ΜΠΟΡΕΙ Η ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗΣ –αν και η λέξη είναι «μικρή»− συγκέντρωση της 28ης Φεβρουαρίου στην Αθήνα για το έγκλημα στα Τέμπη, η οποία ήδη αποτελεί ορόσημο στη σύγχρονη ιστορία της χώρας, όπως και οι εκατοντάδες ανάλογες συγκεντρώσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό την ίδια αποφράδα μέρα, να είναι πια παρελθόν, όμως οι συζητήσεις που πυροδότησε η πρωτοφανής αυτή κινητοποίηση δεν έχουν κοπάσει και ούτε πρόκειται όσο οι ευθύνες «αρνούνται» να αποδοθούν. Μια από αυτές σίγουρα αφορά τα επεισόδια που ξέσπασαν στο Σύνταγμα και το ευρύτερο αθηναϊκό κέντρο κατά τη διάρκειά της και την ακόλουθη αντίδραση της ΕΛΑΣ η οποία, όπως και ο «ισόβιος» πολιτικός της προϊστάμενος, αποδείχθηκε και πάλι κατώτερη των περιστάσεων, παρότι κατέβασε μέχρι και τα «τσικό» των αστυνομικών σχολών στους δρόμους. Έλα, όμως, που η αποτελεσματικότητα δεν είναι μόνο θέμα αριθμών, κι ας μιλάμε για ένα από τα, αναλογικά, πολυπληθέστερα σώματα ασφαλείας στην Ευρώπη.
Δεν θα επεκταθώ εδώ στο αν τα εν λόγω επεισόδια ήταν οργανωμένα ή αυθόρμητα, αν καπηλεύτηκαν ή απλώς «χρωμάτισαν», δίχως, φυσικά, να την ακυρώνουν, την παλλαϊκή συγκέντρωση για την ασύλληπτη εκείνη τραγωδία, ούτε θα ξοδευτώ στην ακατάσχετη προβοκατορολογία που ακολούθησε – όπως όλα δείχνουν, η σύνθεση του νεαρόκοσμου που ξεκίνησε τα επεισόδια ήταν «πολυσυλλεκτική», δεν κατευθυνόταν από κάποιο ενιαίο «κέντρο», ούτε ήταν «βαλτοί» της κυβέρνησης, η οποία, ούσα στην εξουσία, έχει αυτοδίκαια το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, κάτι που έχει επανειλημμένα ασκήσει στον υπερθετικό, χωρίς να λογοδοτεί πουθενά. Δεν της χρειάζεται, οπότε, να επιστρατεύσει προβοκάτορες, που άλλωστε μέσα σε ένα τέτοιο πλήθος εύκολα θα ρίσκαραν να εντοπιστούν και να απομονωθούν, κάτι που μάλλον δεν θα ήθελαν καθόλου. Παρότι δηλαδή αστυνομικοί των ΜΑΤ έχουν επανειλημμένα «συλληφθεί» να προβαίνουν σε προβοκατόρικες ενέργειες, όπως απρόκλητες επιθέσεις σε διαδηλωτές, ζημιές σε κτίρια ή σταθμευμένα αυτοκίνητα κ.λπ., δεν φαίνεται, στη συγκεκριμένη τουλάχιστον περίπτωση, να υπήρξε κάποιο οργανωμένο σχέδιο, άσχετα με τις προθέσεις διαφόρων «θερμοκέφαλων» με ή χωρίς στολή που, ναι, δεν αποκλείεται καθόλου να προσπάθησαν φιλότιμα να ρίξουν λάδι στη φωτιά.
H ΕΛΑΣ αρνήθηκε κατηγορηματικά τη σχέση της με προβοκάτσιες, καταγγέλλοντας επιπλέον διασπορά «fake news» που, ναι, μπορεί να έπαιξαν, ωστόσο οι ευθύνες της δεν είναι καθόλου «fake», όσο κι αν προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο.
