Τι συμβαίνει και τα σύγχρονα θεατρικά έργα δεν μπορούν να θεωρηθούν λογοτεχνία;

Τι συμβαίνει και τα σύγχρονα θεατρικά έργα δεν μπορούν να θεωρηθούν λογοτεχνία; Facebook Twitter
0
Τι συμβαίνει και τα σύγχρονα θεατρικά έργα δεν μπορούν να θεωρηθούν λογοτεχνία; Facebook Twitter
Η Μεγάλη Χίμαιρα

Δεν πρόκειται για χθεσινή διαπίστωση. Από το Θέατρο του Παραλόγου, μετά το τέλος του δεύτερου μεγάλου πολέμου, ξεκίνησε η διαδικασία ρήξης με το νόημα σ' έναν κόσμο όπου το παράλογο κυριαρχεί. Η «ιδεολογική» πρόθεση δεν μπορούσε να μην επηρεάσει τον τρόπο γραφής. Από τότε το θεατρικό έργο σταδιακά έπαψε να στοχεύει σε μια ποιότητα λόγου τέτοια που να εξασφαλίζει και την αναγνωστική απόλαυση.


Επιπλέον, με τις αναζητήσεις νέων τρόπων υποκριτικής, όπου το σώμα να πρωταγωνιστεί, και με την εμφάνιση νέων σκηνικών τρόπων (περφόρμανς, physical theatre, θέατρο-ντοκουμέντο κ.ά.) από το '60 και μετά, το θέατρο του λόγου θεωρήθηκε παρωχημένο. Η ρήξη προχώρησε κι άλλο μέσα στα χρόνια. Σήμερα, πια, η τεχνολογική επανάσταση και η χρήση των νέων μέσων στη σκηνή έχει μετατοπίσει το ενδιαφέρον σε πρωτόγνωρα πεδία και μορφές – σε διαδράσεις που δεν αφορούν πια τη σχέση πλατείας και σκηνής, αλλά, ας πούμε, τη σχέση σκηνικής δράσης με θεατές διαφορετικών χωρών μέσω live streaming. Ο προβληματισμός είναι εύλογος. Πού οδηγείται το θέατρο, αν δεν απαιτείται πια σκηνικό κείμενο αξιώσεων και ο λόγος που ακούγεται από σκηνής είναι επιπέδου τηλεοπτικού σεναρίου ή καθημερινής συνομιλίας στα κοινωνικά δίκτυα;

Το θέατρο μπορεί να μείνει ανεπηρέαστο, όταν μεγάλο μέρος του κοινού του είναι ήδη κολλημένο στο timeline του facebook και αυξάνονται διαρκώς οι δυνάμει θεατές που έχουν εθιστεί στην «επικοινωνία» των κοινωνικών δικτύων;


O Alistair McDowall, ένας από τους νέους, πολλά υποσχόμενους Βρετανούς συγγραφείς, έγραφε την περασμένη εβδομάδα στην «Guardian» ότι ακόμη και σήμερα σπάνια βλέπεις στο θέατρο έργα στα οποία να αποτυπώνεται το αχανές πολιτισμικό δίκτυο στο οποίο ζούμε. Μάλιστα, υποστηρίζοντας τον Μr Burns, το «post-electric» έργο της Anne Washburn, που το περασμένο καλοκαίρι προκάλεσε μεγάλη συζήτηση για τη «συνάντηση» υψηλής και ποπ κουλτούρας που προτείνει (σε μια κατεστραμμένη Αμερική, χωρίς καν ηλεκτρισμό, οι νέοι ραψωδοί αφηγούνται γύρω από τη φωτιά τις περιπέτειες της οικογένειας Simpson!), καλεί τους συντηρητικούς θεατρόφιλους να παραδεχθούν ότι η δημοφιλής animation σειρά «The Simpsons» είναι ένα αξιοπρόσεχτο σύγχρονο πολιτιστικό προϊόν, που έχει καταγραφεί στην κουλτούρα των νεότερων και είναι φυσιολογικό να επηρεάζει και να εμπνέει τη θεατρική γραφή.


