Λάκης, Υβόννη, Αργύρης
"Σου στέλνω εδώ και εξηγώ το θέμα. Καταρχάς έχει γράψει έξοχο άρθρο ο Χρήστος Παρίδης με φωτό, οπότε στέλνω σε σένα μια άλλη οπτική γωνία. Στον Λάκη άρεσε να τραβάει φωτό (ή και να φωτογραφίζεται) μαζί με δασκάλους (Δαμιανός, Σφήκας) ομότεχνους (Νικολαϊδης, Βούλγαρης, Κούνδουρος) αλλά και νέους συνεργάτες του Παρασκηνίου (Εύα) και να τις επιζωγραφίζει. Επισης είχε μια "συνομιλία" με φίλους του ζωγράφους που έκαναν πορτρέτα. Σου στέλνω μερικές που δεν ξέρω αν είναι στην έκθεση, το πρες κιτ ή το βιβλίο, πάντως αυτή με την Εύα Στεφανή 99% είναι μόνο δική σου. Στις επισυνάψεις θα δεις το κείμενο του Φοίβου Δεληβοριά στο βιβλίο που αν θέλεις μπορείς να το προδημοσιεύεσεις. Το βιβλίο κυκλοφορεί αυτές τις μέρες."
Αργύρης Παπαστάθης
ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ
Αναζητώντας τη χαμένη εικόνα
Διάρκεια έκθεσης: 3 Απριλίου–20 Ιουλίου2025
Μουσείο Μπενάκη/ Πειραιώς 138
Τον Μάρτιο του 2025 συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τον θάνατο του σκηνοθέτη Λάκη Παπαστάθη, μιας ισχυρής προσωπικότητας του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, επιτελικού παραγωγού και σκηνοθέτη της τηλεοπτικής εκπομπής Παρασκήνιο, συγγραφέα, διανοούμενου, ενεργού καλλιτέχνη και πολίτη για εξήντα περίπου χρόνια. Την Τετάρτη 2 Απριλίου 2025, στο Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138, εγκαινιάζεται το αφιέρωμα στον δημιουργό που συμμετείχε και αποτύπωσε την πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της χώρας τα τελευταία πενήντα χρόνια. Την επιμέλεια του αφιερώματος ανέλαβαν τρεις φίλοι και στενοί συνεργάτες του δημιουργού, οι σκηνοθέτες Ηλίας Γιαννακάκης, Κατερίνα Ευαγγελάκου και Γιώργος Σκεύας, οι οποίοι συνεργάστηκαν επί δύο χρόνια για το μεγάλο αφιέρωμα. Βασικά σημεία αναφοράς του αφιερώματος αυτού αποτελούν η μεγάλη έκθεση "ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ. Αναζητώντας τη χαμένη εικόνα", η δημιουργία έξι πρωτότυπων ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του, καθώς και μια συνοδευτική έκδοση, ενός αφιερωματικού τόμου κοσμημένου με πλούσιο φωτογραφικό υλικό από το πολύτιμο αρχείο του σκηνοθέτη. Το αφιέρωμα πλαισιώνουν παράλληλες εκδηλώσεις και ξεναγήσεις για το κοινό και πραγματοποιείται με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και των χορηγών του Μουσείου Μπενάκη.
Οι επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν, σε ατομικές οθόνες με ακουστικά, εκπομπές της σειράς Παρασκήνιο, σε σκηνοθεσία των Λάκη Παπαστάθη και Τάκη Χατζόπουλου, επιλέγοντας από ένα σύνολο 50 ντοκιμαντέρ, σε σύγχρονη ψηφιοποίηση, τα οποία παραχώρησε το αρχείο της ΕΡΤ.
Τον σχεδιασμό της έκθεσης έχει αναλάβει η σκηνογράφος-ενδυματολόγος Λίλη Πεζανού.
Τον αφιερωματικό τόμο που συνοδεύει την έκθεση επιμελήθηκε η Κατερίνα Ευαγγελάκου, στενή συνεργάτιδα του σκηνοθέτη, με τίτλο ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ. Γενικό πλάνο.Σε αυτόν το τόμο συνυπάρχου νπενήντα συνομιλητές, συνοδοιπόροι, ομότεχνοι, μαθητές και φίλοι του σκηνοθέτη, καταθέτοντας ο καθένας το αποτύπωμα που άφησε ο Παπαστάθης στη σκέψη και στο έργο του. Πρόκειται για μια πολυφωνική βιογραφία, που ξεκινά από την ώρα που ο νεαρός Μυτιληνιός φτάνει στην Αθήνα (1962) και αποφασίζει να παρατήσει τις σπουδές του στην Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, για να κάνει κινηματογράφο, και φτάνει μέχρι την τελευταία του σκηνοθεσία στην εκπομπή Υστερόγραφο της ΕΡΤ (2022).
