Δεν είναι τυχαίο ότι μπήκε σε μαζική παραγωγή την εποχή του κινήματος του μοντερνισμού, στις αρχές του εικοστού αιώνα, ταυτόχρονα με την ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής ελαφρότερων και λιγότερο εύθρυπτων υλικών. Ο προκάτοχός της ήταν ένα σύνθετο υλικό από στρώματα λεπτού γύψου μεταξύ τεσσάρων στρώσεων μάλλινης τσόχας, κατοχυρωμένο από τον Augustine Sackett στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το 1894.
Ο γύψος, η βασική πρώτη ύλη των γυψοσανίδων, είναι ένα παγκόσμιο φυσικό υλικό που παραμένει βιώσιμο μετά από χιλιάδες χρόνια στην οικοδομή. Τα πρώτα ιστορικά ίχνη εφαρμογής του εμφανίζονται στην Αίγυπτο το 3700 π.Χ. με τη μορφή γυψότουβλων και γυψοσοβά πάνω σε πλεκτό άχυρο. Ως αποδεικτικά της αντοχής του στον χρόνο διασώζονται ακόμη ίχνη έγχρωμου γυψοσοβά σε τοίχους της Πυραμίδας του Χέοπα, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι χρησιμοποιήθηκε και στο Παλάτι του Μίνωα στην Κρήτη.
Οι επιφάνειες των γυψοσανίδων ορίζουν ογκομετρικά τις χωρικές συνθέσεις των κτιρίων όπου ζούμε, εργαζόμαστε ή ψυχαγωγούμαστε, αποτελώντας τον καλύτερο εσωτερικό καμβά για το φυσικό ή τεχνητό φως.
Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η έμφαση αρχιτεκτόνων, όπως ο Le Corbusier, ο Adolf Loos ή ο Asplund, στην καθαρότητα των όγκων και στις επίπεδες επιφάνειες βρήκε το καλύτερο μέσο έκφρασης σε ελαφρές πλαισιωτές κατασκευές με λεπτούς τοίχους πλήρωσης. Οι αρχιτέκτονες αυτοί ταυτίστηκαν με την ανάγκη της εποχής τους να κατασταλεί κάθε έκφραση υλικότητας στην αρχιτεκτονική και της εθνικής ταυτότητας που αντιπροσώπευαν οι ογκώδεις ανάγλυφες επιφάνειες. Αντίστοιχες τάσεις «αποϋλοποίησης» της αρχιτεκτονικής χρονολογούνται στην εποχή του μπαρόκ και κυρίως στους εσωτερικούς χώρους κτιρίων της εποχής του ροκοκό τον δέκατο όγδοο αιώνα. Σε αυτά τα κτίρια, η πλαστικότητα περίτεχνων ξύλινων οροφών, επικαλυμμένων με γυψοσοβά, δημιουργεί μια ανάλαφρη ψευδαίσθηση της βαριάς πέτρινης κατασκευής.
Με την ίδια προσέγγιση, οι γυψοσανίδες αντιπροσωπεύουν σήμερα τη σύγχρονη τάση μιας αρχιτεκτονικής της επιδερμίδας. Οι επιφάνειές τους δεν διευκολύνουν απλώς την απόκρυψη σύνθετων εγκαταστάσεων ούτε συμβάλλουν μόνο σε μία σκηνογραφική προσέγγιση της αρχιτεκτονικής. Οι επιφάνειες των γυψοσανίδων ορίζουν ογκομετρικά τις χωρικές συνθέσεις των κτιρίων όπου ζούμε, εργαζόμαστε ή ψυχαγωγούμαστε, αποτελώντας τον καλύτερο εσωτερικό καμβά για το φυσικό ή τεχνητό φως.
Γυψοσανίδες Knauf: 30 χρόνια παραγωγής στην Ελλάδα
Παρακολουθώντας τις εξελίξεις στην παραγωγή σύγχρονων οικοδομικών υλικών και την ανάγκη της Ευρώπης για γρήγορη και ελαφριά στέγαση, δύο αδέλφια γεωλόγοι, οι Alfons και Karl Knauf, έβαλαν το 1932 στη Γερμανία τον θεμέλιο λίθο της βιομηχανίας Knauf. Η Knauf παραμένει έως σήμερα μια οικογενειακή επιχείρηση, ενώ αποτελεί τη μεγαλύτερη βιομηχανία προϊόντων γύψου παγκοσμίως, με παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα σε ενενήντα πέντε χώρες.
Στην Ελλάδα, ο όμιλος Knauf δραστηριοποιείται βιομηχανικά από το 1991, όταν ξεκίνησε το εργοστάσιο παραγωγής γυψοσανίδων στην Αμφιλοχία. Σήμερα η Knauf διατηρεί τρία εργοστάσια στη χώρα μας, στην Αμφιλοχία, στη Θεσσαλονίκη και στον Βόλο, όπου παράγεται, πέραν των γυψοσανίδων, πλήρης γκάμα υλικών ξηράς δόμησης, όπως τσιμεντοσανίδες, γυψοσοβάδες, κονιάματα και ετοιμόχρηστα υλικά αρμολόγησης και επεξεργασίας επιφανειών, έγχρωμα εξωτερικά επιχρίσματα, μεταλλικά προφίλ και εξαρτήματα.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ, η ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας των κτιρίων του εικοστού πρώτου αιώνα μέσα από τις αρχές της περιβαλλοντικής, κοινωνικής και οικονομικής αειφορίας ικανοποιείται με τον καλύτερο τρόπο από οικονομικά βιομηχανικά υλικά χαμηλής ενσωματωμένης ενέργειας, όπως οι γυψοσανίδες Knauf. Επιπλέον, η ανάγκη διατήρησης πολύτιμων φυσικών πόρων, όπως το νερό και η μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος των κατασκευών, καθιστά την ξηρά δόμηση με γυψοσανίδες την πλέον κατάλληλη για την επίτευξη των παγκόσμιων περιβαλλοντικών στόχων.
Τον Μάρτιο του 2021 ολοκληρώθηκε η επένδυση της νέας παραγωγής γυψοσανίδων Knauf στην Αμφιλοχία, διπλασιάζοντας την παραγωγική ικανότητα του εργοστασίου και επιφέροντας σημαντικές βελτιώσεις όσον αφορά την ασφάλεια, τις περιβαλλοντικές επιδόσεις και την ποιότητα των γυψοσανίδων.