«Αν κάτι είναι καλό, είναι καλό με τους δικούς του όρους» καταλήγει ο McDowall. Τι σημαίνει, όμως, αυτό; Ποιοι είναι οι όροι της σημερινής θεατρικής τέχνης, ώστε να έχει την απαίτηση ο σημερινός να αξιολογηθεί με τους «δικούς του όρους»;

Τι συμβαίνει και τα σύγχρονα θεατρικά έργα δεν μπορούν να θεωρηθούν λογοτεχνία; Facebook Twitter
To Δεκαήμερο


Είναι προφανές ότι το βασικό «ζήτημα» του μεταμοντερνισμού, η συνάντηση του υψηλού με το «χαμηλό», της απαιτητικής τέχνης με την εμπορική, εξακολουθεί να απασχολεί τους θεατρικούς δημιουργούς. Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πρώτον γιατί ζούμε σε μια εποχή που όλα κρίνονται με όρους οικονομικούς και δεύτερον γιατί η αλλαγή των μέσων παραγωγής ποτέ δεν ήταν εύκολη και ανώδυνη – ούτε τώρα είναι. Μια διαφορετική mentalité διαμορφώνεται από τη χρήση του Διαδικτύου: μπαίνεις, π.χ., στο You Tube και εισάγεσαι άμεσα σ' ένα απίστευτο πολιτιστικό patchwork, όπου τα πλέον σημαντικά, απαιτητικά και εκλεπτυσμένα από τον χώρο της επιστήμης, της διανόησης και των τεχνών συνυπάρχουν με κάθε λογής σκουπίδια από κάθε πολιτιστικό «χώρο» και απ' όλον τον κόσμο.


Το θέατρο μπορεί να μείνει ανεπηρέαστο, όταν μεγάλο μέρος του κοινού του είναι ήδη κολλημένο στο timeline του facebook και αυξάνονται διαρκώς οι δυνάμει θεατές που έχουν εθιστεί στην «επικοινωνία» των κοινωνικών δικτύων; Ήδη τα νέα μέσα έχουν εισχωρήσει στη θεατρική πράξη. Πρόσφατα, π.χ., η ομάδα Forced Entertainment παρουσίασε σε εξάωρο live-streaming από το βερολινέζικο θέατρο Hebbel am Ufer την παράσταση Speak Bitterness. Το σκηνικό κείμενο αφορούσε λάθη, αποτυχίες και ενοχές που με εξομολογητική διάθεση αποκαλύπτουν οι ηθοποιοί και οι θεατές σχολιάζουν, σημειώνοντας τι συνέβη στους ίδιους, μέσω twitter. Όλο αυτό μοιάζει με τηλε-συνεδρία ανώνυμων «ενοχικών» (και είναι σαφής η σχέση με το The Oh Fuck Moment, την περφόρμανς που παρουσιάστηκε στο Βios τον χειμώνα του 2012 και επαναλαμβάνεται τώρα ξανά στο ίδιο χώρο). Αλλά, είναι θέατρο αυτό; Η «επικοινωνία» αγνώστων και η παραδοχή ότι όλοι έχουμε κάνει λάθη αντικαθιστά την απόλαυση μιας καλής παράστασης «παλαιού τύπου»;


Οι πλέον ανοιχτοί και δεκτικοί κριτικοί μιλούν για νέα κριτήρια που δεν αφορούν πια την ποιότητα του λόγου και της ερμηνείας αλλά την επικοινωνιακή δυνατότητα του θεάτρου. Οπότε, ευλόγως αναρωτιέται κανείς: κι άλλη «επικοινωνία»; Κι άλλη διάδραση με αγνώστους; Και είναι προχωρημένη «φάση» να βλέπεις στο λάπτοπ, από τον καναπέ σου μια σκηνική δράση που συμβαίνει κάπου στον κόσμο;

Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο βασικός λόγος που η λογοτεχνία μοιάζει τόσο ελκυστική για τους καλλιτέχνες του θεάτρου: είναι μια ανοιχτή δυνατότητα.

Πίσω στη λογοτεχνία!