Μουσείο Μπενάκη
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Από τον αφιερωματικό τόμο με τίτλο Λάκης Παπαστάθης. Γενικό πλάνο.
Ο Λάκης Παπαστάθης, μια παρέα κι ένα μονοπάτι
Από τον Φοίβο Δεληβοριά
Υπήρξαν κάποια στιγμή στην Ελλάδα μια παρέα κι ένα μονοπάτι. Σε αυτή την παρέα δεν χρειαζόταν να γνωρίζει ο ένας τον άλλο. Κι αυτό το μονοπάτι, αν το έπαιρνες, δεν έβγαινες ντε και καλά εκεί που έβγαινε ο επόμενος. Άφησε ωστόσο αυτή η παρέα χνάρι μοναδικό στα μεταπολεμικά χρόνια. Και το μονοπάτι της θα μας θυμίζει πάντα ότι ο τόπος για λίγο καιρό εκφράστηκε συνθετικά και συμβάδισε με τον υπόλοιπο κόσμο. Χωρίς μεταπρατισμούς, χωρίς εκχώρηση της ιδιοσυστασίας του.
Μιλάμε για εκείνο το αμετάκλητο που συνέβη μέσα στη χαραμάδα μίας εικοσαετίας περίπου, ξεκινώντας από το 1966. Τότε συστήθηκε η παρέα των αγνώστων. Νεαροί Έλληνες συνθέτες, εικαστικοί, κινηματογραφιστές, στοχαστές, παιδιά του θεάτρου, πεζογράφοι, ποιητές και κριτικοί είδαν –λίγο πριν λιποθυμήσει η χώρα για εφτά ολόκληρα χρόνια‒ την ορθάνοιχτη πύλη. Μπήκαν ο ένας μετά τον άλλον και κρατήθηκαν εκεί, σαν μέσα σε όνειρο. Ούτε η δικτατορία, ούτε η μετανάστευση, ούτε η μεταπολίτευση, ούτε η Αλλαγή τους σταμάτησε από το να νοηματοδοτούν το μέρος και την εποχή, με τρόπο πρωτότυπο, σκληρό και ευφυή. Με χιούμορ μελαγχολικό, ερωτισμό ασυγκράτητο και μια σοφή αίσθηση του ανικανοποίητου.
Πατέρας τους ήταν η Γενιά του ’30 και μητέρα τους η εξόριστη Αριστερά. Οι δύο κόσμοι δηλαδή που δεν συναντήθηκαν τη στιγμή που έπρεπε, τη στιγμή της Απελευθέρωσης από τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα μια ακόμη τραγωδία μετά τη μικρασιατική.
Ο γάμος είχε βέβαια γίνει ήδη δύο φορές. Την πρώτη μέσα από τη μουσική του Θεοδωράκη και τη δεύτερη μέσα από την τριλογία του Τσίρκα. Ο Σεφέρης εκεί πρωτοπερπάτησε, στο πλάι των αφηγήσεων των εξορίστων. Ο ελληνοκεντρικός κοσμοπολιτισμός των αστών νέων του ’35 εκεί πρωτοφιλήθηκε με τους πνιγμένους στο ποτάμι της προδομένης –από χίλιες πλευρές‒ εθνικής αντίστασης. Αν βάλεις πλάι σ’ αυτά και τον αμετάφραστο στην εποχή του Δράκο του Κούνδουρου, έχεις τον πλήρη χάρτη που τους οδήγησε.
Έξω άλλωστε από τον ελληνικό γάμο των αντιθέτων υπήρχε και η διεθνής συναστρία, που φώτιζε ‒σαν έκρηξη βεγγαλικών‒ τον δρόμο: το ροκ εν ρολ, "τα παιδιά του Μαρξ και της κόκα-κόλα", το "νακ και πώς να το αποκτήσετε", η Αμερική του Μπέρκλεϊ.
*
Ο Λάκης Παπαστάθης είναι για μας από τις πιο αποφασιστικές, πιο στέρεες περιπτώσεις απ’ όσους μπήκαν σ’ αυτή την περιπέτεια. Μπορεί η μεγάλου μήκους φιλμογραφία του να υπήρξε –άθελά του‒ αριθμητικά ισχνή, το σινεμά του όμως νίκησε (όπως τα χειρόγραφα του Σολωμού, όπως ο αόρατος για χρόνια Κάλβος, όπως ο αυτοεκδιδόμενος Καβάφης) μέσα από την υπέροχη διασπορά του στο Παρασκήνιο και σε όλο το πνεύμα της Cinetic, καθώς και μέσα από τα έξοχα διηγήματά του.
