Το σπίτι της Μαριλένας είναι το κόσμημα της οδού Ευριπίδου. Ένα νεοκλασικό των αρχών του περασμένου αιώνα που απέξω μοιάζει να έχει αραβικές επιρροές αλλά στο εσωτερικό του είναι η επιτομή του καλού γούστου και της παλιάς αθηναϊκής φινέτσας.
Μαρμάρινες κολόνες, ψηλοτάβανο, με μεγάλα παράθυρα για να μπαίνει ποιητικά το φως. Η Μαριλένα είναι ένα όμορφο κορίτσι με υπερχειλίζοντα ερωτισμό, που είναι σαν να έχει ποτίσει μ’ αυτόν μέχρι και τα δάπεδα και τους τοίχους, ένα κορίτσι που αγαπάει τη vintage αισθητική και συνθέτει ένα mix and match αποτέλεσμα με ισορροπία αξιοζήλευτη.
Η διακόσμηση τής βγαίνει φυσικά, σαν προέκταση του εαυτού της. Στο διαμέρισμά της έχει σεβαστεί την πατίνα του χθες και ενώ το σπίτι έχει γίνει απόλυτα λειτουργικό, με σύγχρονες ανέσεις, δεν θυμίζει σε τίποτα όλες αυτές τις προκάτ ανακαινίσεις που κάνουν στο τέλος όλα τα σπίτια να μοιάζουν μεταξύ τους.
Κοιτάζω τη Μαριλένα και αναρωτιέμαι αν αισθάνεται safe στην περιοχή. Μου λέει ότι δεν μπορεί να σκεφτεί καμιά άλλη περιοχή πιο ταιριαστή για εκείνη. Μένει πλέον δέκα χρόνια σ’ αυτήν τη γειτονιά. Έμενε παλαιότερα ο αδελφός της στην Αγίου Μάρκου και έβρισκε πάντα γοητευτικό αυτό το downtown αλαλούμ. Όταν εκείνος μετακόμισε, κράτησε το διαμέρισμά του και έγινε η μούσα του εμπορικού τριγώνου. Της αρέσει που εδώ χτυπάει ο παλμός της πόλης και που μπορεί μια μέρα να είναι χαλαρή και αφημένη σε έναν καναπέ και ξαφνικά να αλλάζει η διάθεση και να βγαίνει για διασκέδαση και όλα να είναι σε απόσταση πέντε-δέκα λεπτών.
«Τι είναι το σπίτι για σένα;» τη ρωτάω. «Το σπίτι είναι η έδρα μου. Θέλω να μπαίνω μέσα και να νιώθω ανακούφιση και ασφάλεια», λέει.
«Μ’ αρέσει αυτή η ένταση της πόλης. Άλλοι δεν την αντέχουν. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ιδιαίτερο φόβο τη νύχτα. Όχι δηλαδή περισσότερο από ό,τι σε άλλες περιοχές. Παλιά ήταν άγρια και δύσκολη η περιοχή», λέει. Τώρα άλλαξε. «Μου αρέσει η αίσθηση Ευρώπης που αποπνέει η Αθήνα και ενώ είναι μια κατά βάση όχι κλασικά όμορφη πόλη, την προτιμώ για τη ζωντάνια της. Από την άλλη, με λυπεί που πολλά από τα κτίρια που θαύμαζα γίνονται μπαρ και ξενοδοχεία ντυμένα με πλαστικά λουλούδια και χαλάει η ταυτότητα της περιοχής», λέει.