Ο καλλιτέχνης ανέκαθεν είχε την ευγενική φιλοδοξία να αφήσει ίχνος στον μεγάλο Χρόνο, να ακυρώσει το προσωρινό. Απ' όλες τις τέχνες κάτι «υλικό» μένει και παρά την εγγενή προσωρινότητα της σκηνικής τέχνης, από το θέατρο έμενε τουλάχιστον το κείμενο, το έργο, που μπορούσε να διαβαστεί ή/και να αναπαρασταθεί ξανά και ξανά. Αν θεωρήσουμε ότι το θέατρο της επόμενης εποχής θα ξεπεράσει τη σημασία του λόγου, είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι η τέχνη της σκηνής καταδικάζεται στην απόλυτη προσωρινότητα – σε κάτι που καταναλώνεται αμέσως, ανίκανο να προκαλέσει, σε δεύτερη φάση, κάποιας σημασίας επενέργεια.


Προφανώς, η μικρή σκέψη, το διαμεσολαβημένο –μέσα από υπολογιστές και οθόνες– συναίσθημα και ο φτωχός καθημερινός λόγος που χαρακτηρίζουν πολλές σύγχρονες σκηνικές προτάσεις δεν ικανοποιεί ούτε τους ίδιους τους δημιουργούς του θεάτρου, αν κρίνουμε από τον μεγάλο αριθμό παραστάσεων που παρουσιάζονται αυτήν τη στιγμή στην Αθήνα και βασίζονται σε εγνωσμένης αξίας διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, ακόμη και σε ποιητικές συλλογές.

Τι συμβαίνει και τα σύγχρονα θεατρικά έργα δεν μπορούν να θεωρηθούν λογοτεχνία; Facebook Twitter
Μεφίστο


Δεκαήμερον (1350) του Βοκάκιου, Kόλχαας (1810-11) του Χάινριχ φον Κλάιστ, Από τι ζουν οι άνθρωποι του Λέοντος Τολστόι, Θηρίο στη ζούγκλα (1903) του Χένρι Τζέιμς, Μεταμόρφωση (1915) του Κάφκα, Ο αναρχικός τραπεζίτης (1922) του Φερνάντο Πεσόα, Μεφίστο (1936) του Κλάους Μαν, Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (1957-1960) του Λόρενς Ντάρελ, και Οδύσσεια, Το αμάρτημα της μητρός μου (1883) του Γεωργίου Βιζυηνού, Μία ψυχή (1891) του Παπαδιαμάντη (διήγημα στο οποίο βασίζεται η μονολογική παράσταση «Φεύγουσα Κόρη»), Το παράπονο του νεκροθάπτου (1895) του Ροΐδη, Μυστικοί Αρραβώνες (1915) του Γρηγορίου Ξενόπουλου, Η αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931) του Κώστα Βάρναλη, Το θείο Τραγί (1931) του Γιάννη Σκαρίμπα, Ο Μέγας Ανατολικός (1945-1951) του Ανδρέα Εμπειρίκου, Η Μεγάλη Χίμαιρα (1953) του Καραγάτση, Ωδές στον πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Η μητέρα του σκύλου (1990) του Παύλου Μάτεσι.


Αν σ' αυτά υπολογίσει κανείς ότι κείμενο παράστασης αποτελούν το Α' Βιβλίο της Ιστορίας του Θουκυδίδη, τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και οι λογοτεχνικής αξίας επιστολές του Λιούις Κάρολ, του συγγραφέα της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων», με άλλα λόγια ιδιαίτερες μορφές πρόζας, τότε δικαιολογημένα θα σκεφτεί ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι του θεάτρου εμμέσως διατυπώνουν την αμηχανία τους για τη σύγχρονη θεατρική γραφή. Έχει ενδιαφέρον, ακόμη, το γεγονός ότι η πλειονότητα των λογοτεχνικών κειμένων που διασκευάζονται και παρουσιάζονται αυτήν τη στιγμή στα θέατρα της Αθήνας είναι γραμμένα πριν από το 1950.