Στο Παρασκήνιο δεν έκανε μόνο το μικρό πολιτιστικό ρεπορτάζ που –νόμιζε ότι‒ του είχε ζητήσει η μεταπολιτευτική ΕΡΤ. Έκανε μια μακράς πνοής σπουδή στην Ιστορία, στην απ-εικόνιση της ανείδωτης πραγματικότητας του τόπου μας. Παραγγέλλοντας σε όλους τους συνομηλίκους του και νεότερους σκηνοθέτες, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό, μικρές ταινίες για τα πάλκα, τα καφενεία, τα καμαρίνια, τα στέκια και τα εργαστήρια, ανέδειξε με μάτι και γλώσσα αδιαμεσολάβητα κινηματογραφική τον ποιητικό ψυχισμό μας και έκανε ‒χωρίς να τον παίρνει κανείς είδηση‒ τη Μεγάλη Ελληνική Ταινία.
Πεισματικά με φιλμ μέχρι κάποια στιγμή (υπέροχο ασπρόμαυρο τα πρώτα χρόνια και έγχρωμο της polaroid στη συνέχεια) έκανε τηλεόραση όπως θα έκαναν ο Γκάτσος, ο Σκαρίμπας, ο Λορεντζάτος, ο Μπουζιάνης ή ο Μόραλης. Έβλεπε πίσω απ’ τα τοπία και τα πρόσωπα, πίσω απ’ τα ρημάδια της πολιτικής και πέρα από τη μυωπία της μαρκίζας.
Όταν ακούμε τη φωνή του off πίσω απ’ τις εικόνες (αυτή την υπέροχη, ταυτοχρόνως αποστασιοποιημένη και τραγουδιστή φωνή), σκεφτόμαστε τα παιδιά των Cahiers du Cinema, τον Αλεξάντρ Αστρίκ και την κάμερα-στιλό και αισθανόμαστε αυθαιρέτως μια συγγένεια με τη φωνή –που δεν ακούσαμε ποτέ‒ του Αντρέ Μπαζέν. Γιατί το Παρασκήνιο έκανε ακριβώς και τη δουλειά μιας Εθνικής Ταινιοθήκης. Αναδείκνυε, ψαλιδίζοντας κομματάκια από τις πρώτες σωζόμενες ελληνικές ταινίες, το άγνωστο πνευματικό περιεχόμενο του εντόπιου σινεμά.
Αυτή η δουλειά –που την ξεκίνησε στα φιλμ που συνόδευαν τις παραστάσεις του Σαββόπουλου στο Κύτταρο το 1973 και την εξέλιξε στις παραστάσεις του Ελεύθερου Θεάτρου‒ είναι μοναδικής έντασης και επιρροής σε όλους τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους. Χωρίς αυτή δεν θα υπήρχαν Βακαλόπουλος, Στεφανή, Γιαννακάκης, Τριανταφυλλίδης, Τζουμέρκας ‒ για να αναφέρω ελάχιστα μόνο ονόματα, στα οποία το δικό του "σημάδι στο μέτωπο" είναι εμφανές. Μέσα από γόνιμη συνομιλία με την εργασία του έγιναν τόσο το μεγαλειώδες έργο ζωής του Φώτου Λαμπρινού Το πανόραμα του αιώνα, όσο και το παράλληλο, ανεκτίμητο Μονόγραμμα των Σγουράκηδων. Χωρίς τον τρόπο του δεν θα είχαμε και τις ανεπανάληπτες εκπομπές έρευνας της Ρένας Θεολογίδου. Πιστεύουμε δε πως και το Ζήτω το ελληνικό τραγούδι τού χρωστά πολλά – υπήρξαν άλλωστε με τον Σαββόπουλο δημιουργικοί συνομιλητές σε πολλές κρίσιμες φάσεις.
