, rafters, παρατηρητές πουλιών, μανιταρόφιλους και μανιταροσυλλέκτες, δρομείς και άλλους ανθρώπους που επιδιώκουμε να προσελκύσουμε, μετατρέποντας την περιοχή μας σταδιακά σε έναν προορισμό υπαίθριων δραστηριοτήτων.
Ο Βουτσαράς ανήκει σε ένα σύμπλεγμα χωριών που αποτελούσαν για περίπου μισή χιλιετία την οθωμανική επαρχία Κουρέντων, συγκεκριμένα από το 1431 ως το 1913. Τα Κουρεντοχώρια, όπως λέγονταν, είχαν για κεφαλοχώρι τα Κούρεντα που βρίσκονται δίπλα στον Βουτσαρά και εκτείνονταν μέχρι και τις όχθες της λίμνης Παμβώτιδας –ακόμα και η κοινότητα Νήσου Ιωαννίνων ανήκε διοικητικά στην επαρχία Κουρέντων–, αποτελώντας ουσιαστικά μία από τις μεγαλύτερες αυτοτελείς διοικητικές μονάδες της αυτοκρατορίας σε όλη την Ήπειρο.
Άλλο μεγάλο κεφαλοχώρι της επαρχίας Κουρέντων ήταν η Ζίτσα. Παρά την ιστορική παρακαταθήκη και σπουδαιότητα, τα 82 χωριά της επαρχίας αυτής δεν διατήρησαν τη συνοχή τους μετά την απελευθέρωση το 1912 κι έτσι, σε αντίθεση με τα Ζαγοροχώρια, τα Μαστοροχώρια και άλλα, ο όρος Κουρεντοχώρια δεν επικράτησε ως δηλωτικός της περιοχής – μέχρι τώρα τουλάχιστον.
Εκεί που εκτιμήσαμε ακόμα περισσότερο τη ζωή στο χωριό ήταν στα δύο χρόνια των περιορισμών των μετακινήσεων και άλλων ελευθεριών που ως τότε θεωρούσαμε δεδομένες. Εκεί δεν καταλάβαμε τίποτε απ' όλα όσα θα βιώναμε αν ήμασταν σε αστικό περιβάλλον. Ίσα ίσα, ανακαλύψαμε και νέες εμπειρίες που μπορεί να προσφέρει η ζωή στη φύση, μια και αναγκαστικά εργαζόμασταν λιγότερες ώρες και είχαμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μας.

Εκείνη την περίοδο γεννήθηκαν και οι περισσότερες ιδέες για τα μελλοντικά μας σχέδια και το πώς φανταζόμαστε την κοινή μας πορεία, π.χ. η "ΟικοΔέσποινα" – η ονομασία προέρχεται από τον "οίκο" (που παραπέμπει στην οικολογία και στο σπίτι, που είναι η ίδια φύση) και το "Δέσποινα", το όνομά μου, και όλο μαζί παραπέμπει στον οικοτουρισμό και περικλείει κι άλλα σχέδια. Ξεκίνησε ως ένα εβδομαδιαίο καλοκαιρινό πρόγραμμα απασχόλησης, εξερευνήσεων και εμπειριών στη φύση για παιδιά δημοτικού, κυρίως από τα Γιάννενα, το καλοκαίρι του 2021 και πλέον διεξάγεται κάθε καλοκαίρι, με εξαίρεση αυτό του 2024, επειδή τις ημέρες του προγράμματος ήρθε στον κόσμο η μπέμπα μας. Φέτος θα διεξαχθεί στις 30 Ιουνίου στον Βουτσαρά.