Βέβαια, ο θαυμαστός κόσμος της λογοτεχνίας από παλιά ενέπνεε τη σκηνική τέχνη. Απλώς στο παρελθόν συνηθίζονταν οι κατά το δυνατόν πιστές στο πρωτότυπο διασκευές για τη σκηνή. Και μολονότι δεν λείπουν παραστάσεις που ακολουθούν αυτή την κατεύθυνση, όπως η Μεγάλη Χίμαιρα που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Τάρλοου στο θέατρο Πορεία, είναι περισσότερες οι παραστάσεις που αντιμετωπίζουν το λογοτεχνικό έργο ως πεδίο έμπνευσης και ελεύθερης διαχείρισης. Αυτές οι απόπειρες είναι σαφώς πιο «επικίνδυνες» αλλά και δημιουργικές. Γιατί προϋποθέτουν δύσκολη αναμέτρηση με το πρωτότυπο, ώστε, μέσα από διαδικασίες συμπύκνωσης και αφαίρεσης, να αποσπαστεί το σκηνικό κείμενο. Απαιτούν, επιπλέον, ευρηματικότητα και σκληρή δουλειά, ώστε να μπορέσουν οι ηθοποιοί να αποδώσουν με την ερμηνεία τους το πλούσιο σε ιδέες, αισθήματα και καταστάσεις αφηγηματικό υλικό.

Τι συμβαίνει και τα σύγχρονα θεατρικά έργα δεν μπορούν να θεωρηθούν λογοτεχνία; Facebook Twitter
Θηρίο στη ζούγκλα. Φωτό: Πάνος Μιχαήλ


Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο βασικός λόγος που η λογοτεχνία μοιάζει τόσο ελκυστική για τους καλλιτέχνες του θεάτρου: είναι μια ανοιχτή δυνατότητα. Μπορούν να επιλέξουν πού θα σταθούν, ποια πλευρά θα φωτίσουν και ποιοι ερμηνευτικοί τρόποι ταιριάζουν καλύτερα στην προσέγγισή τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ομάδας Splish-Splash που παρουσιάζει στο Vault τη Μεταμόρφωση του Κάφκα σαν χιουμοριστική παντομίμα χωρίς λόγο, αλλά και η Αλεξάνδρεια στο Θέατρο Τέχνης, που συνδέει την τετραλογία του Λόρενς Ντάρελ Αλεξανδρινό Κουαρτέτο με κείμενα του καθηγητή Φιλοσοφίας, Θεοφάνη Τάση, της Βαλεντίνας Καραμπάγια, του Μαρκήσιου ντε Σαντ, ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, του Σαρλ Μποντλέρ, του Κόβεντρι Πάτμορ αλλά και ιστορικά και πολιτικά ντοκουμέντα.


Η εποχή είναι μεταβατική και ο τεχνολογικός πολιτισμός έχει ακυρώσει ισορροπίες και αξίες παγιωμένες για πολλούς αιώνες, προκαλώντας μετεωρισμό και αγωνία για την καινούργια πραγματικότητα. Η ισορροπία μεταξύ αυτού που πέρασε κι αυτού που έρχεται είναι ζητούμενο. Η λογοτεχνία, έτσι όπως εμπνέει το θέατρο, εξακολουθεί να προστατεύει από τον ίλιγγο του καινούργιου, ενώ υπηρετεί ακριβώς το καινούργιο. Πόσο καλύτερα πια;

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Αντώνης Αντωνόπουλος από μικρός είχε μια έλξη για τα νεκροταφεία ή Όλα είναι θέατρο αρκεί να στρέψεις το βλέμμα σου πάνω τους ή Η παράσταση «Τελευταία επιθυμία» είναι ένα τηλεφώνημα από τον άλλο κόσμο

Θέατρο / «Ας απολαύσουμε τη ζωή, γιατί μας περιμένει το σκοτάδι»

Ο Αντώνης Αντωνόπουλος, στη νέα του παράσταση «Τελευταία Επιθυμία», δημιουργεί έναν χώρο όπου ο χρόνος για λίγο παγώνει, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να συναντήσουμε τους νεκρούς αγαπημένους μας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Όσα (δε) βλέπουν τα μέντιουμ