Το τωρινό της διαμέρισμα το έψαχνε διακαώς. Είχε περιορισμένο χρόνο και είχε αγχωθεί γιατί έπρεπε να αφήσει το προηγούμενο. «Δεν με ενδιέφερε να βρω ακόμα ένα νεόκτιστο με μεγάλα μπαλκόνια και γκρίζα μπάνια, ίδιο με τόσα άλλα. Ήθελα τη συγκεκριμένη αισθητική. Ψηλοτάβανο, νεοκλασικό, να έχει μάρμαρο, οπότε όταν το βρήκα ήταν σαν να έχασε η καρδιά μου έναν χτύπο. Είχα περιπέτειες μέχρι να μπουν οι υπογραφές και πολύ πίσω-μπρος, τελικά όμως η τύχη μού χαμογέλασε και μετά από πολλές δυσκολίες και τη συμπαράσταση φίλων και γνωστών που ήταν κοντά μου εκείνη την εποχή, voila!».
Τη ρωτάω αν είχε σκεφτεί πώς θα το φτιάξει. «Ναι, όλα μου τα σπίτια τα σχεδιάζω στο μυαλό μου πριν ακόμα μπω. Από την πρώτη στιγμή ήξερα πώς θέλω να μοιάζει». Τα περισσότερα έπιπλα και αντικείμενα τα βρίσκει από παζάρια και παλιατζίδικα. Έχει φέρει πολλά πράγματα και από το πατρικό της. «Δεν έχω ξοδέψει σπουδαία λεφτά για να γίνει. Αν έχεις γούστο, το “κλέβεις” έξυπνα. Υπάρχουν σπίτια στα οποία έχουν ξοδέψει άπειρο χρήμα και εμένα δεν μου λένε τίποτα». «Designer έπιπλα έχεις;», τη ρωτάω. «Όχι. Αν πέσει κάτι στα χέρια μου, δεν θα πω “δεν το θέλω”, αλλά δεν χρειάζονται designer έπιπλα για να πει κάποιος ότι το σπίτι μου έχει ωραία αισθητική».
Τι στυλ ήθελε να δώσει στο σπίτι; «Μ’ αρέσει η διαχρονικότητα, δεν με νοιάζουν οι τάσεις της εποχής. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι ότι και σε μια δεκαετία από τώρα αυτό το σπίτι με τα ίδια πράγματα θα δείχνει όμορφο». Τη ρωτάω ποια ταινία θα μπορούσε να έχει γυριστεί στο σπίτι της. «Το “Τhe woman next door” του Τριφό», μου λέει με ταχύτητα, σαν να είχε την απάντηση ήδη έτοιμη μέσα στο μυαλό της.
Η Μαριλένα παντρεύει αρμονικά τα κεραμικά με στοιχεία νεοελληνικά. Το πρώτο πράγμα που φτιάχνει στα σπίτια της είναι το μπάνιο. «Έχω κόλλημα με το μπάνιο γιατί μ’ αρέσει πολύ το νερό. Έτσι, το μπάνιο είναι σαν ιερό μέρος. Το καυτό νερό που πέφτει πάνω μου με βοηθάει να πετάξω όλη την ένταση της μέρας, τις σκέψεις και τα καταπιεσμένα συναισθήματα, οπότε οφείλει να είναι ένας χώρος που μου ανοίγει την ψυχή».
«Πού περνάς τον πιο πολύ χρόνο μέσα στο σπίτι;», τη ρωτάω. «Περνάω όλη τη μέρα στον καναπέ. Τρώω, ακούω μουσική, διαβάζω». Τη ρωτάω πώς και δεν έχει βάλει αρκετή τέχνη στο σπίτι. «Στο προηγούμενο σπίτι ήταν γεμάτοι οι τοίχοι. Αυτό εδώ το θέλω προς το παρόν πιο άδειο. Επιτρέπω στο σπίτι να αναπνεύσει. Το αφουγκράζομαι και εγώ ακόμα. Θα του βάλω σιγά σιγά. Έχω βάλει μόνο λίγα. Κάποιες φωτογραφίες του αδελφού μου, κάποιες αφίσες από μουσεία».
