To σπίτι του εικαστικού Χάρη Λίθου δεν σε προδιαθέτει από την εξώπορτα για το τι θα δεις μπαίνοντας. Θα μπορούσε να ’ναι μια βιοτεχνία ή ένας εκθεσιακός χώρος, όμως είναι ένα εξαιρετικό loft, με το ταβάνι να φτάνει στον Θεό και τον ενιαίο χώρο να σε κάνει να σκέφτεσαι ότι οι τοίχοι είναι τελικά μεγάλη σκλαβιά.
Με τον Πάρι, τον φωτογράφο, κοιταζόμαστε συνωμοτικά και σκεφτόμαστε ακριβώς το ίδιο πράγμα: «Μα καλά, πού τον βρήκε αυτόν τον χώρο;» Ένα σπίτι που στέκεται στην καλή πλευρά του γούστου. Θα μπορούσε να ’ναι στο Μανχάταν, αλλά είναι στο Μετς.
Ο Χάρης Λίθος έχει πετύχει μια ζηλευτή ισορροπία: ένα σπίτι που πατάει το ίδιο σταθερά και στον μινιμαλισμό και στη σχέση με το χθες. Σαν να ’χει τα μάτια στραμμένα στο μέλλον και την καρδιά στο παρελθόν. Τα αντικείμενα τα έχει διαλέξει με σωστό ζύγι και πραγματικό μεράκι και ενώ έχει πολύ ιδιαίτερα αντικείμενα, δεν νιώθεις ότι το σπίτι είναι φορτωμένο, αλλά τελικά κερδίζει η οικονομία του μινιμαλισμού.
Θυμάται φίλους που πια δεν είναι ανάμεσά μας, τον Μάνο Ελευθερίου, την Κική Δημουλά, την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. «Μπορεί να μην είναι πια εδώ, αλλά μέσα στον χώρο υπάρχει η αύρα τους. Νομίζω ότι πια προτιμώ τη σιωπή γιατί καμιά φορά στη σιωπή νιώθω τον ήχο της απουσίας».
«Πού το βρήκες αυτό το loft;» τον ρωτάω ανυπόμονα όταν καθόμαστε αντικριστά στις design πολυθρόνες του διά χειρός Τhor-Larsen. «Τυχαία», απαντά και ανασηκώνει τους ώμους. Έψαχνε να βρει ένα ατελιέ να αγοράσει στην περιοχή, έκανε βόλτες μαζί με έναν αρχιτέκτονα φίλο του και για καιρό δεν έβρισκε τίποτα. Περνώντας μια μέρα απέξω, αναρωτήθηκαν τι μπορεί να ’ναι αυτός ο χώρος.

Μια ευγενική κυρία έτυχε ακριβώς εκείνη τη στιγμή να έχει την πόρτα ανοιχτή. Όταν τη ρώτησαν τι είναι, τους είπε να κοπιάσουν να δουν το εσωτερικό, γιατί ο χώρος πωλούνταν. Θυμάται ακόμα την έκπληξή τους. «Ήταν εγκαταλελειμμένος, με ξερά κλαδιά στο πάτωμα, όμως αμέσως καταλάβαμε την αξία του και πόσο δύσκολο είναι να βρεις loft στην Αθήνα».
Τον ρωτάω αν πιστεύει στον παράγοντα τύχη. Μου απαντάει ότι κατά καιρούς πιστεύει, άλλοτε πάλι καθόλου. Πάντως, αυτός ο χώρος έμοιαζε σαν να τον περίμενε και τον κέρδισε από το πρώτο λεπτό. Στην αρχή ήθελε τον χώρο μόνο για ατελιέ, για να ζωγραφίζει, σίγα-σιγά όμως έμενε όλο και περισσότερο και ξεκίνησε να φέρνει αντικείμενα και προσωπικά του πράγματα. Υπήρχε πάντα το μπετόν στο ταβάνι ή το έβαλε εκείνος; Έτσι το βρήκε, είχε όμως έναν άλλο χρωματισμό που το αδικούσε, γι’ αυτό το έβαψε γκρι για να το τονίσει, μου λέει.