Θέατρο / Όσα (δε) βλέπουν τα μέντιουμ

«Δεν πηγαίνουμε ποτέ στη Μόσχα, όμως η επιθυμία γι’ αυτήν κυλάει διαρκώς μέσα μας» - Κριτική της Λουίζας Αρκουμανέα για τη sold-out παράσταση «Τρεις Αδελφές» του Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία Μαρίας Μαγκανάρη στο Εθνικό Θέατρο.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Θέμελης Γλυνάτσης: Ας ξεκινήσουμε με το να είμαστε πολύ πιο τολμηροί με τους ρόλους που δίνουμε στους νέους καλλιτέχνες, κι ας μην είναι τέλειοι

Θέατρο / Μια όπερα με πρωταγωνιστές παιδιά για πρώτη φορά στην Ελλάδα

Μεταξύ χειροποίητων σκηνικών και σκέψεων γύρω από τη θρησκεία και την εξουσία, «Ο Κατακλυσμός του Νώε» δεν είναι άλλη μια παιδική παράσταση, αλλά ανοίγει χώρο σε κάτι μεγαλύτερο: στη δυνατότητα τα παιδιά να γίνουν οι αυριανοί δημιουργοί, όχι απλώς οι θεατές.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ηow to resuscitate a dinosaur/ Έι, Romeo, πώς δίνεις το φιλί της ζωής σε έναν δεινόσαυρο;

Guest Editors / «Ο Καστελούτσι σκηνοθετεί μια υπόσχεση· και κάνει τέχνη εκκλησιαστική»

«Πέρασαν μέρες από την πρώτη μου επαφή με τη Βερενίκη. Μάντρωσα ένα κοπάδι σκέψεις» – ο Κυριάκος Χαρίτος γράφει για μια από τις πολυσυζητημένες παραστάσεις της σεζόν, που ανέβηκε στη Στέγη.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΙΤΟΣ
Onassis Dance Days 2025: Ένας ύμνος στα αδάμαστα σώματα

Θέατρο / Onassis Dance Days 2025: Ένας ύμνος στα αδάμαστα σώματα

Ένα νέο, αλλιώτικο σύμπαν για τον «χορό» ξεδιπλώνεται από τις 3 έως τις 6 Απριλίου στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, μέσα από τα πρωτοποριακά έργα τεσσάρων κορυφαίων Ελλήνων χορογράφων και του διεθνούς φήμης Damien Jalet.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Κώστας Νικούλι

Θέατρο / «Μπορώ να καταλάβω το πώς είναι να νιώθεις παρείσακτος»

Ο 30χρονος Κώστας Νικούλι μιλά για την πορεία του μετά το «Ξενία» που του χάρισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού όταν ήταν ακόμα έφηβος, για το πόσο Έλληνας νιώθει, για την πρόκληση του να παίζει τρεις γκέι ρόλους και για το πόσο τον έχει αλλάξει το παιδί του.
M. HULOT
Μέσα στον θησαυρό με τις εμβληματικές φορεσιές της Δόρας Στράτου

Θέατρο / «Κάποτε έδιναν τις φορεσιές για έναν πλαστικό κουβά, που ήταν ό,τι πιο μοντέρνο»

Μια γνωριμία με τη μεγάλη κληρονομιά της Δόρας Στράτου μέσα από τον πλούτο αυθεντικών ενδυμάτων που δεν μπορούν να ξαναραφτούν σήμερα και συντηρούνται με μεγάλο κόπο, χάρη στην αφοσίωση και την εθελοντική προσφορά μιας ομάδας ανθρώπων που πιστεύουν και συνεχίζουν το όραμά της.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Βασιλική Δρίβα: «Με προσβάλλει να με χρησιμοποιούν σαν καθρέφτη για την ανωτερότητά τους»

Οι Αθηναίοι / Βασιλική Δρίβα: «Με προσβάλλει να με χρησιμοποιούν σαν καθρέφτη για την ανωτερότητά τους»

Ανατρέποντας πολλά από τα στερεότυπα που συνοδεύουν τους ανθρώπους με αναπηρία, η Βασιλική Δρίβα περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε αλλά και τις χαρές, και μπορεί πλέον να δηλώνει, έστω δειλά, πως είναι ηθοποιός. Είναι η Αθηναία της εβδομάδας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ξαναγράφοντας τον Ίψεν

