Μόλις την 1η Ιουνίου καταργήθηκαν οι περιορισμοί για την προστασία από τον κορωνοϊό. Ήδη από την προηγούμενη ο κόσμος, και ιδίως οι νεαρότεροι σε ηλικία, είχε αρχίσει να αφηνιάζει. Το παρατηρούσες παντού, και περισσότερο στους δρόμους.
Μάλιστα πέτυχα ένα υπαίθριο πάρτι στη Φειδίου, στον δρόμο πίσω από το Rex με τα πολλά μπαρ, όπου γινόταν κυριολεκτικά πανζουρλισμός, ο ένας πάνω στον άλλον. Σαν να γιόρταζαν όλοι μια μεγάλη επανεκκίνηση ή καλύτερα το τέλος ενός πολέμου. Δεν λέω κάτι καινούργιο φυσικά, τα καφέ και τα εστιατόρια του κέντρου της Αθήνας –φαντάζομαι και της υπόλοιπης χώρας– είναι τίγκα, αν προσθέσεις και τη συρροή τουριστών θα έλεγες ότι τις τελευταίες μέρες γίνεται παντού το αδιαχώρητο.
Ακριβώς αυτό έγινε στην εναρκτήρια παράσταση του Ηρωδείου για το Φεστιβάλ Αθηνών, με την πρεμιέρα του «Ριγολέττου» του Βέρντι από την Εθνική Λυρική Σκηνή, σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου, η οποία, ως γνωστόν, είναι και η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών και περίμενε δύο χρόνια να ολοκληρώσει την παράστασή της, καθώς τα προβλήματα των προηγούμενων καλοκαιριών οδηγούσαν σε συνεχείς αναβολές.
Ήταν λοιπόν σαν να μαζεύτηκε όλος αυτός ο κόσμος για να γιορτάσει όχι απλώς την έναρξη του μεγαλύτερου καλλιτεχνικού γεγονότος της Αθήνας αλλά και το τέλος μιας απελπιστικά προβληματικής εποχής.
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου, μια από τις πιο αξιόλογες σκηνοθέτιδες θεάτρου που έχουμε σήμερα στο εγχώριο θέατρο, έδειξε ότι μπορεί να κινήσει καταπληκτικά ένα θέαμα τέτοιου μεγέθους.
Ωστόσο, στις ορδές που έμπαιναν να καταλάβουν τις θέσεις τους, κάποιοι ακόμα δεν εμπιστεύονται την αισιοδοξία των υπολοίπων και εξακολουθούσαν να φοράνε μάσκες. Ίσως δεν έχουν και άδικο, ιδιαίτερα στο μπες και βγες που συνωστίζονταν χωρίς να δίνουν σημασία στο πρόβλημα. Το γενικότερο κλίμα, πάντως, ήταν αυτό μιας μεγάλης γιορτής. Ευτυχώς η βραδιά μας δικαίωσε!
Δεν έχει νόημα να περιγράψει κανείς το έργο, δεν είναι άγνωστο στους περισσότερους, και η σκηνοθετική γραμμή ήταν γνωστή μέσα από αφιερώματα και συνεντεύξεις της σκηνοθέτιδας. Στη διάσημη όπερα του 1851, η οποία βασίστηκε σε μια μεγάλη επιτυχία της εποχής που παρουσιάστηκε, δηλαδή επάνω στο θεατρικό έργο του Βικτόρ Ουγκό «Ο βασιλιάς διασκεδάζει», όπου περιγράφεται η ηθική κατάπτωση της αριστοκρατίας του 19ου αι. (το έργο του Ουγκό είναι γραμμένο το 1832), ο Τζουζέπε Βέρντι και ο Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε, που υπογράφει το ποιητικό κείμενο - λιμπρέτο, αποκαλύπτουν ένα σύμπαν διαφθοράς, βίας και διαπόμπευσης γυναικών.