«Τι είναι το σπίτι για σένα;» τη ρωτάω. «Το σπίτι είναι η έδρα μου. Θέλω να μπαίνω μέσα και να νιώθω ανακούφιση και ασφάλεια», λέει. «Όταν φύγει ένας έρωτας που ζούσες μαζί του, αλλάζεις τη διακόσμηση;», ρωτάω. «Ανάλογα με τον έρωτα», απαντάει. Είναι μερικές φορές που θέλει να τα αλλάξει όλα και άλλες που δεν θέλει να πειράξει τίποτα. Σαν και τα ίδια τα αντικείμενα και τα έπιπλα να είναι οι μάρτυρες της μαγικής ένωσης.
Τη ρωτάω τι μουσική ακούει στο σπίτι. «Τζαζ, όπερα, disco κλασική, παλιά ελληνική. Είναι δύσκολο να περιγράψω τη μουσική που ακούω, γιατί περιλαμβάνει πολλά στοιχεία και μελωδίες». Άραγε περνάει ώρες στην κουζίνα μαγειρεύοντας; «Μαγειρεύω μόνο όταν έρχονται φίλοι. Δεν μ’ αρέσει να μαγειρεύω μόνο για μένα. Μ’ αρέσει το στοιχείο της φροντίδας». Τη ρωτάω αν βάζει στο σπίτι χαλιά. Μου απαντάει ότι μπορεί να βάλει μια απλή μοκέτα ή μια μπουχάρα. Οι κουρτίνες δεν της αρέσουν. «Προτιμώ να βλέπω το αστικό τοπίο».
Στην οδό Πραξιτέλους 33 η Μαριλένα έχει το L’ON, το δικό της κατάστημα με vintage ρούχα. Το άνοιξε πριν από δέκα χρόνια, όταν ακόμα υπήρχαν πολύ λίγα βιντατζάδικα στην Αθήνα, απ’ τη μεγάλη της αγάπη της για τα ρούχα άλλων δεκαετιών. «Δεν μπορώ να φορέσω τίποτα άλλο», μου λέει κατηγορηματικά. «Από τα εκατό, ας πούμε, ρούχα που έχω, τα πέντε μόνο δεν θα είναι vintage», λέει και ανασηκώνει τους ώμους. Τα βαριέται τα καινούργια ρούχα. Τα βρίσκει ανιαρά.
Της λέω ότι υπάρχουν και κάποιοι που δεν θέλουν να φοράνε ρούχα από το σώμα και την ενέργεια κάποιου άλλου. «Τα ρούχα που πουλάω δεν είναι μεταχειρισμένα, τουλάχιστον τα περισσότερα. Παλιά σκεφτόμουν και εγώ τις ενέργειες των άλλων ανθρώπων, αλλά τώρα το νιώθω σαν ασπίδα να φοράς κάτι μοναδικό που το είχε χαρεί και κάποιος άλλος. Άλλωστε τα περισσότερα ρούχα μου έχουν κάτι θηλυκό, όποτε σημαίνει ότι και κάποιος άλλος ένιωθε όμορφα μέσα σ’ αυτά. Σαν να παίρνω τη σκυτάλη του ερωτισμού από μια άλλη ποθητή γυναίκα».
Τη ρωτάω αν αντέχει η πόλη ένα σέξι κορίτσι. «Δεν ξέρω αν το αντέχει η πόλη, αλλά αν το αντέχω εγώ. Με τα χρόνια το έχω απομυθοποιήσει και, από την άλλη, τι θα ήμουν χωρίς αυτό; Δεν ντύνομαι χωρίς πολλά ρούχα για να προκαλέσω, είναι επειδή έχω μια οικειότητα με το σώμα μου. Ποτέ δεν ήμουν μαζεμένη, δεν νιώθω το γυμνό ένοχο». Εξού και τα ντουβάρια σου πότισαν και αυτά ερωτισμό, της λέω και εκείνη δυναμώνει το «AI cielo in una stanza» της Μίνα, που είναι αγαπημένο της κομμάτι. Τυχερός δρόμος η Ευριπίδου, σκέφτομαι καθώς ανηφορίζω, μετά από τόσες κακουχίες και ντεκαντάνς, έχει τη Μαριλένα που της αξίζει.