Εκείνο που ήταν εξαρχής βέβαιο ήταν ότι επεισόδια θα ξεσπούσαν οπωσδήποτε κάποια στιγμή, παρά τις εκκλήσεις των συγγενών των θυμάτων: επειδή ο θυμός και η οργή περισσεύουν σε κάποιον κόσμο και όχι μόνο εξαιτίας των Τεμπών, επειδή η αδρεναλίνη είναι πολύ ανεβασμένη σε κάποιον άλλο, επειδή ορισμένοι βρίσκουν ευκαιρία να λύσουν άλλου είδους λογαριασμούς, επειδή αυτό υπαγορεύει το «έθιμο» όταν έχουμε μεγάλες διαδηλώσεις στην Ελλάδα, αν θέλετε, ή απλώς «γιατί έτσι», καθώς υπάρχει κι αυτός ο παράγοντας, συν η σχετική «φιγούρα» στα σόσιαλ. Και εκείνο που ήξερε μέχρι και η γάτα μου δεν μπορεί να μην το είχαν ψυχανεμιστεί στη ΓΑΔΑ, η οποία ποιο ακριβώς επιχειρησιακό σχέδιο είχε, πέρα από το «πάμε κι όπου βγει» στη δική της εκδοχή;

Όπως ήταν αναμενόμενο, τη σχέση της με προβοκάτσιες αρνήθηκε κατηγορηματικά και η ΕΛΑΣ σε δική της ανακοίνωση, καταγγέλλοντας επιπλέον διασπορά «fake news» που, ναι, μπορεί να έπαιξαν, ωστόσο οι ευθύνες της δεν είναι καθόλου «fake», όσο κι αν προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο. Διότι, ok, άντε να δεχτούμε ότι μια τέτοια ανεπανάληπτη μάζωξη κόσμου αιφνιδίασε και τους ίδιους, ότι η παρουσία τόσων ανθρώπων, ανάμεσά τους ηλικιωμένοι και μικρά παιδιά, ήταν ανασταλτικός παράγοντας επιχειρησιακά, πώς γίνεται όμως «γνωστοί-άγνωστοι» στόχοι όπως το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία να μένουν εντελώς εκτεθειμένοι ή να παρακολουθούμε live επί πόση ώρα μια ντουζίνα άτομα να σπάνε τα λουλουδάδικα στο Σύνταγμα, με τους αστυνομικούς ακριβώς από πάνω, στο προαύλιο της Βουλής, να σφυρίζουν αδιάφορα; Πώς γίνεται, έπειτα, να στέλνουν, έστω κατόπιν εορτής, τις αύρες, κι αυτές να εκτοξεύουν νερό στον κόσμο που επιχειρούσε να ξανασυγκεντρωθεί στο Σύνταγμα, δείχνοντας με κάθε τρόπο τις ειρηνικές του προθέσεις; Και όχι, δεν είναι δικαιολογία ότι ανάμεσά τους βρίσκονταν «ταραξίες»∙ αφενός αυτό δεν έστεκε, αφετέρου αλίμονο αν για δέκα «ξερά» κόβεις για πλάκα και πεντακόσια «χλωρά». Δεν έχει δυστυχώς καθόλου άδικο η εγκληματολόγος Νατάσα Τσουκαλά όταν λέει ότι «τα περισσότερα περιστατικά αστυνομικής βίας εκδηλώνονται (διαχρονικά) σε βάρος ειρηνικών διαδηλωτών», ούτε ο πρόεδρος της ΕλΕΔΑ, Ανδρέας Τάκης, όταν αναφέρει πως «δεν χρειάζεται ένας αστυνομικός να έχει προοδευτικές ιδέες, αρκεί να είναι επαγγελματίας».
Για ποιον λόγο, έπειτα, είδαμε και πάλι σε βίντεο –και όχι, αυτά δεν ήταν καθόλου «fake»− αστυνομικούς να ψεκάζουν με χημικά, να χτυπάνε απρόκλητα και να συλλαμβάνουν ανθρώπους «στον σωρό»; Ανάμεσα στους τραυματίες βρέθηκε μάλιστα ένας ακόμα φωτορεπόρτερ, ο Ορέστης Παναγιώτου (ΑΠΕ-ΜΠΕ), από χειροβομβίδα κρότου-λάμψης κι αυτός. «Η αστυνομία αντέδρασε ψύχραιμα και με επαγγελματισμό, αποτρέποντας την κλιμάκωση των επιθέσεων, με πρωταρχικό μέλημα την προστασία της σωματικής ακεραιότητας των διαδηλωτών», απεφάνθη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, που βρισκόταν φαίνεται σε άλλη πόλη/χώρα εκείνη τη μέρα. Ας μας εξηγήσει τουλάχιστον γιατί τα 25 μέλη του Ρουβίκωνα που συνελήφθησαν για την επίσης ειρηνική διαμαρτυρία που πραγματοποίησαν στα γραφεία της Hellenic Train την ίδια μέρα κρατήθηκαν παράνομα επί οκτώ ολόκληρες ώρες ώσπου να δεήσει η διοίκηση της εταιρείας να υποβάλει μήνυση (σ.σ. αφέθηκαν ελεύθερα πέντε ολόκληρες μέρες μετά). Διότι άσχετα με το τι πιστεύει κανείς για τη συγκεκριμένη οργάνωση, αν κάποιος παραβίασε τον νόμο εδώ, είναι καταρχάς αυτός που τάχθηκε να τον υπηρετεί.
«Η πολιτεία έχει χρέος να μεριμνήσει ώστε όποιος επιθυμεί, να ασκήσει το συνταγματικό του δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση. Και η αστυνομία θα είναι εκεί για να προστατεύσει τους συμμετέχοντες και το συνταγματικό δικαίωμα της ειρηνικής συνάθροισης», δήλωνε στο υπουργικό συμβούλιο ένας φανερά αμήχανος μπροστά σε αυτό που ερχόταν πρωθυπουργός λίγες μόλις μέρες πριν. Η αστυνομία ήταν πράγματι εκεί αλλά κανέναν διαδηλωτή δεν προστάτευσε, δεν είναι καν στις θεμελιώδεις αρχές της λειτουργίας της για να το προσπαθήσει – η ΕΛΑΣ είθισται να αντιμετωπίζει τους διαδηλωτές στην καλύτερη ως περιττή ενόχληση και στη χειρότερη ως εχθρούς, και οι ευθύνες γι’ αυτό είναι καταρχάς πολιτικές. Πώς, άραγε, σκοπεύει να κινηθεί εν όψει του επόμενου καλέσματος για τα Τέμπη στις 5/3, αλλά και όσων άλλων κινητοποιήσεων ακολουθήσουν σε ένα πολιτικοκοινωνικό σκηνικό που βρίσκεται πάλι κοντά σε «σημείο βρασμού», με «συνταγές» Δεκεμβριανών του ’08 ή συλλαλητηρίων του ’12;