Έξω από το σπίτι υπάρχει ένας μικρός κήπος, ενώ από το παράθυρο φαίνεται μια ανθισμένη αμυγδαλιά, μια πολύ ποιητική εικόνα. Του το λέω και συμφωνεί. Ήταν ανθισμένη και όταν πρωτομπήκε. Ένα απ’ τα αγαπημένα του ποιήματα του Καρυωτάκη είναι η «Μυγδαλιά», όποτε το ότι υπήρχε μια αμυγδαλιά παρούσα στον χώρο το θεώρησε καλό σημάδι.
Το loft δεν χρειαζόταν πολλά, άλλαξε μόνο τα μπάνια, τα ηλεκτρολογικά και έφτιαξε και την κουζίνα, που δεν υπήρχε πριν. «Συμβουλεύτηκες κάποιον interior designer;» Κουνάει αρνητικά το κεφάλι. «Ε, όχι, λέει», σχεδόν σαν να τον έχει θίξει η ερώτηση μου.



Τον ρωτάω πού έχει βρει όλα αυτά τα ξεχωριστά και σπάνια αντικείμενα. Μου εξηγεί ότι πάντα του άρεσαν τα όμορφα αντικείμενα. «Τα πραγματικά όμορφα αντικείμενα είναι αυτά που αντέχουν στον χρόνο. Με τον καιρό κατάλαβα ότι είναι αυτά που έχουν μια ιστορία να σου πουν».
Θαυμάζω την ξύλινη σκαλιστή κάσα μια παλιάς πανύψηλης πόρτας με την οποία έχει ντύσει τις κολόνες του loft. «Αριστούργημα», αναφωνώ. «Πρόκειται», μου διευκρινίζει, «για μια πολύ παλιά πόρτα που ανήκε σε ένα παλιό ρουμανικό μοναστήρι». Την είχε ένας Έλληνας συλλέκτης στο Παρίσι. Του έστειλε φωτογραφίες και ο Χάρης ξετρελάθηκε όταν την είδε. Αμέσως την οραματίστηκε στον χώρο. Η κάσα της πόρτας έγινε τρία κομμάτια, με τα δύο έντυσε τις κολόνες, το άλλο το πήγε στον πάνω όροφο.
Θαυμάζω και την ιδιαίτερη στενόμακρη τραπεζαρία του. Πρόκειται για έναν παλιό πάγκο αργυροχρυσοχοΐας της εταιρείας Cartier, που πέρασε στα χέρια του όταν άλλαξαν εξοπλισμό.
Η προσοχή μου πέφτει σε μια παλιά μπάρα από σκούρο ξύλο. «Και αυτή τι είναι;» ρωτάω. «Παλιά μπάρα από σχολή μπαλέτου στο Λονδίνο», λέει και χαϊδεύει με το χέρι του το ξύλο κι εγώ σκέφτομαι όλα τα χέρια των χορευτριών που στο παρελθόν την άγγιξαν.
«Αυτό το έπιπλο είναι συρτάρια παλιού τυπογραφείου», λέει και μου δείχνει ένα στιβαρό industrial έπιπλο. Τον ρωτάω και για το σκάφανδρο. Μαθαίνω ότι είναι του 1940 και ανήκε στον αμερικανικό στρατό. Οι καρέκλες είναι οδοντιάτρου είναι του 1900.



«Και ο καναπές;» Έτσι τον βρήκε, με το ολόιδιο δέρμα, απλώς τον έντυσε στα πλαϊνά με ξύλο για να τον φέρει σε μια πιο σύγχρονη μορφή. «Να! Σχεδιάζεις έπιπλα και σπίτια». Γελάει. «Ποιος ξέρει», λέει και ανασηκώνει, γελώντας αινιγματικά, τους ώμους. Το Louis Vuitton μπαούλο είναι, μαθαίνω, του 1910 και πολυταξιδεμένο. Το είχε ο Άγγλος πρέσβης στην Ελλάδα το 1960.
Ανεβαίνω στον πάνω όροφο, όπου δεσπόζει ένα μπιλιάρδο, ένας ωραίος δερμάτινος καναπές-αντίκα Chesterfield, η γνωστή πολυθρόνα Eames και πολλά και ιδιαίτερα αντικείμενα. Ρωτάω πού βρήκε το μπιλιάρδο.