Αυτό το περιβάλλον η Ευαγγελάτου επέλεξε να το μεταφέρει στη σύγχρονη Ιταλία, και μάλιστα στη δεκαετία του 1980, όταν η χώρα βρισκόταν σε απύθμενη κοινωνική βαρβαρότητα και γενικό ξεχαρβάλωμα και άνοιγε ο δρόμος στη μετέπειτα διακυβέρνηση Μπερλουσκόνι. Για να δώσει πιο σαφές στίγμα κάνει αναφορές στη διάσημη ταινία «Νονός» του Κόπολα, αν και η πρώτη «κινηματογραφική» αναφορά είναι με την είσοδο του ίδιου του κεντρικού ήρωα, του Ριγολέττου, που εδώ δεν πρόκειται για έναν καμπούρη γελωτοποιό της αυλής του Δούκα της Μάντοβα, αλλά έναν σακάτη του περίγυρου της μαφιόζικης παρέας, τον προσωπικό μπάρμαν του σύγχρονου Δούκα-αφέντη, ο οποίος μακιγάροντας το πρόσωπό του ζωγραφίζει ένα χαμόγελο σαν αυτό του Joker της γνωστής ταινίας, επίσης βασισμένης και αυτής στο μυθιστόρημα «Ο άνθρωπος που γελά» του Ουγκό. Άλλωστε η συναισθηματική αναπηρία είναι κυρίαρχο στοιχείο της ψυχολογίας του ήρωα, το προδίδει η περίφημη άρια «Ίδιοι είμαστε» της πρώτης πράξης.
Η σκηνογραφία της παράστασης, αν και στην πορεία φάνηκε αρκούντως λειτουργική, κι αυτό δεν μπορείς παρά να το αναγνωρίσεις στην Εύα Μανιδάκη που την υπογράφει, αποκαλύπτει το μόνιμο πρόβλημα του ρωμαϊκού θεάτρου, που ουσιαστικά δεν μπορεί να δεχτεί καμία σκηνογραφική επέμβαση. Σχεδόν τις πετάει όλες έξω. Ούτε αυτή τη φορά το απέφυγε η συγκεκριμένη παραγωγή, αλλά δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις ότι υπηρετεί τη σκηνοθεσία.
Έτσι, αποτελείται από δύο οικοδομήματα αριστερά, το σπίτι του Ριγολέττου όπου κρατάει σχεδόν φυλακισμένη, για να την προστατέψει από την κοινωνία, την κόρη του Τζίλντα, και δεξιά ένα άλλο οικοδόμημα το οποίο παίζει ουσιαστικό ρόλο στο τέλος. Και στα δύο η σκηνοθέτις εκμεταλλεύτηκε τις ταράτσες ενώ στην καταιγίδα μηχανισμοί που ενεργοποιούνται αναπαράγουν μια βροχή.
Παράλληλα η κεντρική είσοδος-καμάρα της σκηνής του Ηρωδείου γίνεται η είσοδος του αρχοντικού του Δούκα και η σκηνή, αυλή με ένα μικρό χαριτωμένο σιντριβάνι. Το μεγάλο γλέντι με το οποίο ξεκινάει η πλοκή γεμίζει με νέα κορίτσια, ένα μπαλέτο ντυμένες σαν σταρλετίτσες επαρχιακού τηλεοπτικού σόου, κοστούμια που θεωρητικά παραπέμπουν στην κακογουστιά της μόδας των ‘80s, όπως άλλωστε και κάποιες άλλες γυναικείες παρουσίες και κυρίως ο συρφετός αντρών (η χορωδία), Ιταλιάνοι με φανταχτερές ενδυμασίες βγαλμένες ποιος ξέρει από ποιες ταινίες του πάλαι ποτέ.
Ναι, όντως βλέποντας την εποχή με απόσταση, η δεκαετία του ’80 ήταν η αποθέωση του κιτς, μόνο που ο Σλοβένος ενδυματολόγος Άλαν Χράνιτελ που υπογράφει τα κοστούμια μάλλον το αναπαρήγαγε με μια άτεχνη υπερβολή (ή με μια αισθητική πρώην ανατολικού μπλοκ), που ενοχλούσε στο μάτι και ευτέλιζε ακόμα περισσότερο αισθητικά το θεαματικό κομμάτι. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να επιμένει κανείς σε αυτό, καθώς δεν επηρέασε την παράσταση. Ας πούμε ότι έδωσε πάτημα σε μέρος του συντηρητικού και πιο ηλικιωμένου κοινού να γρινιάξει στο διάλειμμα και στο τέλος της βραδιάς, χαρακτηρίζοντας το σύνολο «κακόγουστο» και υπερβολικά «ρεαλιστικό». Προσωπικά, αν και με ενόχλησαν πολύ, δεν μου χάλασαν τη γενικότερη εκτίμησή μου.