Η "ΟικοΔέσποινα", πέρα από το ετήσιο καλοκαιρινό εβδομαδιαίο πρόγραμμα, διοργανώνει και μεμονωμένα προγράμματα εξερεύνησης και βιωματικής εμπειρίας στη φύση για μικρούς και μεγάλους. Τέτοια προγράμματα περιλαμβάνουν δραστηριότητες αναψυχής με επίκεντρο το φυσικό περιβάλλον στο πανέμορφο δάσος του Βουτσαρά και στις όχθες του ποταμού Θύαμι ή ακόμα και μέσα στο ποτάμι, με την εκμάθηση rafting. Αυτή την εποχή αναζητάμε χώρο να νοικιάσουμε για να στεγάσουμε το εγχείρημα και να υποδεχόμαστε τους επισκέπτες μας. Ενώ, θεωρητικά, δεν θα έπρεπε να είναι και τόσο δύσκολο αυτό με τόσα κλειστά και αναξιοποίητα κτίρια, παραδόξως δυσκολευόμαστε.
Μελλοντικά η "ΟικοΔέσποινα" θα φιλοξενεί και επισκέπτες που θα διανυκτερεύουν σε ξύλινα, βιοκλιματικά σπιτάκια τα οποία θα χτιστούν σε ένα ειδυλλιακό σημείο με φανταστική θέα στη Μουργκάνα.
Ένα από τα μεγαλύτερα θετικά της ζωής εδώ είναι η ησυχία. Στην πόλη την είχαμε συνηθίσει την ένταση και δεν καταλαβαίναμε πόσο μας επηρέαζε. Εδώ για πρώτη φορά ακούσαμε τον θόρυβο που κάνει ο φορτιστής του κινητού, ένα υπόκωφο βουητό που δεν μπορούσαμε να ακούσουμε στην πόλη. Εδώ αναγκάζεσαι να ακολουθήσεις τον ρυθμό της φύσης και αυτό σταδιακά σε οδηγεί σε μια εσωτερική ηρεμία. Από την άλλη, όταν έχεις λίγο ελεύθερο χρόνο και θέλεις να δεις έναν φίλο, ίσως να μην είναι τόσο απλό – θέλει προγραμματισμό και διάθεση.
Ως προς τη δουλειά, ίσως σε προσωπικό επίπεδο πήγα λίγο πίσω για κάποιο διάστημα λόγω της μετάβασης αλλά και λόγω της μητρότητας. Όμως αυτό το "πίσω" έγινε τελικά κέρδος. Μου έδωσε τον χώρο και τον χρόνο να αφομοιώσω όσα είχα μάθει μέχρι τώρα και να τα αξιοποιήσω πιο ουσιαστικά, με καθαρότερο μυαλό και μεγαλύτερη εστίαση σε αυτά που έχουν πραγματικά σημασία.


Το ίδιο περίπου συνέβη και με τον Γιώργο, ο οποίος εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος στις εκλογές του 2019 και διετέλεσε αντιδήμαρχος Ζίτσας. Εκείνη την περίοδο επικεντρώθηκε στις αρμοδιότητές του που αφορούσαν τον τουρισμό, τον πολιτισμό και την παιδεία, τις οποίες η φωνή του καθήκοντος έβαλε σε προτεραιότητα σε σχέση με τη νέα μας ζωή στο χωριό, τη δημιουργία οικογένειας και τα δικά μας κοινά επαγγελματικά εγχειρήματα. Ωστόσο, αυτό είχε και τη θετική του πλευρά: σε σύντομο χρονικό διάστημα γνώρισε σε βάθος τα μέρη του δήμου, αναγνώρισε τις προοπτικές που υπάρχουν, ειδικά στο τουριστικό κομμάτι, και είδε εκ των έσω πώς λειτουργεί η τοπική αυτοδιοίκηση.
Σχεδιάζουμε να αξιοποιήσουμε αυτήν τη γνώση για να αναδείξουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των χωριών μας, που θεωρούμε ότι είναι ελάχιστα έως καθόλου προβεβλημένα, αλλά αυτό μπορεί και πρέπει να αλλάξει. Γενικότερα, για παραγωγικούς ανθρώπους η δουλειά δεν σταματάει ποτέ, ούτε οι ανησυχίες – επειδή είσαι στο χωριό δεν σημαίνει ότι θα δουλεύεις λιγότερο. Αποκτάς σταδιακά διαφορετικούς ρυθμούς, έχεις περισσότερη ισορροπία.