*
Για τις φιξιόν ταινίες του δεν αισθανόμαστε κατάλληλα οπλισμένοι να μιλήσουμε. Ξέρουμε όμως πως ήταν ο μόνος που φιλοδόξησε να κάνει σινεμά με τα υλικά της πιο γόνιμης σκέψης των παιδιών του ’30. Όχι των πεζογράφων –τους οποίους απομύζησαν μέχρις εξάντλησης τόσο το σινεμά όσο και η τηλεόραση‒, αλλά των ποιητών και των κριτικών της. Προσπάθησε να βρει λύσεις τόσο για το δύσκολο ζήτημα του φωτισμού του ελληνικού τοπίου, όσο και για μια κινηματογραφική ερμηνεία των ελληνικών σημαντικών κειμένων μέσα από τα σώματα των ηθοποιών (ο Καταλειφός ως Θεόφιλος και ο Λογοθέτης ως Βιζυηνός είναι κατακτήσεις μες στον ελληνικό υποκριτικό κανόνα). Υπογραμμίζουμε πάντως ξανά πως το έργο του φωτίζεται εντελώς διαφορετικά αν απλώσεις πάνω του τα "κινηματογραφικά χειρόγραφα" του Παρασκηνίου, αλλά και τα εξομολογητικά, αφημένα σε μιαν άλλου τύπου συγκίνηση, διηγήματά του.
*
Τον συναντήσαμε ένα μεσημέρι του 1997 στη Λυκόβρυση. Μας μίλησε για τον Όζου, τον καλύτερο σκηνοθέτη όλων των εποχών – το είπε χωρίς καμιά δραματική υπογράμμιση, ως αναμφισβήτητο τέλος του δικού του σινεφίλ ταξιδιού. Για τα χρόνια του πλάι στον Αλέξη Δαμιανό. Για τη βραδιά που ο Χατζιδάκις επισκέφτηκε το Κύτταρο. Για τη Λίνα Νικολακοπούλου και τη θητεία της στο Παρασκήνιο. Για το ψευδοδίλημμα "Έλληνας ή Ευρωπαίος". Για έναν τρόπο να κινηματογραφείς την Ιστορία δίχως να γίνεσαι μανιχαϊστής. Για την Υβόννη, το κορίτσι που ερωτεύτηκε μια ολόκληρη γενιά θεατών και δρώντων. Για τον γιο τους Αργύρη, που μεγάλωσε στο αληθινό παρασκήνιο του θεάτρου και στη μουβιόλα, στο πνεύμα του μπουλουκιού και της ολονύκτιας συζήτησης. Για την αγωνία διάσωσης του Παρασκηνίου και του πολύτιμου αρχείου της Cinetic.
Και ίσως έτσι πρέπει να τελειώσει ο μικρός αυτός φόρος τιμής στον Λάκη Παπαστάθη, στην παρέα και στο μονοπάτι του. Με την άνω τελεία της μη συμπερίληψης και αρχειοθέτησης του Παρασκηνίου στην ολότητά του στην πλατφόρμα του ERTFLIX. Το Παρασκήνιο ‒τη στιγμή που τουλάχιστον γράφεται αυτό το κείμενο‒ είναι εκκωφαντικά απόν από την πλατφόρμα, που ήδη μετράει κάποια χρόνια ζωής και αποδοχής.
Τόσο αυτό, όσο και το Μονόγραμμα όχι μόνο θα έπρεπε να συνεχίζονται εσαεί από ορισμένους διαδόχους σκηνοθέτες, αλλά θα μπορούσαν να αποτελούν και την ύλη ολόκληρου καναλιού της ΕΡΤ, αντίστοιχου με το ARTE. Για μας το να υπάρχει θαμμένη και αναξιοποίητη μια τέτοια κληρονομιά είναι κάτι βαθιά ανησυχητικό, που ελπίζει κανείς να είναι γεγονός τυχαίο και περιστασιακό.
Δεν μπορεί ωστόσο ένα κείμενο τιμής σε έναν τέτοιο δημιουργό να αναγκάζεται να υποβιβαστεί στην κατάληξή του σε κείμενο παραπόνων. Θα έπρεπε απλώς να τελειώνει δοξαστικά και να συνεχίζεται με την κατάδυσή μας στα βαθιά νερά του αρχείου του, αν το τελευταίο ήταν προσβάσιμο.
Μακάρι ο χρόνος να βοηθήσει να σβηστεί αυτή η άνω τελεία. Και ο φόρος τιμής να πληρωθεί με την πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση του Παρασκηνίου και με τα απλά αυτά λόγια: Δόξα, τιμή και ευγνωμοσύνη στον Λάκη Παπαστάθη και στο βλέμμα του.
_____________________________
Δείτε ακόμα το άρθρο του Χρήστου Παρίδη στη Lifo :
Λάκης Παπαστάθης: Ένας ανήσυχος καλλιτέχνης, ένας υπέροχος άνθρωπος
Και στο Αλμανάκ:
Μικρές ιστορίες στην Πανεπιστημίου