Θέατρο / Ο Ίψεν στον Πειραιά, στο μουράγιο

«Δεν είναι εύκολο να είσαι ασυμβίβαστη. Όπως δεν είναι εύκολο να ξαναγράφεις τον Ίψεν» – Κριτική της Λουίζας Αρκουμανέα για την παράσταση «Εχθρός του λαού» σε διασκευή και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
«Δυσκολεύτηκα να διαχειριστώ τις αρνητικές κριτικές και αποσύρθηκα για έναν χρόνο»

Lifo Videos / «Δυσκολεύτηκα να διαχειριστώ τις αρνητικές κριτικές και αποσύρθηκα για έναν χρόνο»

Η ηθοποιός Παρασκευή Δουρουκλάκη μιλά για την εμπειρία της με τον Πέτερ Στάιν, τις προσωπικές της μάχες με το άγχος και την κατάθλιψη, καθώς και για το θέατρο ως διέξοδο από αυτές.
ΣΩΤΗΡΗΣ ΒΑΛΑΡΗΣ
Μαρία Σκουλά: «Πιστεύω πολύ στο χάος μέσα μου»

Θέατρο / Μαρία Σκουλά: «Πιστεύω πολύ στο χάος μέσα μου»

Από τον ρόλο της Μάσα στην πραγματική ζωή, από το Ηράκλειο όπου μεγάλωσε μέχρι τη ζωή με τους ανθρώπους του θεάτρου, από τον φόβο στην ελευθερία, η ζωή της Μαρίας Σκουλά είναι ένας δρόμος μακρύς και δύσκολος που όμως την οδήγησε σε κάτι δυνατό και φωτεινό.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μια νέα παράσταση χαρτογραφεί το χάσμα μεταξύ γενιάς Z και γενιάς X

Θέατρο / Μια νέα παράσταση χαρτογραφεί το χάσμα μεταξύ γενιάς Z και γενιάς X

Μέσα από την εναλλαγή αφηγήσεων, εμπειριών, αναπαραστάσεων, χορού, βίντεο και ήχου, η παράσταση του Γιώργου Βαλαή αναδεικνύει τις διαφορές αλλά και τις συνδέσεις που υπάρχουν μεταξύ των δυο διαφορετικών γενεών.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ρομέο Καστελούτσι: «Όπου παρεμβάλλεται το κράτος, δεν υπάρχει χώρος για τον έρωτα. Ο έρωτας είναι εναντίον του κράτους και το κράτος εναντίον του έρωτα».

Θέατρο / Ρομέο Καστελούτσι: «Πάντα κάποιος πολεμά τον έρωτα. Και οι εραστές είναι πάντα τα θύματα»

Ο σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης, λίγο πριν επιστρέψει στην Αθήνα και στη Στέγη για να παρουσιάσει τη «Βερενίκη» του, μας μίλησε για τον έρωτα, τη γλώσσα και τη μοναξιά, την πολιτική και την ανυπέρβλητη Ιζαμπέλ Ιπέρ.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
CHECK How soon is now: Μια παράσταση για τους μετεξεταστέους της συστημικής ιστορίας

Θέατρο / How soon is now: Μια παράσταση για τους μετεξεταστέους της Iστορίας

Σκηνοθετημένη από έναν νέο δημιουργό, η παράσταση που βασίζεται στο τελευταίο κείμενο της Γλυκερίας Μπασδέκη επιχειρεί έναν διάλογο με μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ελληνικής ιστορίας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Αγορίτσα Οικονόμου

Αγορίτσα Οικονόμου / «Πέφτω να κοιμηθώ και σκέφτομαι ότι κάτι έχω κάνει καλά»

Βρέθηκε να κυνηγάει το όνειρο της υποκριτικής, χωρίς να γνωρίζει τον τρόπο, αλλά με τη βεβαιότητα ότι δεν ήθελε ποτέ να μείνει με την απορία «γιατί δεν το έκανα;». Μέσα από σκληρή δουλειά και πολλούς μικρούς ρόλους, κατάφερε να βρει τον δρόμο της στην τέχνη, στον οποίο προχωρά και αισθάνεται τυχερή. Η Αγορίτσα Οικονόμου είναι η Αθηναία της εβδομάδας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