Μου λείπουν η θάλασσα και το κολύμπι. Μεγάλωσα δίπλα στη θάλασσα –είμαι και από τη Σάμο– και το μόνο που μου λείπει είναι η αίσθησή της. Ευτυχώς, είναι σε κοντινή απόσταση οι παραλίες του Ιουνίου και η πρόσβαση είναι εύκολη. Επίσης, έχουμε και την πισίνα στο διπλανό χωριό (Κούρεντα) που λειτουργεί για δύο μήνες το καλοκαίρι και μας προσφέρει μια διέξοδο και ευκαιρία για κολύμπι.
Κοιτώντας πίσω, πιστεύω πως δικαιωθήκαμε σίγουρα από την επιλογή μας, αλλιώς δεν θα παραμέναμε στο χωριό. Οκτώ χρόνια δεν είναι και λίγα. Αν νιώθαμε ότι η επιλογή μας δεν ήταν σωστή, θα αναζητούσαμε το καλύτερο για εμάς και την οικογένειά μας. Το χωριό μάς προσφέρει ποιότητα ζωής, επαφή με τη φύση, ηρεμία και την ευκαιρία να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας σε ένα περιβάλλον πιο κοντά σε όσα εμείς θεωρούμε σημαντικά και βάζουμε σε προτεραιότητα. Το θυμόμαστε κάθε φορά που επισκεπτόμαστε για λίγες μέρες την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη... Έχουμε ξεχάσει τι σημαίνει να ψάχνεις καθημερινά να παρκάρεις για πολλή ώρα. Είναι κι αυτό ένας δείκτης ποιότητας ζωής. Φυσικά, υπάρχουν προκλήσεις, αλλά τα θετικά υπερτερούν, γι’ αυτό επιλέγουμε να παραμένουμε εδώ σε αυτήν τη φάση της ζωής μας.

Το καλοκαίρι τα χωριά μας αλλάζουν τελείως, καθώς πολλαπλασιάζονται οι άνθρωποι που ζουν σε αυτά. Αγαπημένη μας συνήθεια είναι να συναντάμε αυτούς τους ανθρώπους τα βράδια στην αυλή μας, να ακούμε τις ιστορίες τους "απ’ τα ξένα", να μοιραζόμαστε τα νέα μας και να φτιάχνουμε αναμνήσεις μέσα από εμπειρίες που ενισχύουν τις ρίζες και την αγάπη μας για την ιδιαίτερη πατρίδα.
Τον χειμώνα οι άνθρωποι προσαρμόζονται στις καιρικές συνθήκες και τις συνήθειες της φύσης και "μαζεύονται". Το τζάκι και η καλή παρέα είναι απαραίτητα για να γίνει η μετάβαση στην άνοιξη. Επίσης, οι χειμωνιάτικες Κυριακές προσφέρονται για εξορμήσεις σε κοντινά χωριά για νέες γνωριμίες και εμπειρίες.
Σε κάποιον που σκέφτεται τη ζωή στο χωριό θα του έλεγα να το τολμήσει, αλλά να έχει υπομονή. Είναι μια μεγάλη αλλαγή που θέλει χρόνο για να φανεί το όφελος. Στην αρχή υπάρχει ενθουσιασμός και όλα φαίνονται θετικά. Στη συνέχεια ίσως όλα να φαίνονται πιο δύσκολα, όμως η ζωή στο χωριό μπορεί να σε ανταμείψει με ηρεμία, ελευθερία και ουσιαστικές σχέσεις. Χρειάζεται επίσης να "φοράς ωτασπίδες" όταν ακούς κακεντρεχή σχόλια και κουτσομπολιά. Δεν αξίζει να τα αφήνεις να σε επηρεάζουν, κάτι που ισχύει για όπου κι αν μένεις. Βοηθάει πολύ αν ξεκινήσεις αυτήν τη μετάβαση έχοντας έναν σύντροφο στο πλευρό σου. Όπως λέει κι ένας παππούς του Βουτσαρά,"το χωριό θέλει παρέα"».
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]