Ανήκε στην οικογένεια Σιβισίδη. Δεν τολμώ να ρωτήσω ποια είναι η οικογένεια Σιβισίδη, μήπως πρόκειται για άσους στο μπιλιάρδο και φανώ αδιάβαστη. Το μπιλιάρδο το ήθελε γιατί του αρέσει να παίζει και είναι ωραία αφορμή να φωνάζει δυο-τρεις φίλους να παίζουν μαζί και να κάνουν τις αγορίστικες βραδιές τους. Παρατηρώ ότι το σπίτι του είναι γένος αρσενικού και ότι δεν έχει τίποτα το θηλυκό. Συμφωνεί, όμως μου λέει ότι οι γυναίκες που μπαίνουν στον χώρο τον μετασχηματίζουν, και αφήνει το παραθυράκι στη φαντασία μου ανοιχτό.
Είναι παρεΐστικο σπίτι, αν και δεν μαγειρεύει, πράγμα που θα του άρεσε, διευκρινίζει. Δηλώνει σπιτόγατος. Αναρωτιέμαι πού περνάει τον περισσότερο χρόνο του. «Στις καρέκλες που καθόμαστε και τώρα». Στο σπίτι τού αρέσει να διαβάζει και να βλέπει ταινίες. Μουσική δεν ακούει πια, κάποτε άκουγε πολύ, αλλά νιώθει ότι με τα χρόνια η μουσική έφυγε. Αλλά προσμένει να ξαναρχίσει.
Τον ρωτάω γιατί έχει τους πίνακές του ανάποδα, έτσι ώστε να βλέπουμε πλέον τα τελάρα. «Δεν τη θέλω τη ζωγραφική μου αυτό το διάστημα, ούτε ζωγραφίζω». Αναρωτιέμαι γιατί. «Θα δούμε», λέει. Ο Χάρης είναι ένα αίνιγμα, δεν δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις και αυτή η ασάφεια είναι γοητευτική. Του το λέω και γελάει λοξά, αλλά απάντηση δεν παίρνω.



«Το σπίτι τι είναι για σένα;» «Η αφετηρία μου, το άσυλό μου», απαντά. «Το σπίτι, τελικά, συμβαδίζει με την αισθητική μας;» αναρωτιέμαι, σαν να σκέφτομαι δυνατά. «Αναπόφευκτα. Ένα σπίτι μπορεί να μας πει πολλά για έναν άνθρωπο. Καμιά φορά περισσότερα απ’ όσα λέει ο ίδιος». «Αν το σπίτι ήταν εποχή, ποια εποχή θα ήταν;» τον ρωτώ. «Το σπίτι αυτό είναι σαν τη μυγδαλιά. Είναι το προμήνυμα της άνοιξη που έρχεται».
Ποιο είναι το αγαπημένο του αντικείμενο στο σπίτι; Οι άνθρωποι που μπήκαν και άφησαν το αποτύπωμά τους. Θυμάται φίλους που πια δεν είναι ανάμεσά μας, τον Μάνο Ελευθερίου, την Κική Δημουλά, την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. «Μπορεί να μην είναι πια εδώ, αλλά μέσα στον χώρο υπάρχει η αύρα τους. Νομίζω ότι πια προτιμώ τη σιωπή γιατί καμιά φορά στη σιωπή νιώθω τον ήχο της απουσίας», λέει και μου δείχνει ένα από τα έργα του με αποτυπωμένα τα χέρια του Ντίνου Χριστιανόπουλου ‒ πρόκειται για μια σειρά έργων που έκανε κάποτε, όπου πάνω σε ένα ποίημα άφησαν το αποτύπωμα των χεριών τους.
Μάλιστα ο Χριστιανόπουλος, όταν δεν μπορούσε να γράψει πια, με τη βοήθεια του φίλου του, Χρήστου Παρίδη, του έστειλε την τελευταία επιστολή που έγραψε. «Για μένα, αυτά είναι τα πολύτιμα στο σπίτι», μου λέει.
«Αν έπρεπε να σώσεις ένα μονάχα πράγμα σε μια φωτιά, θα ήταν κάτι από αυτά;» τον ρωτάω; «Όχι. Θα έσωζα τις στάχτες της Φρίντας (σ.σ. της σκυλίτσας του)», μου απαντάει με ένα ράγισμα στη φωνή και κάτι σπάει στη φιλόζωη καρδιά μου.
Φεύγω από το loft του Χάρη Λίθου με τη σκέψη ότι είχα μια κερδισμένη μέρα σε ένα σπίτι που όμοιό του δεν θα βρεις πουθενά.