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου, μια από τις πιο αξιόλογες σκηνοθέτιδες θεάτρου που έχουμε σήμερα στο εγχώριο θέατρο, έδειξε ότι μπορεί να κινήσει καταπληκτικά ένα θέαμα τέτοιου μεγέθους. Κίνησε εξαιρετικά το πλήθος των χορωδών-αυλικών/μαφιόζων, πιθανόν με τη συνδρομή της χορογράφου Πατρίσιας Απέργη, καθιστώντας τους απολύτως λειτουργικά μέρη της εξέλιξης του έργου –τι απολαυστική ιδέα οι υπερμεγέθεις μάσκες-ανδρίκελα με το πρόσωπο του Μάρλον Μπράντο από τον «Νονό», όταν πηγαίνουν να απαγάγουν οι μαφιόζοι την Τζίλντα–, καθοδήγησε τον εξαιρετικό Δημήτρη Τηλιακό σε ερμηνευτική εκτίναξη του ρόλου – ήδη αναφέρθηκα στη μεγάλου ψυχολογικού βάθους άρια της πρώτης πράξης όπου σκιαγραφεί τον αλλόκοτο χαρακτήρα του.
Αλλά και σε πόσες άλλες σκηνές δεν θαυμάσαμε τις επιλογές της, όσο «τολμηρές» και αν θεωρήθηκαν. Ας πούμε, όταν στο μπαλκόνι (όπου η παραμάνα τους ρέει με ροδοπέταλα), στην πρώτη ερωτική επαφή μεταξύ Τζίλντας και Δούκα, εκείνος βάζει το χέρι του ανάμεσα στα σκέλια της και ακούστηκε το πρώτο γιουχάισμα που ευτυχώς έμεινε το μόνο στο υπόλοιπο της παράστασης.
Αντιθέτως τα χειροκροτήματα στο τέλος κάθε άριας ήταν αποθεωτικά. Τόσο για τον Τηλιακό, όσο για την εκπληκτική Χριστίνα Πουλίτση –υπέροχη όταν τραγουδάει το Caro nome («Αγαπημένο όνομα») καθισμένη με τα πόδια να κρέμονται στο μπαλκόνι της αλλά και στις υπόλοιπες άριες της Τζίλντα–, αλλά και για τον εξαιρετικό Φραντσέσκο Ντεμούρο, που υποδύεται τον Δούκα, τον Δημήτρη Κασιούμη (Κόμη του Μοντερόνε), τον Πέτρο Μαγουλά (Σπαραφουτσίλε), τη Μαίρη-Έλεν Νέζη (Μανταλένα) και τους Μαργαρίτα Συγγενιώτου, Νίκο Κοτενίδη, Γιάννη Καλυβά, Γιώργο Ματθαιακάκη, Διαμάντη Κριτσωτάκη Πέτρο Σαλάτα, Εβίτα Χιώτη.
Ήταν αναμφισβήτητα μια βραδιά απόλαυσης όχι μόνο της μοναδικής μουσικής του Βέρντι (υπό τη μουσική διεύθυνση Λουκά Καραντινού) αλλά και σπουδαίων λυρικών ερμηνευτών. Κάποια γιουχαΐσματα που κάποιοι αποπειράθηκαν στην υπόκλιση των ερμηνευτών και των συντελεστών πνίγηκαν από την πλημμύρα χειροκροτημάτων της πλειονότητας που τους αποθέωσε.
Ριγολέττος του Τζουζέπε Βέρντι
Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός
Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Άλαν Χράνιτελ
Χορογραφία, κινησιολογία: Πατρίσια Απέργη
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος
Διεύθυνση μπάντας: Κάτια Μολφέση
Ερμηνεύουν: Φραντσέσκο Ντεμούρο/Δημήτρης Πακσόγλου, Δημήτρης Τηλιακός, Χριστίνα Πουλίτση, Πέτρος Μαγουλάς, Μαίρη-Έλεν Νέζη, Μαργαρίτα Συγγενιώτου, Δημήτρης Κασιούμης, Νίκος Κοτενίδης, Γιάννης Καλύβας, Γιώργος Ματθαιακάκης, Διαμάντη Κριτσωτάκη, Πέτρος Σαλάτας, Εβίτα Χιώτη
Με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΛΣ
Επόμενες παραστάσεις: 5, 8, 11 Ιουνίου 2022
Ώρα έναρξης: 21.00
Ωδείο Ηρώδου Αττικού
Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου