«Λεωφορείο» δίχως φρένα

«Λεωφορείο» δίχως φρένα Facebook Twitter
Τι συνέβη τελικά; Τι συμβαίνει πάντοτε; Ποιος δίνει τη συγκατάθεσή του για έναν εγκλεισμό και ποιοι τον επικροτούν; Ποιος ελέγχει το αφήγημα; Ποιες αποκαλούνται «τρελές» και ποιες φιμώνονται; Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα
0

Μετά από ένα ταξίδι, τη διάρκεια του οποίου δεν θα μάθουμε ποτέ, η Μπλανς καταφθάνει στο χαμόσπιτο της αδελφής της στη Νέα Ορλεάνη. «Κάτι στην αβεβαιότητά της, όπως και στα λευκά της ρούχα, θυμίζει νυχτοπεταλούδα», σημειώνει ο Ουίλιαμς σχετικά με την πρώτη εμφάνιση της ηρωίδας του.

«Μου είπαν να πάρω το λεωφορείο που λέγεται “Πόθος”, μετά ένα άλλο που γράφει “Νεκροταφείο”  και στο έκτο τετράγωνο να κατέβω – στάση “Ηλύσια Πεδία”», είναι η πρώτη φράση που βγαίνει από τα χείλη της. 

Σε ποιο μέρος του κόσμου υπάρχουν λεωφορεία με τέτοια ονόματα; Αναφέρεται σε υπαρκτά μέσα μαζικής μεταφοράς ετούτη η γυναίκα ή αρέσκεται να μιλά με ποιητικές παραβολές και μυθικές αλληγορίες; 

Πάντοτε στο ενδιάμεσο, πάντοτε στο σύνορο –μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, μεταξύ παρωδίας και τραγικότητας, δράματος και μελοδράματος, αλήθειας και ψεύδους–, εκεί περπατά η Μπλανς και δύσκολα περιγράφεται ο βηματισμός της. 

Η παράσταση δεν μας παρασύρει με την πειθώ της: μας αρπάζει από το μανίκι και μας τραβάει με το ζόρι προς το μέρος της, επιτρέποντάς μας ελάχιστες ανάσες καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής.

Η ύπαρξή της όλη, αντιφατική, ρευστή, πολυκύμαντη. Λευκοντυμένη, κομψή παρουσία με πέρλες και γάντια ή πονηρή νεροφίδα που καταναλώνει στα κρυφά το αλκοόλ του γαμπρού της; Ρομαντική και εκλεπτυσμένη δασκάλα αγγλικής λογοτεχνίας ή δασκάλα του έρωτα σε νεαρά αγόρια που πέφτουν στα δίχτυα της; Καλλιεργημένη γυναίκα «με πνεύμα και ανατροφή» ή απελπισμένη ψεύτρα που αποκρύπτει ζωτικές πληροφορίες για το παρελθόν της; Ατυχής κληρονόμος του Μπελ Ρεβ, της επιβλητικής έπαυλης με τις λευκές κολόνες σε μια φυτεία του Μισισίπι, ή μόνιμη ένοικος της κακόφημης Ταραντούλας, της πανσιόν του έρωτα με τα πιο φτηνά δωμάτια; Βασίλισσα που λάμπει ακόμη και στα καταγώγια ή απλώς φαντασμένη που μεγαλοπιάνεται, ενώ δεν έχει στον ήλιο μοίρα; Τραυματισμένη ψυχή που αναζητά καταφύγιο ή ηθικός αυτουργός της αυτοκτονίας του ομοφυλόφιλου συζύγου της;

«Λεωφορείο» δίχως φρένα Facebook Twitter
Ο σκηνοθέτης ερμηνεύει τον «πόλεμο» των δύο κεντρικών ηρώων και των κόσμων τους με όρους υλικούς, «πραγματικούς», σχεδόν κυριολεκτικούς. Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα

Άμα τη αφίξει της στο ετοιμόρροπο κατώφλι των Κοβάλσκι, η Μπλανς, φιγούρα από άλλη εποχή, από άλλη διάσταση, ακατανόητη και απρόσιτη στους κατοίκους των Ηλυσίων Πεδίων, εκτοπισμένη από τα πάτρια εδάφη, από το επάγγελμα και από την ίδια τη ζωή της, θα προσπαθήσει, με νύχια και με δόντια, να διασώσει τις εύθραυστες ψευδαισθήσεις, τα κειμήλια των νεκρών της, την αξιοπρέπειά της. Ο Στάνλεϊ δεν θα την αφήσει να κάνει τίποτε απ’ όλα αυτά. Θα σκίσει τα ρούχα της, θα πετάξει τα φαναράκια της, θα ξεσκεπάσει την «απάτη» της, θα παραβιάσει το σώμα της, θα την παραδώσει σε ένα ζοφερό, δυσοίωνο και άστοργο μέλλον. 

Ναι, σίγουρα, η Μπανς τον περιφρονεί, τον ταπεινώνει, τον αποκαλεί «Πολωνέζο» και «πίθηκο», υπονομεύει τη σχέση του με τη Στέλλα, με το σπίτι του, με την ίδια την ταυτότητά του. Η μάχη διαγράφεται λυσσαλέα, σε όλα τα φανερά και τα αφανή επίπεδα: συγκρούεται ο παλιός με τον νέο κόσμο, οι φυτείες με τα εργοστάσια, η ευαισθησία με τον κυνισμό, η κουλτούρα της φινέτσας με το ήθος του χυδαίου πραγματισμού, οι νυχτοπεταλούδες με τους κόκορες (έτσι περιγράφει τον Στάνλεϊ ο συγγραφέας), το αλλούτερο με το κανονικό, το κάλεσμα της ποίησης και της φαντασίας με τη δύναμη της βιολογίας και της οικονομικής αναγκαιότητας.  

Έχει μεγάλη σημασία, τελικά, να δούμε πώς –με ποια μέσα, με ποια ρητορική, με ποιες μεθοδεύσεις–στοιχειοθετείται αυτή η πάλη, τότε και σήμερα: ποιος εισακούεται και ποιος όχι; Ποιος δικαιώνεται και ποιος διώκεται; Ποια εκδοχή της ιστορίας (σχετικά με τον βιασμό) γίνεται πιστευτή;

«Λεωφορείο» δίχως φρένα Facebook Twitter
Ο Στάνλεϊ του Μπαλή δεν είναι ούτε μέλος της εργατικής τάξης, ούτε μετανάστης, ούτε μάτσο άνδρας: στερούμενος κοινωνικής ταυτότητας, μένει τελικά μετέωρος. Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα

Όπως ευστοχα παρατηρεί μια θεωρητικός¹, «το βασανιστικό σημείο εστίασης του έργου δεν είναι ότι ένας μεθυσμένος σύζυγος καθυποτάσσει και βιάζει την εξίσου μεθυσμένη νύφη του σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα της Νέας Ορλεάνης... αλλά ότι η πράξη του δημοσιοποιείται και μια γυναίκα τιμωρείται γι’ αυτό. Η Μπλανς απομακρύνεται υπό το συναινούν βλέμμα των υπόλοιπων χαρακτήρων που βρίσκονται επί σκηνής». Τη βλέπουν να αναχωρεί για το ψυχιατρείο, συνοδεία του γιατρού και της νοσοκόμας, και κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι (η Στέλλα εκφράζει μερικές ενοχές, αλλά δεν κάνει τίποτε για να εμποδίσει την αποπομπή). Τι συνέβη τελικά; Τι συμβαίνει πάντοτε; Ποιος δίνει τη συγκατάθεσή του για έναν εγκλεισμό και ποιοι τον επικροτούν; Ποιος ελέγχει το αφήγημα; Ποιες αποκαλούνται «τρελές» και ποιες φιμώνονται;

Πηγαίνοντας σήμερα να παρακολουθήσουμε ένα νέο ανέβασμα του θρυλικού «Λεωφορείου», οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε εκ των προτέρων τη φριχτή κατάληξη των πραγμάτων – τι θα συμβεί στην Μπλανς και ποιοι θα το προκαλέσουν. Όμως επιθυμούμε με την ίδια λαχτάρα να βιώσουμε την αγωνιώδη πορεία της προς τον αφανισμό, να αφουγκραστούμε τους τρόπους με τους οποίους ένα κατατρεγμένο ον μάχεται ενάντια στη σωματική βία, στην κοινωνική κατακραυγή, στον συναισθηματικό και οικονομικό εκφοβισμό. Δυστυχώς, αυτή η δυνατότητα σύνδεσης δεν μας παρέχεται στην παράσταση του Δημήτρη Καραντζά και των συνεργατών του. Για να είμαι ακριβής, δεν μας παρέχεται με τρόπο γοητευτικό, πειστικό, που να μας αφορά, που να νοηματοδοτεί το κείμενο και να βουτά στον ωκεανό των συμβολισμών του. 

Ο σκηνοθέτης ερμηνεύει τον «πόλεμο» των δύο κεντρικών ηρώων και των κόσμων τους με όρους υλικούς, «πραγματικούς», σχεδόν κυριολεκτικούς: από το πρώτο λεπτό (έστω από το πρώτο δεκάλεπτο) η σκηνή παραδίδεται σε μια πρωτοφανή ένταση φωνών, χειρονομιών, διαπληκτισμών. Τραπέζια που σωριάζονται επιδεικτικά, άνθρωποι που μιλάνε φωναχτά, σεξ στην ντουζιέρα με ουρλιαχτά, κι άλλα ουρλιαχτά... πώς να κορυφωθεί σταδιακά μια ιστορία, μια συναισθηματική διαδρομή, όταν έχει ήδη κορυφωθεί, και μάλιστα με τόσο τεχνητό τρόπο, προτού καν αρχίσει;

«Λεωφορείο» δίχως φρένα Facebook Twitter
Aπό το πρώτο λεπτό (έστω από το πρώτο δεκάλεπτο) η σκηνή παραδίδεται σε μια πρωτοφανή ένταση φωνών, χειρονομιών, διαπληκτισμών. Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα

Η παράσταση δεν μας παρασύρει με την πειθώ της: μας αρπάζει από το μανίκι και μας τραβάει με το ζόρι προς το μέρος της, επιτρέποντάς μας ελάχιστες ανάσες καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Δεν μεριμνά ώστε να ξεδιπλωθούν οι σχέσεις, να αναδυθούν τα ερωτήματα, να κυκλοφορήσει η οσμή του κινδύνου, να φανερωθούν οι περιδινήσεις μιας πανταχόθεν βαλλόμενης συνείδησης: το γκάζι είναι πατημένο ανελλιπώς και όποιος πρόλαβε τον Κύριο οίδε. Ως εκ τούτου, δεν αφομοιώνουμε το υπόστρωμα, δεν το βλέπουμε καν: τι υπάρχει κάτω από όλα αυτά τα εξοντωτικά στριμώγματα, τα πέρα-δώθε, τα μπες-βγες; Τι διακυβεύεται; Τι σηματοδοτεί η συντριβή της Μπλανς και τι η «νίκη» του Στάνλεϊ;   

Καμαρούλα μια σταλιά ‒ η σκηνογράφος Μαρία Πανουργιά έκανε τα αδύνατα δυνατά για να δημιουργήσει μια κατάφωρη αίσθηση ασφυξίας στο διαμέρισμα των Κοβάλσκι. Σχεδιάζοντας τα πιο στενά δωμάτια που μπορεί να φανταστεί κανείς, θέλησε προφανώς να δείξει πώς η τριβή των σωμάτων και η έλλειψη ιδιωτικότητας οδηγούν στον εκτροχιασμό των συμπεριφορών. Αυτό, όμως, που τελικά δημιουργείται σ’ εμάς, τους θεατές, είναι ένα συνεχές και μη παραγωγικό άγχος – θα χωρέσουν ή δεν θα χωρέσουν οι ηθοποιοί στη μικροσκοπική καρέκλα; Πόσο στρίμωγμα αντέχουν τα έπιπλα των νάνων προτού διαλυθούν; 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Αλεξία Καλτσίκη είναι μια ταλαντούχα ηθοποιός, εξόχως ικανή να αντιληφθεί το μέγεθος του ρόλου της και να δονηθεί από αυτόν, όπως αποδεικνύει η παθιασμένη ερμηνεία της ως Μπλανς. Δυστυχώς, το γενικότερο κλίμα υστερίας τη ρουφάει στον στρόβιλό του, στις φρενήρεις ταχύτητές του, αποτρέποντας κάθε ουσιαστική γνωριμία και επαφή μαζί της. Τρέχουμε πίσω της ασθμαίνοντας, ασυγκίνητοι και αποξενωμένοι μέχρι τέλους. Τότε, και μόνο τότε, πραγματοποιείται ένα μικρό θαύμα: μια ρωγμή γεννιέται, ένας χώρος πολύτιμος, μέσα στον οποίο καθίσταται δυνατό να τη συναντήσουμε και, για πρωτη φορά, να ταυτιστούμε μαζί της και με το πεπρωμένο της. Εξερχόμενη από το μπάνιο, γυμνή και βρεγμένη, εγκαταλελειμμένη και πολλαπλώς κακοποιημένη, σηκώνει ψηλά τα χέρια ζητώντας να την ντύσουν με το παλιακό φόρεμα της εξόδου της. «Βοηθήστε με», λέει χαμηλόφωνα η ηθοποιός, κι αυτή η απλή φράση που βγαίνει αδύναμα από τα χείλη της κινεί μέσα μας όλη τη θλίψη του κόσμου. Δεν υπάρχουν πια φωνές, τρεξίματα, αναμπουμπούλα: μονάχα μια συντετριμμένη γυναίκα που ζητάει τη βοήθειά μας.

«Λεωφορείο» δίχως φρένα Facebook Twitter
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Αλεξία Καλτσίκη είναι μια ταλαντούχα ηθοποιός, εξόχως ικανή να αντιληφθεί το μέγεθος του ρόλου της και να δονηθεί από αυτόν. Φωτ.: Γκέλυ Καλαμπάκα

Ο Άρης Μπαλής μοιάζει αρχικά να προσφέρει μια ανατρεπτική εκδοχή του Στάνλεϊ, έτσι όπως το παρουσιαστικό του εναντιώνεται στις συνήθεις αναπαραστάσεις του ήρωα. Γρήγορα συνειδητοποιούμε ότι η εξωτερική απόκλιση δεν αρκεί: υιοθετώντας το κινησιολογικό λεξιλόγιο του μάτσο άνδρα (κυκλοφορεί με τα «σώβρακα», ανοίγει τα πόδια καθήμενος, σκαμπιλίζει τον πισινό της γυναίκας του ενώπιον όλων, εκσφενδονίζει αντικείμενα), ο ηθοποιός επιχειρεί προφανώς να μας δείξει ότι η πατριαρχία καραδοκεί εκεί όπου δεν την περιμένουμε. Αυτές οι μικρές επιτελεστικές δράσεις αρρενωπότητας, όμως, συνθέτουν ένα μάλλον άγαρμπο αποτέλεσμα, σαν κάποιος να προσπαθεί να πείσει για κάτι που του είναι, επί της ουσίας, ξένο. Ο Στάνλεϊ του Μπαλή δεν είναι ούτε μέλος της εργατικής τάξης, ούτε μετανάστης, ούτε μάτσο άνδρας: στερούμενος κοινωνικής ταυτότητας, μένει τελικά μετέωρος. 

Παραδομένη σε μια αδιάκοπη υπερδιέγερση, η εντυπωσιακά νευρωτική Στέλλα της Δήμητρας Βλαγκοπούλου δεν μας αφήνει ποτέ να δούμε την τρυφερή πλευρά της ηρωίδας της ή, έστω, να καταλάβουμε την αιτία που κρύβεται πίσω από την πεισματική αφοσίωσή της σε τούτο τον βίαιο άνδρα. Η σχέση τους δεν διαπνέεται από καμία αληθινή θέρμη, όπως, άλλωστε, ούτε η αντίστοιχη με την αδελφή της. 

Όσο για το ποιητικό κλείσιμο της παράστασης, το «γκρέμισμα» των τοίχων και την αποκάλυψη ενός λουλουδιαστού κήπου πίσω από το διαμέρισμα, αυτό όχι μόνο δεν αντιστρέφει τις παγιωμένες πλέον εντυπώσεις μας αλλά στέλνει και ένα αμφιλεγόμενο μήνυμα όσον αφορά τον προορισμό της κεντρικής ηρωίδας: ας μην ξεχνιόμαστε, όσο κι αν τη συνδράμει η δύναμη της φαντασίας της, η Μπλανς στο άσυλο θα καταλήξει και όχι σε κάποιον ευωδιαστό Παράδεισο...

¹Anca Vlasopolos

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ. 

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το ανάπηρο σώμα που αντιστέκεται

Θέατρο / Το ανάπηρο σώμα που αντιστέκεται

Πώς διαβάζουμε σήμερα τον «Γυάλινο Κόσμο» του Τενεσί Oυίλιαμς; Στην παράσταση του Θεάτρου Τέχνης ο Antonio Latella προσφέρει μια «άλλη» Λόρα που ορθώνει το ανάστημά της ενάντια στο κυρίαρχο αφήγημα περί επαγγελματικής ανέλιξης, πλουτισμού και γαμήλιας ευτυχίας.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ηow to resuscitate a dinosaur/ Έι, Romeo, πώς δίνεις το φιλί της ζωής σε έναν δεινόσαυρο;

Guest Editors / «Ο Καστελούτσι σκηνοθετεί μια υπόσχεση· και κάνει τέχνη εκκλησιαστική»

«Πέρασαν μέρες από την πρώτη μου επαφή με τη Βερενίκη. Μάντρωσα ένα κοπάδι σκέψεις» – ο Κυριάκος Χαρίτος γράφει για μια από τις πολυσυζητημένες παραστάσεις της σεζόν, που ανέβηκε στη Στέγη.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΙΤΟΣ
Onassis Dance Days 2025: Ένας ύμνος στα αδάμαστα σώματα

Θέατρο / Onassis Dance Days 2025: Ένας ύμνος στα αδάμαστα σώματα

Ένα νέο, αλλιώτικο σύμπαν για τον «χορό» ξεδιπλώνεται από τις 3 έως τις 6 Απριλίου στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, μέσα από τα πρωτοποριακά έργα τεσσάρων κορυφαίων Ελλήνων χορογράφων και του διεθνούς φήμης Damien Jalet.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Κώστας Νικούλι

Θέατρο / «Μπορώ να καταλάβω το πώς είναι να νιώθεις παρείσακτος»

Ο 30χρονος Κώστας Νικούλι μιλά για την πορεία του μετά το «Ξενία» που του χάρισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού όταν ήταν ακόμα έφηβος, για το πόσο Έλληνας νιώθει, για την πρόκληση του να παίζει τρεις γκέι ρόλους και για το πόσο τον έχει αλλάξει το παιδί του.
M. HULOT
Μέσα στον θησαυρό με τις εμβληματικές φορεσιές της Δόρας Στράτου

Θέατρο / «Κάποτε έδιναν τις φορεσιές για έναν πλαστικό κουβά, που ήταν ό,τι πιο μοντέρνο»

Μια γνωριμία με τη μεγάλη κληρονομιά της Δόρας Στράτου μέσα από τον πλούτο αυθεντικών ενδυμάτων που δεν μπορούν να ξαναραφτούν σήμερα και συντηρούνται με μεγάλο κόπο, χάρη στην αφοσίωση και την εθελοντική προσφορά μιας ομάδας ανθρώπων που πιστεύουν και συνεχίζουν το όραμά της.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Βασιλική Δρίβα: «Με προσβάλλει να με χρησιμοποιούν σαν καθρέφτη για την ανωτερότητά τους»

Οι Αθηναίοι / Βασιλική Δρίβα: «Με προσβάλλει να με χρησιμοποιούν σαν καθρέφτη για την ανωτερότητά τους»

Ανατρέποντας πολλά από τα στερεότυπα που συνοδεύουν τους ανθρώπους με αναπηρία, η Βασιλική Δρίβα περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε αλλά και τις χαρές, και μπορεί πλέον να δηλώνει, έστω δειλά, πως είναι ηθοποιός. Είναι η Αθηναία της εβδομάδας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ξαναγράφοντας τον Ίψεν

Θέατρο / Ο Ίψεν στον Πειραιά, στο μουράγιο

«Δεν είναι εύκολο να είσαι ασυμβίβαστη. Όπως δεν είναι εύκολο να ξαναγράφεις τον Ίψεν» – Κριτική της Λουίζας Αρκουμανέα για την παράσταση «Εχθρός του λαού» σε διασκευή και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
«Δυσκολεύτηκα να διαχειριστώ τις αρνητικές κριτικές και αποσύρθηκα για έναν χρόνο»

Lifo Videos / «Δυσκολεύτηκα να διαχειριστώ τις αρνητικές κριτικές και αποσύρθηκα για έναν χρόνο»

Η ηθοποιός Παρασκευή Δουρουκλάκη μιλά για την εμπειρία της με τον Πέτερ Στάιν, τις προσωπικές της μάχες με το άγχος και την κατάθλιψη, καθώς και για το θέατρο ως διέξοδο από αυτές.
ΣΩΤΗΡΗΣ ΒΑΛΑΡΗΣ
Μαρία Σκουλά: «Πιστεύω πολύ στο χάος μέσα μου»

Θέατρο / Μαρία Σκουλά: «Πιστεύω πολύ στο χάος μέσα μου»

Από τον ρόλο της Μάσα στην πραγματική ζωή, από το Ηράκλειο όπου μεγάλωσε μέχρι τη ζωή με τους ανθρώπους του θεάτρου, από τον φόβο στην ελευθερία, η ζωή της Μαρίας Σκουλά είναι ένας δρόμος μακρύς και δύσκολος που όμως την οδήγησε σε κάτι δυνατό και φωτεινό.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μια νέα παράσταση χαρτογραφεί το χάσμα μεταξύ γενιάς Z και γενιάς X

Θέατρο / Μια νέα παράσταση χαρτογραφεί το χάσμα μεταξύ γενιάς Z και γενιάς X

Μέσα από την εναλλαγή αφηγήσεων, εμπειριών, αναπαραστάσεων, χορού, βίντεο και ήχου, η παράσταση του Γιώργου Βαλαή αναδεικνύει τις διαφορές αλλά και τις συνδέσεις που υπάρχουν μεταξύ των δυο διαφορετικών γενεών.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ρομέο Καστελούτσι: «Όπου παρεμβάλλεται το κράτος, δεν υπάρχει χώρος για τον έρωτα. Ο έρωτας είναι εναντίον του κράτους και το κράτος εναντίον του έρωτα».

Θέατρο / Ρομέο Καστελούτσι: «Πάντα κάποιος πολεμά τον έρωτα. Και οι εραστές είναι πάντα τα θύματα»

Ο σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης, λίγο πριν επιστρέψει στην Αθήνα και στη Στέγη για να παρουσιάσει τη «Βερενίκη» του, μας μίλησε για τον έρωτα, τη γλώσσα και τη μοναξιά, την πολιτική και την ανυπέρβλητη Ιζαμπέλ Ιπέρ.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
CHECK How soon is now: Μια παράσταση για τους μετεξεταστέους της συστημικής ιστορίας

Θέατρο / How soon is now: Μια παράσταση για τους μετεξεταστέους της Iστορίας

Σκηνοθετημένη από έναν νέο δημιουργό, η παράσταση που βασίζεται στο τελευταίο κείμενο της Γλυκερίας Μπασδέκη επιχειρεί έναν διάλογο με μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ελληνικής ιστορίας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Αγορίτσα Οικονόμου

Αγορίτσα Οικονόμου / «Πέφτω να κοιμηθώ και σκέφτομαι ότι κάτι έχω κάνει καλά»

Βρέθηκε να κυνηγάει το όνειρο της υποκριτικής, χωρίς να γνωρίζει τον τρόπο, αλλά με τη βεβαιότητα ότι δεν ήθελε ποτέ να μείνει με την απορία «γιατί δεν το έκανα;». Μέσα από σκληρή δουλειά και πολλούς μικρούς ρόλους, κατάφερε να βρει τον δρόμο της στην τέχνη, στον οποίο προχωρά και αισθάνεται τυχερή. Η Αγορίτσα Οικονόμου είναι η Αθηναία της εβδομάδας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ 

Θέατρο / «Αν κλάψω με ένα έργο, είμαι σε καλό δρόμο»

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης, που έχει σκηνοθετήσει με επιτυχία δύο έργα φέτος, του Βιριπάγιεφ και της Αναγνωστάκη, εξηγεί γιατί τον ενδιαφέρουν τα κείμενα που μιλάνε στον άνθρωπο σήμερα, ακόμα κι αν σε αυτά ακούγονται ακραίες απόψεις που ενοχλούν και τον ίδιο.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Να είσαι γκέι στη Νέα Υόρκη

Θέατρο / «Η Κληρονομιά μας»: Τι αποκομίσαμε από την εξάωρη παράσταση στο Εθνικό

«Μία ποπ queer saga, παραδομένη πότε στη μέθη των κοκτέιλ Μανχάταν και πότε στο πένθος μιας αλησμόνητης συλλογικής απώλειας» – Κριτική της Λουίζας Αρκουμανέα για το πολυβραβευμένο έργο του Μάθιου Λόπεζ, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Γιάννη Μόσχο.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
«Δεν είμαι ασεβής, ούτε ιδιοσυγκρασιακή ούτε αιρετική»

Θέατρο / «Δεν είμαι ασεβής, ούτε ιδιοσυγκρασιακή, ούτε αιρετική»

Μετά την Ορέστεια του Στρίντμπεργκ και τις πρόβες για το έργο του Βασίλη Βηλαρά, η Λένα Κιτσοπούλου μιλάει για προσδοκίες και αποφάσεις, για επιτυχίες και απορρίψεις, για το «σύστημα» μέσα στο οποίο δουλεύει και για όλους εκείνους τους χαρακτηρισμούς που της αποδίδουν.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